1976 - 1980 Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52

[τ.43] Φώτης Καλλίας: Η έννοια του ασυνειδήτου και το πρόβλημα της ψύχωσης

Εποπτεία, τεύχος 43, Φεβρουάριος 1980

ΦΩΤΗΣ ΚΑΛΛΙΑΣ

Η έννοια του ασυνειδήτου και το πρόβλημα της ψύχωσης1

 

Αναδημοσιεύουμε τιμώντας τη μνήμη του αγαπητού συγγραφέα

φεῦ-φεῦ, φρονεῖν ὡς δεινὸν ἔνθα μὴ τέλη λύει φρονοῦντι. Ταῦτα γὰρ καλῶς ἐγὼ εἰδὼς διώλεσ’ οὐ γὰρ ἄν δεῦρ’ ἰκόμην.

[Τειρεσίας: Αλίμονο, τρομερή είναι η σοφία όταν δεν βοηθάει αυτόν που την έχει. Τόξερα καλά αυτό, αλλά μου ξέφυγε απ τό νου· αλλιώς δεν θα ‘ρχόμουν εδώ.]

Οιδίπους Τύραννος, 316-18

A reconnaitre le drame de la folie, la raison est a son affaire, sua res agitur...

(J. Lacan, Ecrits, σελ. 574)

 

Mια μέρα ο Γρηγόρης Samsa, ένας από μας, ξυπνά, βγαίνει απ’ το δωμάτιό του κι αντιλαμβάνεται ότι απ’ τους ανθρώπους γύρω του κανείς, μα κανείς δεν καταλαβαίνει τι τους λέει. «Τι τους συμβαίνει διάολε» σκέφτε­ται. «Δεν είναι δυνατόν όλοι να τρελάθηκαν. Είναι πολλοί και είμαι μόνος». Ωστόσο δεν ήταν εφιάλτης. «Κι αν εγώ είμαι...» λέει στον εαυτό του.

Δεν δίνω εδώ τον ορισμό της ψύχωσης· υποβάλλω την ιδέα ότι η τρέλα έχει σαν τόπο κατοικίας της το χώρο ακριβώς εκείνον όπου βρίσκεται απορριμένο ό,τι μια ανθρώπινη κοινότητα αποκλείει ριζικά από την «κατανόησή» της. Η εικόνα ταύτισης που ο ψυ­χωτικός θέλει δική του, απορρίπτεται από τους συναν­θρώπους του.

Παρά τον «Αίαντα» δύσκολο μας είναι σήμερα να γνωρίζουμε τί σήμαινε η τρέλα για έναν σύγχρονο του Σοφοκλή. Ίσως του φαινόταν δυστυχία (πάθος στην αρχαία και όχι εγελιανή έννοια της λέξης)2, αλ­λά μας λείπουν τα στοιχεία που θα χρειαζόμασταν για να στηρίξουμε μιαν απόλυτα πειστική ερμηνεία. Έ­κτοτε, κανονικό δίκαιο και καρτεσιανό Cogito, ο νομι­κός και ο επιστημονικός λόγος, έχουν σχεδόν καταπνί­ξει την αντίληψη της τρέλας, σίγουρα διαφορετική απ’ τη δι­κή μας, που είχαν ίσως άλλες εποχές και άλλοι πολι­τισμοί. Γράφοντας την «Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή», ο Michel Foucault θέλησε βέβαια — κι αυτό είναι το μεγάλο προτέρημα του μνημειώδους συγγράμματος του3 — να γράψει μιαν ιστορία της ί­διας της τρέλας. Της ίδιας. Δίνοντάς της τον λόγο, ο Foucault θέλησε να γίνει η τρέλα υποκείμενο του βι­βλίου του. «Ιστορία, όχι της ψυχιατρικής — γράφει — αλλά της τρέλας, πριν από κάθε αιχμαλωσία της απ’ την γνώση». Αρκεί όμως να κλειδώσει κανείς σ’ ένα συρτάρι τα εννοιολογικά εργαλεία της ψυ­χιατρικής για να ξαναβρεί την αθωότητα της επαφής του και να σπάσει κάθε συνενοχή με την ορθολογική και πολιτική τάξη που κρατάει δέσμια την τρέλα; 4

Απαραίτητο διάβημα — νομίζω —, αλλά όχι αρκε­τό. Και δύσκολο, αν σκεφτούμε πως υπάρχουν κείμε­να τρελών (υπαινίσσομαι εδώ τα Απομνημονεύματα του δικαστού D.S.Schreber) που αθέλητα μετατρέπουν τον αδαή αναγνώστη τους σε ψυχίατρο, εγκλωβισμέ­να εν μέρει στο ίδιο είδος αντικειμενικού λόγου με εκείνον της ψυχιατρικής (η Nervens-sprache του Sch­reber είναι η γλώσσα του Fleschig, του ψυχίατρου που τον νοσήλευε)5. Παρ’ όλα αυτά, απέραντη απόστα­ση χωρίζει τη θετική γνώση, που στο όνομα διαφό­ρων θεωριών προσδιορίζει το σύμπτωμα και κατα­τάσσει εντομολογικά το «σημείο» —με την μάταιη ελπί­δα πως η ονομασία του ισοδυναμεί με κατανόησή του, και με την αυταπάτη πως η ερμηνεία είναι αίτιο των συμπτωμάτων—, από μια εκ των ένδον γνώση σαν του Schreber ή του Wolfson η οποία παίρνει ξάφνου τον λόγο και προκλητικά αποκαλύπτει στην ιερατικά κατεστημένη γνώση κάτι που η σιωπή της της είχε απο­κρύψει. Πόσες αναλύσεις, πόσες θεωρίες, πόσα μηνύ­ματα επί μηνυμάτων υποτάσσουν τον λόγο της τρέλας σε μια άγονη ταξιθέτηση, αντιμετωπίζοντάς τον σαν νάτανε νεκρός!6

Επισημαίνουμε εδώ, με υπερβολική ίσως συντομία, μιαν αδυναμία προσπέλασης της οποίας η ψυχανάλυ­ση μόνο μας επιτρέπει να πάρουμε το μέτρο, εισάγοντας το σημείο εκείνο απ’ όπου μπορούν να μελετη­θούν τα ψυχικά φαινόμενα, χωρίς το υποκείμενο που είναι φορέας τους να καταδικάζεται στη σιωπή: υπο­δείχνοντάς το σαν ασυνείδητο υποκείμενο επιθυμίας.

Γι’ αυτό, η άρθρωση και η ανάπτυξη του ερωτή­ματος μας υποχρεώνει να στραφούμε προς τον Freud, όταν η εμπειρία της τρέλας έπαυσε να είναι βλαστήμια ή σημασία που κανείς δεν μπορεί να ανε­χθεί, όταν η μιλιά της έγινε δεκτή σαν σημαίνουσα απόλυτα διαφορετική από τις άλλες, μα όχι λιγότερο σημαίνουσα, μιλιά όχι φλύαρη κι ανόητη αλλά απο­κλεισμένη απ’ την σώφρονα λογική του λογισμού μας.

Μ’ αυτήν την έννοια, ναι η ψυχανάλυση είναι η με­γάλη παραβίαση των απαγορεύσεων της σκέψης, κα­θώς το ήθελε ο Freud. Όχι με την έννοια ότι έλυσε το πρόβλημα της ψύχωσης, όπως εξ άλλου δεν το έ­λυσε μήτε η αντιψυχιατρική (η αντιψυχιατρική: ένα κίνημα νοήματος, απελευθέρωσης του ψυχιάτρου). Την άποψη αυτή δεν την υποστηρίζω μόνο ή κυρίως σε στενά θεραπευτική βάση, εννοώντας δηλαδή ότι οι ψυχαναλυτές όπως έχει ειπωθεί απ’ την Ida Macalpine στον πρόλογο της αγγλικής έκδοσης του Schreber, εγγυώνται την «θεραπεία»7 της ψύχωσης σ’ όλες τις περιπτώσεις όπου δεν πρόκειται για ψύχωση. Θεωρώ ότι η θεραπεία είναι πριν απ’ όλα ένα αίτημα, αίτημα που φέρεται απ’ την φωνή του πάσχοντος και που περνάει συνεπώς από μονοπάτια και κώδικες που δεν είναι οποιοιδήποτε, που είναι οι κώδικες της νεύρω­σης (και ιδιαίτερα της υστερίας). Γι’ αυτό το λόγο ακριβώς η ψυχανάλυση συναντά στην ψύχωση το πιο ενδόμυχο, το πιο ακαταμάχητο βασάνισμά της. Απουσία μετάθεσης (Transfert) καθώς πίστευε ο Freud, αποδίδοντας σ’ αυτό την αδυναμία του αναλυ­τή, ή μάλλον μετάθεση ιδιάζουσας μορφής, απόλυτα διαφορετική απ’ την νευρωτική — καθώς σήμερα μας φαίνεται σωστότερο —, η σχέση του ψυχωτικού με τον συνομιλητή του αποκλείει πάντως το κοινό εκεί­νο σημασιολογικό έδαφος που κάνει δυνατή την εκ μέρους του διατύπωση ενός αιτήματος νοήματος κι ενός ερμηνεύσιμου ερωτήματος. Η τρέλα δεν είναι λοιπόν terra incognita που μπορεί κανείς να εποικίσει με την βοήθεια της δικής του αναλυτικής γνώσης, ανακαλύπτοντας ό,τι ανέκαθεν γνώριζε καλά. Το αίνιγμά της ο ψυχαναλυτής οφείλει να το δεχθεί σαν αί­νιγμα δικό του (της δικής του στάσης και μετάθεσης), και σαν αίνιγμα της ίδιας της ψυχανάλυσης σαν θεωρίας. Ο ψυχωτικός όταν μιλάει, εκείνος στον οποίο απευθύνεται ή βρίσκεται εντός του, είναι καθαρό αντικείμε­νο ενδοβολής του, ακυρωμένος σχεδόν σαν Άλλο υποκείμενο ή γίνεται ηχώ του ιδανικού του — ιδανικοποιημένο εγώ, δηλ. μη-εγώ— οπότε η μιλιά του δεν είναι δική του, ο ίδιος δεν είναι παρά ο «φωνογράφος της αλήθειας των άλλων»8. Τονίζοντας τις ειδικές δυσκολίες της κλινικής ή και της απλής ομιλούσας σχέσης του ψυχωτικού με τον συνομιλητή του, δεν αποκλείω a priori την ψύχωση απ’ το φροϋδικό πεδίο ούτε την θεωρώ ολοκληρωτικά ανεξερεύνητη ή μη-εξερευνήσιμη απ’ την ψυχανά­λυση. Άλλο όμως η θεωρία, όσο γόνιμη κι αν είναι αυτή — κι ας μην ξεχνάμε ότι ο Freud δεν δίσταζε να ονομάζει την θεωρητική κατασκευή του για την ψύ­χωση ισοδύναμη της παραληρηματικής κατασκευής—, κι άλλο η κλινική εμπειρία. Διότι είναι γεγονός ότι οι ψυχωτικοί μιλούν την ίδια γλώσσα με εμάς και πως αν δεν υπήρχε αυτό το στοιχείο γλωσσικής κοινότη­τας δεν θα καταλαβαίναμε τίποτε απολύτως. Κι όμως στην έκφανση του λόγου, στη σχέση σημασίας με ση­μασία υπάρχει κάτι (τί;) που κάνει τον λόγο του ψυχωτικού μη-ερμηνεύσιμο (εννοώ ψυχαναλυτικά) παρά το ότι (ή εξ αιτίας του ότι;) ο αναλυτής έχει την (ψευδ)αίσθηση πως βρίσκει εκεί ό,τι συνήθως ανακα­λύπτει σαν λόγο του ασυνειδήτου. Γνωρίζουμε με πό­ση φαινομενική ευκολία ο σχιζοφρενής αποδέχεται κάποτε τις τολμηρότερες ερμηνείες... και την μηδαμινότητα του αποτελέσματός τους. Ο ασθενής μπορεί να υιοθετήσει το φαντασιακό σύστημα του θεραπευτή, μπορεί μέσα σ’ αυτή τη σχέση να αισθανθεί εντοπίσιμος, να ταυτισθεί με τα σημαίνοντα της αναλυτικής γνώσης. Στη πραγματικότητα, καταλαβαίνει καλά ότι ο αναλυτής αρνιέται ακόμη μια φορά το νόημα και την λειτουργία της σκέψης του προς όφελος μιας αλήθειας που ο ίδιος αυτός αναλυτής απαιτεί να επι­βάλλει. Αρχική και σκληρή ετερότητα της τρέλας, που την κάνει δυσπρόσιτη στην ψυχανάλυση της κα­θαρά φροϋδικής αυθεντικότητας. Θεωρία και κλινική, τομείς έρευνας στενά και αναπόσπαστα δεμένοι, το πρόβλημα αρχίζει — ευτυχώς! — απ’ την στιγμή που δεν συμπίπτουν, απ’ την στιγμή που υπάρχει απόστα­ση μεταξύ τους9 που μας δίνει το δικαίωμα να μιλάμε για αναλυτικό κίνημα.

Ελπιδοφόρο σημείο εξ’ άλλου η αμφισβήτηση που γενιέται από αυτήν την ετερότητα για μια θεωρία και πράξη που από καταγωγής οφείλουν να λειτουργούν σαν υποκειμενικοποίηση και αναγνώριση της επιθυμίας όσων η κοινωνία αντιμετωπίζει σαν ανάπηρους. Ο Freud πάντα ξεκι­νά από μιαν αλήθεια ακρωτηριασμένη και ο στοχασμός του περιστρέφεται γύρω απ’ την επιθυμία αναγνώρισής της (το αίτημα ταύτισής της). Καθώς και του νευρωτικού. Ωστόσο δεν είναι σίγου­ρο ότι μπορεί κανείς δικαιωματικά να μιλήσει για επι­θυμία στην ψύχωση, κι ίσως ακόμη λιγώτερο για επι­θυμία αναγνώρισης: φανερό είναι αίφνης πως ένα πα­ραλήρημα ερωτομανιακού πάθους κάθε άλλο είναι πα­ρά επιθυμία. Τώρα, ο ισχυρισμός αυτός μας επιβάλλει να επιστρέψουμε στα κείμενα τα ίδια και να διασαφη­νίσουμε τι πράγμα κάνει δυνατή και δικαιώνει την φροϋδική θεωρία της ευχής (wunsch) κι αργότερα την λακανική θεωρία του αιτήματος (demande) και της επιθυμίας (desir). Γνωρίζουμε ότι στον Freud και ιδιαίτερα στην Traumdetung χρησιμοποιείται η λέξη ευχή (wunsch) σχετικά με την πραγμάτωση της επιθυ­μίας στο ασυνείδητο. Ο Lacan απ’ τη μεριά του τόνι­σε τη σημασία της διάκρισης του αιτήματος ή της ζήτησης απ’ την επιθυμία, και στηριζόμενος στα κείμε­να του Freud για την γυναικεία σεξουαλικότητα (και μάλιστα για την σχέση του μικρού κοριτσιού με την μητέρα του) έδωσε έμφαση στη γένεση της επιθυμίας μέσα από το χάσμα που χωρίζει την ανάγκη απ’ το αίτημα, σαν αίτημα αγάπης κι αναγνώρισης! Η επιθυ­μία δεν ταυτίζεται με την ανάγκη αφού δεν αφορά ένα πραγματικό αντικείμενο που να την ικανοποιεί, αλλά δεν συμπίπτει ούτε με το αίτημα αφού θέλει να επι­βληθεί ανεξάρτητα απ’ την ομιλούσα σχέση με τον άλλο10. Εννοιολογικές διακρίσεις, όχι μόνο πολύτιμες για την κατανόηση της νευρωτικής δομής, αλλά και αναπόσπαστα δεμένες με τον τύπο σχέσης του νευρω­τικού με το σύμπτωμά του και με την προβληματική του τοποθέτηση μπροστά στην επιθυμία του και στην επιθυμία του Άλλου.

Εάν ο Freud αποπειράθηκε να αναλύσει το νευρω­τικό σύμπτωμα, δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι αυτό προϋπέθετε ότι το σύμπτωμα εί­ναι ένα ερώτημα που τίθεται πάνω στο σώμα και μέσα στη σκέψη του υποκειμένου — ένα αίνιγμα που ο νευρωτικός απευθύνει στον αναλυτή (το σύμπτωμα: νεύ­ματα που μένουν ακατάληπτα). Από αυτήν την εμπει­ρία ξεκινώντας οικοδόμησε την θεωρία του για το ό­νειρο και γενικώτερα για το σύμπτωμα, για το σχηματισμό του ασυνειδήτου όπου το απωθημένο επιστρέφει. Εκεί το σύμπτωμα που αφήνει ανικανοποίητο το άτο­μο αποκαλύπτεται πως κρύβει μια Άλλη ικανοποίηση, μιαν ασυνείδητη απόλαυση που το Εγώ βιώνει οδυνηρά. Η διάκριση λοιπόν της πρωτογενούς απ’ τη δευτερογενή διαδικασία, όπως κι η ανάλυση του ονείρου σαν πραγμάτωσης και «νοήμανσης» (signifiance) της ασυνείδητης ευχής, έγιναν θεμελιώδεις έννοιες μιας ωρισμένης πράξης σαν απάν­τηση στο ερώτημα του νευρωτικού, κάποιου που τον δυσκολεύουν οι ίδιες του οι επιθυμίες και που δεν θάβει τις συγκρούσεις του όπως θα τόθελαν τα «κατά συνθήκην ψεύδη». Αποτυχημένη απώθηση, αυτό ακριβώς σημαίνει11.

Πρέπει λοιπόν να επισημάνω και να υπογραμμίσω μερικές από τις δυσκολίες που αναγ­καστικά συναντά μια θεωρία η οποία αναπτύχθηκε πάνω στο έδαφος της ψυχανάλυσης των νευρώσεων, όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με το ερώτημα που τίθεται σ’ αυτήν από την τρέλα. Δοκιμασία μεστή νοήματος και θα διευκρινήσω το γιατί.

Ακραίο όριο της γνώσης, η τρέλα είναι για μας ερωτηματικό στον ίδιο βαθμό με τον θάνατο και την απόλαυση (jouissance). Αν είναι αλήθεια (καθώς ο Freud το δείχνει μέσα σ’ ολόκληρο το έργο του), ότι η σχέση του υποκειμένου με την γνώση ως θεμέλιου της ταύτισής του φέρεται και από μιαν ασυνείδητη γνώ­ση, άγνωστη στον εαυτό της, στο χώρο της οποίας «οφείλω να προσέλθω»12, τότε η σχέ­ση αυτή παραμένει η μόνη οδός που μου προσφέρεται για να αποχτήσουν νόημα ο θάνατος και η επανάλη­ψη της απόλαυσης. Το πρόβλημα της τρέλας αφορά ακριβώς αυτό το νόημα και την πιθανή απώλειά του. Πάντα πιθανή. Η σύνδεση ταυτίζοντος και ταυτιζομένου (σημαίνοντος και σημαινομένου), όπου το υποκείμε­νο βρίσκει την ταύτισή του σαν φορέας μιας σημαί­νουσας τάξης —που το ξεπερνά σαν άτομο δίνοντας ωρισμένη θέση κι ερμηνεία στις εμπειρίες του και στα βιώματά του—, προϋποθέτει την συναίνεση εκ μέρους του σε συμβολικά ερείσματα που το πλαισιώνουν. Μιά παρόμοια συναίνεση δεν είναι διόλου αυτόματη μήτε αυτονόητη. Πέρα απ’ αυτά που το πλαισιώνουν, «εμμένει» ένα άλλο είδος γνώσης, ένα σύστημα αναπαράστασης που καμιά αναλυτική εμπειρία δεν μπορεί ποτέ να εξαντλήσει, ούτε να διαγράψει απ’ τον χάρτη της ψυχής. Γι’ αυτό η τρέλα της γνώσης και η γνώση της τρέλας είναι ίσως ένα και το αυτό. Κάτι γνώριζε ο Hegel όταν τελειώνοντας τη «Φαινομενολογία του πνεύμα­τος» με το κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Απόλυτη γνώση» (absolute Wissen) ομολογούσε ότι είχε αισθανθεί τον ίλιγγο του παραληρήματος. Και ο πολιτι­σμός μας θα θυμάται ακόμη με φρίκη ότι ο Nietsche πλησιάζοντας την κρίση που στο Τουρίνο έμελλε να τον κάνει οριστικά τρελό (ήταν το Φθινόπωρο του 1888) διεκήρυξε πως ήταν ο ίδιος η αλήθεια13. Η αλήθεια... Μα πως μπορεί να την κάνει ν’ ακουστεί αν δεν μιλήσει για άλλα πράγματα; Επερωτώμενος από την τρέλα, ο άνθρωπος ερωτά ταυτόχρονα το σώμα, το χρόνο, το θάνατο και την απόλαυση, ανα­ζητώντας μια γνώση για τον ίδιο του τον εαυτό. Το να υπάρχει κάτι δίχως λόγο είναι για το υποκείμενο πρό­κληση και σκάνδαλο. Η απάντηση στην πρόκληση έ­χει σήμερα δοθεί μ’ ένα ιδεολογικό σύστημα λόγου που η Δύση επέβαλε στον κόσμο. Ο Μ. Foucault ακολούθησε τα νήματα και τις περιπέτειες του, εκθέ­τοντας τα σχήματα μιας πολύπλοκης μα αυστηρά δεμένης ιστορίας.

Το διάβημά μας δεν έχει στόχο την ανατομία αυ­τών των απαντήσεων, αλλά τον προβληματισμό πάνω στη σχέση της ψύχωσης με το ασυνείδητο.

Το ασυνείδητο: χώρος φαντασιακής αναπαράστα­σης όπου δεσπόζει η επιθυμία του Άλλου, εγγραφή πάνω στο σώμα, ιερογλυφικά χνάρια που το διαβρώ­νουν, χνάρια του Corpus Libidinosus. Ας αναλογι­σθούμε τώρα το φόβο που προκαλεί η ψύχωση, ας διερωτηθούμε για τη βαθύτερη αιτία αυτού του φόβου και της απόρριψης στην οποία οδηγεί. Το σώμα σαν πράγμα, σαν καθαρή εκδήλωση μιας πραγματικότητας μη ακόμα συμβολικοποιημένης — ιδού τι έβλεπαν οι έντρομοι και γοητευμένοι κυριακάτικοι επισκέπτες του Bicêtre που περιγράφει ο Pinel14. Η τρέλα σαν έκφραση του φυσικού, ακατέργαστου σώματος που δεν έχει παρά μόνο κόκαλα και αίμα, και κομμάτια κρέας για να τεμαχισθούν, να πουληθούν ένα προς έ­να. Ο ορίζοντας που εδώ ανοίγεται στη σκέψη είναι ο ορίζοντας και το φάσμα της απόλαυσης (Jouissan­ce), της οποίας χαλινό αποτελεί για τον καθένα μας η αρχή της ηδονής, της απαγορευμένης εκείνης από­λαυσης και «γνώσης» του σώματος που αντιστοιχεί σ’ ένα τύπο αναπαράστασης της ψυχής διά παντός απλησίαστο απ’ το υποκείμενο (Je) επί ποινή ολοκλη­ρωτικής καταστροφής και αποϋποκειμενικοποίησης. Σε τι κίνδυνο λοιπόν εκτίθεται το υποκείμενο όταν στη σκηνή του πραγματικού δεν μπορεί να προβληθεί μια ερμηνεία που να δίνει όνομα στην εμπειρία του, αιτία στο βίωμά του; Τι γίνεται το ασυνείδητο όταν πραγματικότητα και αναπαράσταση συμπίπτουν και ακυρώνεται ο χωρισμός του, αποκαλύπτοντας ένα χώ­ρο ταυτότητας οργάνων του σώματος και «οργάνων» του κόσμου; Η ιδιομορφία της ψυχωτικής παραίσθη­σης, η ανήκουστη έντασή της, οφείλονται ακριβώς στην αίσθηση αυ­τού του κινδύνου, από αυτόν προστατεύουν -ύστατο φρούριο- το υποκείμενο.

Γνωρίζουμε πως η απώθηση, διαχωριστικό φράγμα ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικά ψυχικά συστή­ματα, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο στηρίζεται ολάκερο το θεωρητικό και τεχνικό οικοδόμημα της ψυχανάλυσης. Το ασυνείδητο θεωρή­θηκε πάντα απ’ τον Freud σαν ένα πρωτογενές σύστη­μα αναπαράστασης, σε αντίθεση με την δευτερογενή διαδικασία του προσυνειδητού-συνειδητού. Τη διά­κριση αυτή μεταξύ πρωτογενούς και δευτερογενούς δεν αρμόζει πιστεύω, να την δεχθούμε ουσιαστικά πάνω σε μια γενετική προοπτική: η πρωτογένεια των ασυνείδητων διαδικασιών πρέπει κυρίως να εννοηθεί με την έννοια της από λογική άποψη πρωταρχικότητάς τους. Το φροϋδικό ασυνείδητο είναι μια έννοια επινοημένη για να εξηγήσει τα φαινόμενα που ζει το υποκείμενο, πάνω στα χνάρια της συγκρότησής του, καθώς λέγει ο Lacan15. Ας μην μας αντιταχθεί ότι ο Freud υπογραμμίζει κάπου πως το ασυνείδητο αγνοεί τους νόμους της λογικής, γιατί τι άλλο σημαίνει αυτό παρά ότι οφείλουμε να κατασκευάσουμε τη λογική του; Η ανάγνωση της θεμελιώδους εκεί­νης τριλογίας η οποία περιλαμβάνει την «Ερμηνεία των Ονείρων», «Το χωρατό (Der Witz) και η σχέση του με το Ασυνείδητο», και την «Ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής» αρκεί για να πειστεί κα­νείς πως το ασυνείδητο διέπεται από μια δομή, συνε­πώς μια λογική, αν και απόλυτα διαφορετική μ’ εκείνην που απ’ την εποχή του Αριστοτέλη είχε επικρα­τήσει στη δυτική παράδοση. Το φροϋδικό κείμενο για τον Schreber είναι, από αυτή την άποψη, καίριο κι αποκαλυπτικό. Πιστεύω πράγματι πως η αποφασιστι­κή σημασία του γραπτού αυτού συνίσταται πριν απ’ όλα στο γεγονός ότι εισάγει το υποκείμενο ξεκινών­τας απ’ τη λογική του ασυνειδήτου, αναγνωρίζοντας στον τρελό την εξουσία εκείνη ανακατασκευής για την οποία μαρτυρεί το παραλήρημα και που είναι απάντηση και όχι μηχανική συνέπεια «ασυνείδητων» λειτουργιών. Το πρόβλημα της ψύχωσης δεν έχει βέ­βαια λυθεί: έχει επιβαρυνθεί, θα έλεγα, με την σειρά των ερωτημάτων που βοηθούν τον Freud να διαφωτί­σει την αξία των κατηγοριών που κατασκεύασε για άλλα αντικείμενα (για την νεύρωση), δίχως διόλου όμως ν’ αποκρύπτει τις δυσκολίες στις οποίες σκοντάφτει η θεωρητικοποίηση του.