Παν. Δρακόπουλος

Ταραντούλα, της Ελένης Λαδιά

Παρακολουθώ με προσοχή τα βήματα της Ελένης Λαδιά, επειδή πρόκειται για συγγραφέα που πάντοτε έχει να πει κάτι συγκεκριμένο. Η Λαδιά είναι τίμια με τον αναγνώστη: αφηγείται, δεν ακκίζεται.

Η Ελένη Λαδιά έχει ιδιαίτερη αγάπη στην αρχαιότητα. Την διαβάζει με τρυφερότητα και στοργή. Με κάθε της βιβλίο σχεδόν, μας ανοίγει την παλάμη και μας βάζει εκεί σαν λεπτότατο άνθος και εύρημα, μιαν ακόμη γοητευτική πτυχή του αρχαίου φαντασιακού. Να θυμίσω μόνον μερικά πρόσφατα έργα της: «Οι Έλληνες παίδες στην αρχαιότητα» είναι μια γοητευτική συμβολή στην ιστορία της παιδικής ηλικίας (εκδόσεις Gema), «Τα ψυχομαντεία και ο υποχθόνιος κόσμος των Ελλήνων» είναι ξενάγησή μας στις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων για τους νεκρούς και κυρίως για τις σχέσεις των πεθαμένων με τους ζωντανούς (εκδόσεις Gema), και το πολύ καλό «Θεών και ανθρώπων συναντήσεις» όπου παρουσιάζει τις σχέσεις των θεών με τους ζωντανούς (εκδόσεις της Εστίας). τρία βιβλία που θα συνιστούσα σε όποιον θάθελε να πλησιάσει τον αρχαίο κόσμο σαν άνθρωπος, κι όχι σαν τυχαίος τουρίστας. Δεν θάθελα νάμαι υπερβολικός: με κρατάει λίγο δεμένον το γεγονός ότι η συγγραφέας εμμένει σε παλιές αγάπες, και δεν παρακολουθεί τη νεώτερη έρευνα. Εν τούτοις, τα βιβλία της έχουν πάντοτε αυτό το χάρισμα: σε κάνουν να μοιράζεσαι τον ίδιον αέρα με τους αρχαίους, σε κάνουν να νιώθεις οδοιπόρος στο πλάϊ τους.

Η «Ταραντούλα» είναι μυθιστόρημα, δεν είναι αρχαιογνωστικό κείμενο. Αλλά κι εδώ έχουμε εκπλήξεις. Μέσα στο μυθιστόρημα αυτό ξετυλίγεται η ιστορία των Γνωστικών. Και μάλιστα, καλά θεμελιωμένη ιστορία. Χωρίς τη διάθεση της Κόκκινης Βασίλισσας (πρώτα αποκεφαλίζουμε κι έπειτα δικάζουμε). Η Λαδιά παρουσιάζει τους γνωστικούς ως ανθρώπους με ανησυχίες και αιτούμενα, που απλώς δεν μπόρεσαν να επικρατήσουν των αντιπάλων τους.

Στην «Ταραντούλα» η Λαδιά στήνει ένα μηχανισμό για να αφηγηθεί και ό,τι δηλώνεται ως προσωπική ιστορία όπως και ό,τι δηλώνεται ως κρυμένη ιστορία του γνωστικισμού. Για να το επιτύχει αυτό το αδιανόητο (μιαν αντικειμενική μελέτη μέσα σε μιαν υποκειμενική περιπέτεια) δεν καταφεύγει στο στυλ: το παραμέρισε -- και γι αυτό το κατέκτησε.

Διαβάζοντας την «Ταραντούλα», εφ όσον γνωρίζεις το μυθιστορηματικό έργο της Λαδιά, βλέπεις ότι η συγγραφέας δεν φοβάται πια να έχει αβεβαιότητες, ψυχολογικά κενά, αντιφάσεις. Το αντίθετο, τα αφήνει όλα να λάμπουν σαν στάλες πάνω στον ιστό της αράχνης.

Βρίσκω πάρα πολύ καλή την εικόνα του διόροφου κτίσματος, με την οποία έδωσε αρχιτεκτονική στο εσωτερικό χάσμα .Το ερώτημα που μπαίνει στον αναγνώστη, είναι τί προσφέρει αυτή η συνύπαρξη, ο διόροφος (έστω) εγκέφαλος. Φαίνεται σαν να πρόκειται για δυό παράλληλες γραμμές, που δεν ενώνονται ποτέ. Πρέπει να πιάσει τον αναγνώστη μια ρέμβη πάνω στο κείμενο, για να δεί ότι οι γραμμές είναι δυό (η λογική και το συναίσθημα), αλλά δεν είναι μόνο δυό. Η λογική γραμμή γράφεται όχι από έναν προφεσόρο αλλά από έναν εραστή του σβυσμένου, της σκιάς, από ένα επιδέξιο αλιέα του μύθου μέσα στη λογική. Δεν είναι λοιπόν μία γραμμή, συνεπής στον εαυτό της. Η συναισθηματική γραμμή είναι κι αυτή περισσότερες από μιά. Η κάθε "ιστορία" (ο Ευμένης, η Στρατονίκη, και κάθε άλλος πρωταγωνιστής), είναι όστρακα που ο αρχαιολόγος-αναγνώστης μπορεί να τ΄ αφήσει ως έχουν αυτόνομα ή μπορεί να τα συνενώσει καταργώντας το αυτόνομο κι αναζητώντας μια γενική διέπουσα, κρυμένη κάπου στο μυθικό πρόσωπο της λογικής, στο λογικό πρόσωπο της ψυχής.

Και ναι, τελικά, η υφάντρα, η κρυμένη μέσα στα νήματα του κειμένου, η Ταραντούλα, μένει ο παρέχων τον κυρίαρχο ρυθμό του ανθρώπου, κυρίαρχο και των θεών βεβαίως.