1991 - 1994

[τ.3/94] Laura Bohannan: Ο Άμλετ στη Ζούγκλα

Έκθετος στην κριτική των ιθαγενών Τιβ

Τι γίνεται όταν μια κοινωνική ανθρωπολόγος -πιστεύει στην παγκοσμιότητα της κουλτούρας και για ν’ αποδείξει την ορθότητα της πίστης της αφηγείται τον Άμλετ σε ιθαγενείς; Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι οι αντιδράσεις της νιγεριανής φυλής Τιβ, αλλά και τι προσλαμβάνει από τον Άμλετ, τον Σαίξπηρ, τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, ένας Άραβας, ένας Ινδός, ένας Ιάπωνας; Το ερώτημα, τίθεται και αντιστρόφως.

Μετάφραση: Ζηνοβία Δρακοπούλου

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΑΦΗΣΩ την Οξφόρδη για να πάω στο Τιβ της Δυτικής Αφρικής, είχα μια συζήτηση για το βάρδο του Στράφορντ. «Εσείς οι Αμερικανοί,» είπε κάποιος φίλος, «συχνά έχετε δυσκολίες με τον Σαίξπηρ. Τελικά, ήταν ένας πολύ Άγγλος ποιητής και μπορεί κανείς εύκολα να ερμηνεύσει λάθος το όλον παρεξηγώντας το επί μέρους.»

Διαμαρτυρήθηκα λέγοντας πως η ανθρώπινη φύση, σε μεγάλο βαθμό, είναι ίδια σ’ ολόκληρο τον κόσμο˙ τουλάχιστον η γενική πλοκή και το κίνητρο των μεγαλύτερων τραγωδιών θα πρέπει νάναι σαφές πάντα και παντού, μολονότι θάπρεπε να εξηγούνται μερικές λεπτομέρειες στα έθιμα και οι δυσκολίες της μετάφρασης θα μπορούσαν να επιφέρουν κάποιες άλλες μικρές αλλαγές. Για να τεθεί τέρμα σε μια διαφωνία που δεν μπορούσε να καταλήξει πουθενά, ο φίλος μού 'δωσε ένα αντίτυπο του Άμλετ να το μελετήσω στην Αφρικανική σαβάνα: θ’ ανύψωνε, ήλπιζε, το πνεύμα μου επάνω από το πρωτόγονο περιβάλλον στο οποίο θα βρισκόμουν και, πιθανώς, θα ήταν δυνατόν μετά μακρά περισυλλογή να μου δωθεί η χάρις μιας ορθής ερμηνείας.

Ήτανε η δεύτερη φορά που πήγαινα για να κάνω επιτόπια έρευνα της αφρικανικής φυλής Τιβ και θεωρούσα τον εαυτό μου έτοιμο να ζήσει σ’ ένα από τα πιο απομακρυσμένα της τμήματα - μια περιοχή δύσκολη να τη διασχίσω ακόμη και με τα πόδια. Τελικά εγκαταστάθηκα στο λοφίσκο ενός έμπειρου κι έξυπνου γέροντα, αρχηγού μιας φατρίας εκατόν-σαράντα περίπου ατόμων, που όλοι ήσαν ή στενοί συγγενείς ή οι γυναίκες και τα παιδιά τους. Όπως και οι άλλοι ηλικιωμένοι της γύρω περιοχής, ο γέροντας αυτός περνούσε τον περισσότερο χρόνο του κάνοντας τελετουργίες που σπάνια τις βλέπει κανείς σήμερα σε προσιτότερα μέρη της φυλής. Ήμουνα γοητευμένη. Σύντομα θα είχα τρεις μήνες υποχρεωτικής απομόνωσης και ανάπαυσης, ανάμεσα στο θερισμό, που γίνεται ακριβώς πριν βυθιστούν τα χωράφια στα νερά και το καθάρισμά τους όταν τα νερά κατεβούν. Μετά, σκεπτόμουν, θάχαν περισσότερο χρόνο να κάνουν τελετουργίες και να τις εξηγούν και σε μένα.

Είχα κάνει μεγάλο λάθος. Οι περισσότερες από τις τελετουργίες απαιτούσαν την παρουσία ηλικιωμένων από διάφορες φατρίες. Καθώς όμως υψώνονταν τα νερά, οι γέροι τόβρισκαν πολύ δύσκολο να μετακινούνται από τη μία φατρία στην άλλη και βαθμιαία οι τελετουργίες σταμάτησαν. Όταν τα νερά υψώθηκαν ακόμη περισσότερο, όλες οι δραστηριότητες πήραν τέλος, εκτός μιας: οι γυναίκες έφτιαχναν μπύρα από καλαμπόκι και κεχρί, ενώ, άνδρες, γυναίκες και παιδιά κάθονταν πάνω στους λόφους κι έπιναν.

Άρχιζαν να πίνουν από το ξημέρωμα. Ήδη το μεσημέρι, ολόκληρη η φατρία τραγουδούσε, χόρευε και χτυπούσε το ταμ-ταμ. Όταν έβρεχε έπρεπε να κάθονται στις καλύβες τους: εκεί έπιναν και τραγουδούσαν ή έπιναν και έλεγαν ιστορίες. Το μεσημέρι ή και πριν, εγώ έπρεπε ή να προστεθώ στην παρέα τους ή ν’ αποσυρθώ στην καλύβα μου με τα βιβλία μου. «Δεν συζητάει κανείς σοβαρά όταν υπάρχει μπύρα. Έλα να πιεις μαζί μας.» Μια και δεν άντεχα την παχειά, ντόπια μπύρα, περνούσα όλο και περισσότερο χρόνο με τον Άμλετ. Πριν το τέλος του δεύτερου μήνα μου δόθηκε η χάρις. Ήμουν απόλυτα βέβαιη πως ο Άμλετ είχε μόνο μια δυνατή ερμηνεία, κι αυτή είχε μια παγκοσμιότητα.

Νωρίς κάθε πρωί, με την ελπίδα νάχω μια σοβαρή συζήτηση πριν από το γλέντι της μπύρας, επισκεπτόμουν τον γέροντα στο χώρο υποδοχής - μια σειρά πάσαλοι σε κύκλο που υποβάσταζαν μιαν αχυροσκεπή πάνω από ένα χαμηλό λασπότοιχο που προ-στάτευε από τον αέρα και τη βροχή. Μια μέρα σύρθηκα μέσα από τη χαμηλή είσοδο και βρήκα τους πε-ρισσότερους άνδρες της φατρίας να κάθονται συγκεντρωμένοι, γύρω από μια φωτιά που κάπνιζε, πάνω σε σκαμνιά, χαμηλά σανιδοκρέβατα και ξαπλωτές καρέκλες τυλιγμένοι στα κουρελιασμένα ρούχα τους για να ζεστάνουν το κορμί τους από την παγερή βροχή. Στο κέντρο βρίσκονταν τρία δοχεία μπύρα. Το γλέντι είχε αρχίσει.

Ο γέροντας με χαιρέτησε μ’ εγκαρδιότητα. «Κάθησε να πιεις.» Δέχθηκα ένα μεγάλο φλασκί γεμάτο μπύρα, έβαλα λίγο μέσα σε μια μικρή κούπα από κολοκύθα και το κατέβασα μονορούφι. Κατόπιν έβαλα λίγο περισσότερο μέσα στην ίδια κούπα για τον δεύτερο στην τάξη άνδρα μετά τον οικοδεσπότη μου, πριν δώσω το φλασκί μου σ’ ένα νέο άνδρα για την περαιτέρω διανομή. Τα σημαντικά πρόσωπα δεν έπρεπε να σερβίρουν τη μπύρα μόνοι τους.

«Έτσι είναι καλύτερα,» είπε ο γέροντας κοιτάζοντάς με επιδοκιμαστικά και βγάζοντας ένα άχυρο που είχε καθήσει πάνω στα μαλλιά μου. «Θάπρεπε συχνότερα να κάθεσαι και να πίνεις μαζί μας. Οι υπηρέτες σου μου λένε πως όταν δεν είσαι μαζί μας κάθεσαι στην καλύβα σου κοιτάζοντας ένα χαρτί.»

Ο γέροντας γνώριζε τέσσερα είδη «χαρτιών» φορολογικές αποδείξεις, προικοσύμφωνα, έγγραφα και επιστολές. Ο αγγελιοφόρος τούφερνε τα γράμματα από τον αρχηγό της φυλής, τα χρησιμοποιούσε κυρίως ως έμβλημα του αξιώματός του, διότι πάντοτε γνώριζε το περιεχόμενό τους και τόλεγε του γέροντα. Τα προσωπικά γράμματα, για τους ελάχιστους που είχαν συγγενείς στην κυβέρνηση ή σε κυβερνητικές υπηρεσίες, φυλάσσονταν μέχρι να πάει κάποιος σε μια μεγάλη αγορά και εκείνον που γράφει και διαβάζει γράμματα. Από τότε που έφθασα εκεί, έφερναν σε μένα τα γράμματα για να τους τα διαβάσω. Μερικοί επίσης μου έφερναν ιδιαιτέρως, προικοσύμφωνα και μου ζητούσαν ν’ αλλάξω τα νούμερα και να βάλλω μεγαλύτερα ποσά. Ανακάλυψα πως τα ηθικά επιχειρήματά μου δεν είχαν καμιά χρησιμότητα, αφού οι εσωτερικοί νόμοι ήσαν θεμιτοί στόχοι και οι τεχνικοί κίνδυνοι της πλαστογραφίας ήσαν δύσκολο να εξηγηθούν σε αναλφάβητους ανθρώπους. Ωστόσο δεν ήθελα να με θεωρούν τόσο ανόητη ώστε να κοιτάζω κάποια τέτοια χαρτιά επί ατέλειωτες μέρες και εξήγησα βιαστικά πως το «χαρτί» μου ήταν ένα από εκείνα τα «πριν από πολύ καιρό πράγματα» που συνέβησαν στη χώρα μου.

-«Aα,» είπε ο γέροντας. «Πες μας.»

Διαμαρτυρήθηκα πως δεν ήξερα να λέω ιστορίες. Γι’ αυτούς η αφήγηση ήταν μια επιδέξια τέχνη τα κριτήριά τους ήσαν υψηλά και το ακροατήριο κριτικό -και πανέτοιμο να εκφράσει φωνάζοντας τις επικρίσεις του. Μάταια διαμαρτυρόμουν. Αυτό το πρωί ήθελαν, όσο έπιναν, ν’ ακούουν μια ιστορία. Με απείλησαν πως δεν θα μούλεγαν πια ιστορίες έως ότου τους πω μια από τις δικές μου. Τελικά ο γέροντας μου υποσχέθηκε πως κανείς δεν θα επέκρινε τον τρόπο της αφήγησής μου «διότι γνωρίζουμε πως παλεύεις με τη γλώσσα μας.» «Αλλά,» μπήκε στη μέση ένας από τους ηλικιωμένους, «πρέπει να μας εξηγείς ό,τι δεν καταλαβαίνουμε, όπως κάνουμε κι εμείς όταν σου λέμε τις ιστορίες μας.» Συνειδητοποιώντας ότι εδώ ήταν η ευκαιρία μου ν’ αποδείξω πως ο Άμλετ ήταν κατανοητός από τους πάντες, συμφώνησα.