1976 - 1980 Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52

[τ.45] Olof Gigon: H απαρχή της Ελληνικής φιλοσοφίας

Εποπτεία, τεύχος 45, Μάιος 1980

OLOF GIGON

H απαρχή της Ελληνικής φιλοσοφίας

Μετάφραση: Μαρία Μέντζου

Το ελληνικό πνεύμα πρωτοφανερώθηκε στην ποίη­ση. Ο κόσμος του ομηρικού έπους και όχι κάποια θρησκευτική ή πολιτειακή παράδοση είναι στη συνεί­δηση των ίδιων των Ελλήνων η πρωταρχική και για πάντα αυθεντική απεικόνιση του είναι τους. Η γλώσ­σα του έπους είναι η μόνη που καταλαβαίνουν όλες οι ελληνικές φυλές, κι ό,τι διηγούνται τα ποιήματα του Ομήρου, είναι βάση της μόρφωσης του καθενός.

Θα ήταν λοιπόν σχεδόν περίεργο αν και η φιλοσο­φία δεν είχε προέλθει από την ποίηση. Και έτσι είναι στην πραγματικότητα, τόσο που το πρώτο βήμα συνί­σταται ακριβώς στο να την ξεχωρίσουμε από την ποίηση.

Ο πρώτος, που μπορούμε να ονομάσουμε φιλόσο­φο, είναι κι ο ίδιος ένας ποιητής, ο Ησίοδος από την Άσκρα της Βοιωτίας, ο ποιητής της Θεογονίας. Συγ­καταλέγεται συνήθως στους επικούς, επειδή η εξωτε­ρική μορφή του έργου του είναι η ομηρική. Οι εικόνες του είναι αυτές του έπους και στην τεχνική του στίχου του, παραμένει μαθητής του Ομήρου ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Αλλά πέρα από τη μορφή, που εύκολα μπορεί να ταξινομηθεί στην παράδοση, τις περισσότερες φορές παραβλέπουμε την τόλμη του περιεχομένου. Σ’ ένα αποφασιστικό σημείο ο Ησίοδος στρέφεται εναντίον του Ομήρου και προσπαθεί να πει κάτι ολότελα διαφορετικό, κάτι καινούργιο. Γι’ αυτό το λόγο και το βιβλίο του για την γενεαλογία των Θεών είναι υπό μια ασύγκριτα βαθύτερη έννοια η απαρχή της ελληνικής φιλοσοφίας, περισσότερο από τα γραπτά του Θαλή του Μιλήσιου, που η ιστορία της φιλοσοφίας από την εποχή του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου, έχει τοποθετήσει στην αρχή της.

Με τον Ησίοδο πρέπει ν’ αρχίσουμε. Μ’ αυτόν ξε­φεύγει η φιλοσοφία στο δεύτερο μισό του 8 αιώνα π.Χ. από την κραταιή παράδοση του ομηρικού έπους, σαν κάτι το ολότελα καινούργιο. Είναι μεγαλειώδες να βλέπεις, πως η μορφή μένει βέβαια ακόμα η παρα­δοσιακή, κρύβει όμως μέσα της μια σκέψη, που πάει ασυγκράτητα πέρα από αυτή την ίδια κι είναι έτοιμη να την τινάξει στον αέρα.

Το προοίμιο της Θεογονίας περιέχει στον πυρήνα του την διάσταση του Ησίοδου από τον Όμηρο. Ο Ησίοδος διηγείται, πως είχε πάει κάποτε τα πρόβατα στη βοσκή, στην κορφή του Ελικώνα στη Βοιωτία, κοντά στο χωριό του την Άσκρα. Εκεί του φανερώ­θηκαν οι Μούσες, οι θυγατέρες του Δία, και του εί­παν:

«Έϊ, σεις, βοσκοί στα λειβάδια, επονείδιστοι τιποτένιοι! Εμείς ξέρουμε να λέμε πολλά ψέμματα, που μοιά­ζουν πολύ με την πραγματικότητα. Αλλά, σαν θέλουμε, ξέρουμε να λέμε και την αλήθεια.» Αυτά είπαν οι κόρες του μεγάλου Δία, που μιλάνε σωστά, και μ’ άφησαν να κόψω ένα κλαδί από μιαν ολάνθιστη δάφνη, χάρμα οφθαλμών. Και μου ενέπνευσαν ένα τραγούδι και με πρόσταξαν να υμνήσω το γένος των μακάριων κι αιώ­νιων θεών(στ. 26-33, δίχως στ. 32).

Δυο πράγματα ξέρουν να λένε οι Μούσες: Ψέμματα που μοιάζουν με την αλήθεια και την ίδια την αλή­θεια. Ο Ησίοδος παίρνει την εντολή, να πει την αλή­θεια, κι όχι να σκαρώσει με το νου του ψέμματα, που μοιάζουν με την αλήθεια και δεν είναι. Αυτό είναι το νόημα των λόγων των μουσών. Σ’ αυτό το σημείο ο Ησίοδος διαχωρίζει τη θέση του από τον Όμηρο. Ο κόσμος της απατηλής πιθανότητας είναι ο κόσμος του Ομήρου. Στον ομηρικό μύθο αντιπαρατάσσεται η αλήθεια. Έτσι γεννιέται η φιλοσοφία. Και μπορούμε να πούμε, πως για την ελληνική φιλοσοφία από τον Ησίοδο και μετά, το ομηρικό έπος παραμένει κατά κάποιο τρόπο το πρότυπο κι ο κραταιότερος εκπρό­σωπος αυτού που δεν είναι φιλοσοφία: η ποικιλόχρω­μη πολυμορφία της ανθρώπινης γνώμης γενικά, γνώ­μης που μοιάζει με την αλήθεια σε απίστευτο βαθμό και ακριβώς γι αυτό το λόγο είναι και ο πιο επικίνδυ­νος αντίπαλός της.

Ιδιαίτερα όμως: Κάθε φορά που οι κατοπινοί φιλό­σοφοι αντιπαραθέτουν την αλήθεια τους στην πιθανό­τητα, κάθε που παρουσιάζουν λόγο και όχι μύθο, εκεί είναι οι κληρονόμοι του Ησίοδου και αγωνίζονται μαζύ του εναντίον της ποίησης. Αργότερα θα δούμε, πώς ο Παρμενίδης παίρνει αυτούς τους στίχους της Θεογονίας σ’ ένα αποφασιστικό σημείο της ποίησής του, στο οποίο η θεά υπόσχεται στον ποιητή να του δείξει τόσο την ουσία της αλήθειας όσο και τον κό­σμο του φαινομενικού (VS 28, 1, 29). Εδώ πρέπει να μνημονεύσουμε και τον Πλάτωνα, που κάνει σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στον λόγο και τον μύθο, σαν τις δύο δυνατότητες των ανθρώπινων λόγων· για τον Πλάτωνα, τον φιλόσοφο, που δεν ζει μονάχα στο εί­ναι, αλλά και στον κόσμο των μεταβλητών εικόνων, ο μύθος δεν είναι λιγώτερο απαραίτητος, απ’ ότι για τον κάθε Έλληνα η ποίηση του Ομήρου. Αλλά οι μύθοι του δεν πηγαίνουν ποτέ πέρα από την πιθανότητα και σε καμιά περίπτωση δεν σκοπεύουν στο να εκτοπί­σουν ή αντικαταστήσουν τον λόγο της αλήθειας. Βέ­βαια ο Ησίοδος βλέπει μονάχα την αντίθεση ανάμεσα στον λόγο, για τον οποίο του δόθηκε η εντολή, και τον μύθο του Ομήρου, που του απαγορεύτηκε. Αυτό σημαίνει ότι φτάνουμε σε μια νέα βαθμίδα φιλοσοφίας όπου αναγνωρίζεται η σχετική αναγκαιότητα ακόμα και του μύθου.

Αυτή είναι η πρώτη φιλοσοφική ΣΤΙΓΜΗ στον Ησίοδο: Το δικαίωμα να διδάξει την αλήθεια.

Οπωσδήποτε η σχέση του Ησίοδου με τον Όμη­ρο δεν εξαντλείται σ’ αυτό το σημείο με μιαν απλή αντίθεση. Αφού μιλήσαμε για το περιεχόμενο των λό­γων των μουσών, πρέπει ν’ αναρωτηθούμε και για τις ίδιες τις μούσες, που μίλησαν στον Ησίοδο. Τι ση­μαίνει το γεγονός, ότι στον Ησίοδο δεν είναι ακόμα ο ίδιος ο λόγος που φανερώνει την αλήθεια μέσα από την ίδια του τη νομοτέλεια, αλλά οι μούσες είναι εκεί­νες που του δίνουν την εντολή και την δικαιοδοσία να την διδάξει;

Οι μούσες δεν είναι τίποτε το καινούργιο. Τις ξέ­ρουμε από τους πρώτους στίχους των ομηρικών ποιη­μάτων. Ο ποιητής παρακινεί τις μούσες, να διηγηθούν για την οργή του Αχιλλέα και για τα ταξίδια του Οδυσσέα. Για να καταλάβουμε τον Ησίοδο, πρέ­πει να ξέρουμε προηγουμένως, τι σημαίνει η μούσα για τον ομηρικό ποιητή. Ο ποιητής καλεί την μούσα, νάρθει και να διηγηθεί σ’ αυτόν τον ίδιο και στους ακροατές. Αυτό πρέπει να το προσέξουμε ιδιαίτερα. Δεν είναι ο ποιητής που μιλάει, αλλά η μούσα. Την καλεί να έρθει, όπως καλεί ο Έλληνας και άλλες θεότητες, επειδή χρειάζεται τη βοήθειά τους. Η ποίηση είναι λοιπόν το έργο της μούσας, που μιλάει μέσα από τα λόγια του ποιητή. Τι έχει σαν αποτέλεσμα; Εδώ πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα σε μια γενική και μια ιδιαίτερη μορφή της βοήθειας που προσφέρει. Γενικά η μούσα βοηθάει τον ποιητή στην τέχνη του, του δίνει άνθηση και πληρότητα όπως το κάνουν σ’ άλλα επαγγέλματα οι θεότητες των γιατρών, των μάν­τεων ή των σιδηρουργών. Ιδιαίτερα όμως χρειάζεται η βοήθεια της μούσας, εκεί όπου ο ποιητής αρχίζει να συσσωρεύει πλήθος από λεπτομέρειες, όπως είναι η περίπτωση στους καταλόγους των πλοίων και των ηρώων. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι στην Ιλιάδα, 11, 484 κ.ά. Οι μούσες πρέπει να πουν στον ποιητή τα ονόματα των ηρώων, που πολέμησαν στην Τροία, «γιατί εσείς είστε θεές, πανταχού παρού­σες, παντογνώστριες... Εγώ δεν θα μπορούσα να πω τον αριθμό ηρώων, ούτε και να τους ονομάσω, αν οι μούσες δεν μου θύμιζαν όλους εκείνους, που πήγαν στο Ίλιο». Το χωρίο είναι σαφές. Ο ποιητής είναι ανθρώ­πινα αδύνατο να ξέρει όλα τα ονόματα και γεγονότα, που διηγείται. Πρέπει να του τα πει η μούσα. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο και μέσα στο ίδιο το έπος προετοιμάζεται ο δρόμος για τον Ησίοδο. Ο ομηρικός ποιη­τής έχει κιόλας συνείδηση της διάστασης που υπάρχει ανάμεσα στην ποίηση και την πραγματικότητα. Είναι μέσα στη φύση κάθε ποίησης να εμφανίζεται σαν πραγματικότητα, ενώ ξέρει, πως είναι αποκύημα φαν­τασίας. Η βαθιά γνώση αυτής της διάστασης οδηγεί τον ομηρικό ποιητή σε μια κατά κάποιο τρόπο τεχνι­κή χρησιμοποίηση της μορφής της μούσας. Ο ίδιος ξέρει πολύ καλά, πως αυτός είναι που επινοεί (και σο­φίζεται) αυτα που διηγείται, έτσι όπως θα μπορούσε να είναι ή να ήταν. (πρβλ. Αριστοτέλους, Ποιητική, 1451 α,36...) Θέλει όμως να στηρίξει την πιθανότητα της φαντασίας του οπωσδήποτε με την μούσα. Αυτή πρέπει να του διηγηθεί, ό,τι αυτός διαφορετικά θάταν αδύνατο να ξέρει, όχι μόνο τον αριθμό των πλοίων στην Αυλίδα και την σειρά των αντιπάλων του Αγα­μέμνονα με κάθε λεπτομέρεια, αλλά και γενικά, τι συμβαίνει στα δώματα του Ολύμπου ή στην καρδιά του Αχιλλέα. Μονάχα όταν το ξέρει από την μούσα, είναι πραγματικά πιθανό. Η ουσία εδώ δεν είναι τόσο ότι η μούσα είναι φορέας τέτοιας εξωανθρώπινης γνώσης, αλλά κυρίως ότι στον Όμηρο αυτή η επί­κληση της μούσας δεν είναι η έκφραση ενός πρωτό­γονου ποιητικου ενθουσιασμού, αλλά ένα μέσο τεχνι­κής που χρησιμοποιείται από τον ποιητή συνειδητά για να επιτευχθεί έτσι το μέγιστο της ποιητικής φαν­τασίας. Αυτόν ακριβώς τον φανταχτερό κόσμο της φαντασίας του παραμυθιού είναι που δεν θέλει η ομη­ρική διήγηση. Επιδίωξή της είναι η πιθανότητα με την πολύ αυστηρή σημασία της λέξης.

Έτσι καταλαβαίνουμε καλύτερα και τι εννοεί ο Ησίοδος. Εξωτερικά η θέση της μούσας είναι η ίδια όπως και στον Όμηρο. Όμως η σημασία της δεν εί­ναι κατά κανένα τρόπο αποδυναμωμένη, αλλά αντίθε­τα γεμάτη με τρόπο εκπληκτικό από καινούργια ζωή: «Η πιθανότητα», που οι μούσες αρνούνται ρητά και κατηγορηματικά να διδάξουν τον Ησίοδο, γιατί έ­χουν να του χαρίσουν κάτι ακόμα καλύτερο, είναι ακριβώς αυτό που επιδιώκει συνειδητά ο ομηρικός ποιητής. Η επιλογή μεταξύ αλήθειας και πιθανότητας δημιουργείται από την καλλιτεχνική πρόθεση του ίδιου του έπους. Η έννοια του πιθανού διαμορφώνεται βέβαια αρχικά από τον Ησίοδο, αλλά βρίσκει ένα ή­δη δοσμένο ουσιαστικό γνώρισμα του έπους και μ’ αυτόν τον τρόπο κερδίζει σε μεγάλο βαθμό την έκτα­ση και βαρύτητα, που διατήρησε ως την κλασική φι­λοσοφία του Πλάτωνα.