1981 - 1985 Έτος 10, 1985, τεύχη 97-107

[τ.103] Umberto Eco: Πώς έγραψα «Το όνομα του Ρόδου»

Εποπτεία τεύχος 103, Ιούλιος - Αύγουστος 1985

Μετάφραση: Ζηνοβία Δρακοπούλου

1. Ο τίτλος και η σημασία

Από τότε που εκδόθηκε Το Ό­νομα του Ρόδου πήρα πολλές επιστολές αναγνωστών που θέλουν να μάθουν τη σημασία του λατινι­κού εξάμετρου που υπάρχει στο τέλος του βιβλίου και γιατί το εξάμετρο αυτό ενέπνευσε τον τίτλο. Απαντώ ότι ο στίχος είναι από τo De contemptu mundi του Βερνάρ­δου του Μορλαί, ["Stat rosa pristina nomine, nomina nuda tenemus" , «Απ΄ το χθεσινό το ρόδο μένει μόνο τ΄όνομά του, άδεια ονόματα κρατάμε» ] ενός Βενεδικτίνου του 12ου αιώνα, του οποίου το ποίημα είναι μια παραλλαγή πάνω στο θέμα ubi sunt (πολύ γνωστό στο ύστερο έργο του Φρανσουά Βιγιόν Mais οù sont les neiges d’ antan [Μπαλάντα των κυριών του παλιού καιρού]). Αλλά στον οικείο τόπο του παρελθόντος οι άλλοτε φημι­σμένες πολιτείες, οι όμορφες πριγκήπισσες, τα πάντα εξαφανίζονται μέσα στο κενό. Ο Βερνάρδος προσθέτει ότι όλα αυτά τα φευγαλέα πράγματα αφήνουν (μόνο, ή εν τέλει) γυμνά ονόματα πίσω τους. Θυμάμαι ότι ο Αβελάρδος χρησιμοποιούσε το παράδειγμα της φρά­σης Nulla rosa est [Δεν υπάρχει ρόδο] για να δείξει πως η γλώσσα μπορεί να μιλάει και για τα δύο: το ανύπαρκτο και το κατεστραμμένο. Έπειτ’ απ’ αυτό, αφή­νω τον αναγνώστη να φθάσει στα δικά του συμπεράσματα.

Ο συγγραφέας δεν θάπρεπε να δίνει ερμηνείες του έργου του˙ αλλιώς δεν θάγραφε μυθιστόρημα, που είναι μια μηχανή παραγωγής ερμηνειών. Ένα όμως από τα κύρια εμπόδια διατηρήσεως της ενάρετης αυτής αρχής, είναι το γεγονός ότι το μυθιστόρημα πρέπει νάχει ένα τίτλο.

Ο τίτλος, δυστυχώς, είναι από μόνος του ένα ερμηνευτικό κλειδί. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τις ιδέες που μας υπαγορεύουν Το Κόκκινο και το Μαύρο ή το Πόλεμος και Ειρήνη. Οι τίτλοι που δείχνουν το μεγαλύτερο σεβασμό στον αναγνώστη είναι εκείνοι που περιορίζονται στο όνομα του ήρωα, όπως Δαυίδ Κόππερφηλντ ή Ροβινσών Κρούσος˙ ακόμη όμως κι αυτή η αναφορά στο επώνυμο πρόσωπο του έργου μπορεί ν’ αντιπροσωπεύει μιαν ανάρμοστη συμπεριφορά του συγγραφέα. Το έργο Μπάρμπα-Γκοριό εστιάζει την προσοχή του αναγνώστη στη μορφή του γέρο-πατέρα, μολονότι το μυθιστόρημα είναι επίσης η ιστορία του Ραστινιάκ ή του Βοτρέν, άλλως Κολέν. Ίσως ο καλύτερος δρόμος είναι νάσαι τίμια ανέντιμος, όπως ήταν ο Δουμάς: είναι σαφές ότι Οι Τρεις Σωματοφύλακες είναι στην πραγματικότητα η ιστορία του τέταρτου. Μια τέτοια όμως πολυτέλεια είναι σπάνια, και ο συγγραφέας μπορεί να επιτρέπει στον εαυτό του την απόλαυσή της μόνο κατά λάθος.

Το μυθιστόρημά μου είχε έναν άλλο τίτλο εργασίας, Το Αββαείο του Εγκλήματος. Τον απέρριψα διότι συγκεντρώνει ολόκληρη την προσοχή του αναγνώστη στην αστυνομική ιστορία και θα μπορούσε εσφαλμένα να παρασύρει και να παραπλανήσει τους αγοραστές που αναζητούν το αφήγημα της πολλαπλής δράσης. Το όνειρό μου ήταν να ονομάσω το βιβλίο ο Άντσο του Μέλκ —ένας απόλυτα ουδέτερος τίτλος, διότι ο Άντσο, τελικά, ήταν η φωνή του αφηγητή. Στη χώρα μου όμως οι εκδότες συχαίνονται τα κύρια ονόματα, και ακόμη κι αυτό που στην εποχή του ήταν Φέρμο και Λουτσία (1), ξαναεμφανίστηκε με διαφορετική μορφή. Το ιταλικό μυθιστόρημα προσφέρει ελάχιστα πα­ραδείγματα τίτλων αυτού του εί­δους: Λεμόνιο Μπουρέο, Ρουμπί, Μετέλλο —μόνο μια φούχτα σε σύγκριση με τη λεγεώνα από εξα­δέλφες Μπέτυ, Μπάρυ Λύντον, Αρμάνδους, και Τομ Τζόουνς, που συναντάς στις άλλες λογοτεχνίες.

*

Η ιδέα να ονομάσω το βιβλίο μου Το Όνομα του Ρόδου μου ήρθε πραγματικά τυχαία, και μου άρεσε γιατί το ρόδο είναι μια συμβολική μορφή τόσο πλούσια σε σημασίες που με δυσκολία πια τούχει απομεί­νει μια συγκεκριμένη σημασία: το μυστικό ρόδο του Δάντη, πάνε τα όμορφα ρόδα, ο Πόλεμος των Ρό­δων, τα ρόδα του Μαγιού, πολλοί θέλουν να παντρευτούν τη Ρόζα, ρόδο μ’ ένα οποιοδήποτε άλλο όνομα (2), ένα ρόδο είναι ρόδο είναι ρόδο είναι ρόδο, οι Ροδόσταυροι, κ.ά. Ο τίτλος ορθώς αποπροσανατόλι­σε τον αναγνώστη, που έτσι στάθη­κε ανίκανος να επιλέξει μόνο μια ερμηνεία˙ ακόμη κι αν μπορούσε να συλλάβει όλες τις δυνατές νομιναλιστικές αναγνώσεις της τελευταί­ας στροφής, θάφτανε σ’ αυτές μόνο στο τέλος του βιβλίου, έχον­τας προηγουμένως κάνει ο Θεός μόνο ξέρει πόσες και ποιές επιλο­γές. Ο τίτλος πρέπει να μπερδεύει τις ιδέες του αναγνώστη, όχι να τις τακτοποιεί.

Τίποτα δεν παρηγορεί περισσό­τερο τον συγγραφέα ενός μυθιστορήματος από την ανακάλυψη ανα­γνώσεων που δεν τις είχε συλλάβει, αλλά που προέκυψαν κατόπιν στους αναγνώστες του. Όταν έγραφα θεωρητικές εργασίες, η στάση μου έναντι των κριτικών ήταν αδέκα­στη: έχουν ή δεν έχουν καταλάβει τί εννοούσα; Με το μυθιστόρημα, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορε­τική. Δεν λέω ότι ο συγγραφέας δεν μπορεί να βρει μια καινούργια ανά­γνωση στρεβλή· αλλά ακόμη κι αν την βρει έτσι, πρέπει να μείνει σιωπηλός, ν’ αφήσει τους άλλους να την αμφισβητήσουν με το κείμε­νο στο χέρι. Γι’ αυτό το λόγο, η μεγάλη πλειοψηφία των αναγνώσε­ων αποκαλύπτει πράγματα που δεν τα είχε κανείς σκεφθεί. Αλλά τί σημαίνει το ότι δεν τα είχε κανείς σκεφθεί;

Μια γαλλίδα, η Mireille Calle Gruber, ανακάλυψε λανθάνουσες παρονομασίες που συνδέουν το semplice [ΣτΜ: απλός, λατ. simplus, αγγλ. simple] τόσο με τη σημασία απλός όσο και με τη σημα­σία φαρμακευτικό βότανο˙ και κατό­πιν, βρίσκει ότι μιλάω για το «τριβόλι» της αίρεσης. Θα μπορούσα ν’ απαντήσω ότι ο όρος simplus, και στις δύο χρήσεις, επαναλαμβάνεται στη λογοτεχνία της εποχής, όπως επαναλαμβάνεται η έκφραση «mala pianta», τo τριβόλι, ή δηλητηριώ­δες βότανο, της αίρεσης. Περαιτέ­ρω, γνώριζα πολύ καλά τo παράδει­γμα του Greimas για τη δυνατή διπλή ανάγνωση (οι σημασιολόγοι το ονομάζουν «διπλό ισότοπο») που συμβαίνει όταν ο βοτανολόγος αναφέρεται ως ο «φίλος του simpli». Ήξερα ότι έπαιζα με τις παρονομα­σίες; Δεν έχει καμιά σημασία ν’ απαντήσω τώρα: το κείμενο βρί­σκεται εκεί και δίνει τις δικές του διαστάσεις.

Καθώς διάβαζα τις κριτικές για το μυθιστόρημα, αισθάνθηκα ανατριχίλα ικανοποιήσεως όταν βρήκα έναν κριτικό (οι πρώτοι ήταν οι Ginevra Bompianni και Lars Gustaffson) να παραπέμπει σε μια παρατή­ρηση του Γουλιέλμου που έκανε στο τέλος της δίκης: «Τι είναι αυτό που σας φοβίζει περισσότερο στην αγνότητα;» ρωτάει ο Άντσο. Και ο Γουλιέλμος απαντάει: «Η βιασύνη.»

Αγαπούσα και συνεχίζω ν’ αγα­πώ πάρα πολύ τις δύο αυτές γραμμές. Αλλά τότε, ένας αναγνώστης, μου επεσήμανε ότι στην ίδια σελί­δα ο Βερνάρδος Γκυ, απειλώντας τον αποθηκάριο με βασανιστήρια, λέει: «Η δικαιοσύνη δεν κινείται από τη βιασύνη, όπως πίστευαν οι ψευδοαπόστολοι, και η δικαιοσύνη του Θεού έχει αιώνες στη διάθεσή της.»

Και ο αναγνώστης δικαίως με ρώτησε ποια συνάφεια ήθελα να επιβάλλω ανάμεσα στη βιασύνη που φοβόταν ο Γουλιέλμος και στην απουσία βιασύνης που εγκωμίαζε ο Βερνάρδος. Στο σημείο αυτό συνειδητοποίησα πως είχε συμ­βεί κάτι το ανησυχητικό. Η συνο­μιλία ανάμεσα στον Άντσο και τον Γουλιέλμο δεν υπάρχει στο χειρό­γραφο. Πρόσθεσα τον σύντομο αυ­τό διάλογο στα δοκίμια για λόγους αρμονίας: Χρειαζόμουν να παρεμ­βάλλω και ένα άλλο μέτρο πριν να ξαναδώσω το βήμα στον Βερνάρ­δο. Και φυσικά, καθώς έκανα τον Γουλιέλμο ν’ αποστρέφεται τη βια­σύνη (και με μεγάλη πεποίθηση, διότι τότε μ’ άρεσε πάρα πολύ η παρατήρηση αυτή), ξέχασα εντελώς ότι, λίγο αργότερα, ο Βερνάρ­δος μιλάει για βιασύνη. Αν ξαναδιαβάσετε τα λόγια του Βερνάρδου χωρίς την παρεμβολή του Γουλιέλμου, βλέπετε απλώς μια στερεότυ­πη έκφραση, του είδους που θα περίμενε κανείς από ένα δικαστή, μια κοινοτυπία της τάξεως του «Όλοι είναι ίσοι μπροστά στο νό­μο». Αλλοίμονον, όταν αντιπαραταχθεί η βιασύνη που αναφέρει ο Γουλιέλμος με τη βιασύνη που αναφέρει ο Βερνάρδος, δημιουργεί­ται κυριολεκτικώς μια νέα διάστα­ση˙ ο αναγνώστης δικαιολογείται ν’ απορεί κατά πόσον οι δύο άν­δρες λένε το ίδιο πράγμα, η αν η αποστροφή προς τη βιασύνη που εκφράζει ο Γουλιέλμος δεν είναι ανεπαίσθητα διαφορετική από την αποστροφή προς τη βιασύνη που εκφράζει ο Βερνάρδος. Το κείμενο είναι εκεί, και δημιουργεί τις διαστά­σεις του.

Το ερώτημα αν ήθελα να υπάρξει αυτή η διάσταση, είναι μια διφορού­μενη πρόκληση˙ και εγώ ο ίδιος νοιώθω αμήχανος ερμηνεύοντας αυτή τη σύγκρουση, μολονότι συνειδητο­ποιώ ότι κάποια σημασία ενεδρεύει εκεί (ίσως πολλές σημασίες).

Ο συγγραφέας θάπρεπε να πε­θαίνει μόλις τελειώνει το γράψιμο. Έτσι, για να μην παρενοχλεί το δρόμο του κειμένου.