1976 - 1980 Έτος 2, 1977, τεύχη 7-17

[τ.11-12] Κ. Καστοριάδης: Εισαγωγή στη θεωρία των κοινωνικών επιστημών

Εποπτεία, τεύχη 11 - 12, Μάιος - Ιούνιος 1977

Κορνήλιος Καστοριάδης

Εισαγωγή στη θεωρία των κοινωνικών επιστημών*

Cornelius Castoriadis by Pablo SeccaΗ θεωρία των κοινωνικών επιστημών, τμήμα όχι βέβαια της επιστήμης της ίδιας, αλλά της φιλοσοφίας - και ειδικά της θεωρίας της γνώσης, σκοπό έχει την έρευνα της γνωστικής διαδικασίας μέσα στις κοινωνικές επιστήμες, δηλαδή των στοιχείων που συγκροτούν κοινωνική επιστήμη, του τρόπου σύνθεσής τους, του συστηματικού προσανατολισμού και του κύρους αυτής της σύνθεσης καθώς και την τοποθέτηση της κοινωνικής επιστήμης και της κοινωνίας μέσα στο όλο της γνώσης και του κόσμου. Στην πρώτη κατεύθυνσή της είναι η εσωτερική, στη δεύτερη η εξωτερική θεωρία των κοινωνικών επιστημών.

Η επιστήμη επιδιώκει μιαν ορθή σύνθεση μορφής και ύλης˙ μια τέτοια ορθή σύνθεση επιδιώκει κι η θεωρία της επιστήμης˙ ύλη όμως στην τελευταία περίπτωση είναι η επιστήμη ολόκληρη. Σ’ εκείνο που συγκεκριμένα επιτελεί η επιστήμη, η θεωρία της επιστήμης προσθέτει την αυτοσυνείδηση. Τη διάπλαση μιας ύλης με τη χρησιμοποίηση μιας μορφής προς ένα ιδεατό αντικείμενο, που εκφράζει την ορθή τους σύνθεση, διάπλαση που κινείται μέσα στο πεδίο του συγκεκριμένου, η θεωρία της επιστήμης θέλει να την εκφράσει γενικά ερευνώντας την υλικότητα, τη μορφικότητα και την ορθότητα της σύνθεσής τους.

Αυτή όμως η γενικευτική και με μιαν έννοιαν αναλυτική (ταυτολογική στο περιεχόμενό της) εργασία δεν εξαντλεί την αποστολή της θεωρίας της επιστήμης. Η θεωρία της επιστήμης αποβλέπει και σ’ ένα ιδεώδες καθαρά δημιουργικό: την παραγωγή αξιωμάτων που υπάρχουν στη βάση των επιστημών, από ένα κεντρικό σύστημα, που μερικές του περιπτώσεις πρέπει ν’ αποδειχθούν τα πρώτα και την παραγωγή αυτού του πρώτου συστήματος από μια τελική και πρώτη πρόταση, την υποθετική πρόταση για τους όρους της δυνατότητας της γνώσης. Αυτή την παραγωγή την επιβάλλει η ενότητα του θεωρητικού, είτε κινείται στο χώρο του (σχετικά) συγκεκριμένου είτε κινείται στο χώρο του γενικού. Θεωρητική φιλοσοφία και επιστήμη δεν μπορούν να χωρίζονται μεταξύ τους. Επιστήμη είναι μια ειδική περίπτωση της φιλοσοφίας. Η επιστήμη μπορεί να ονομάζεται έτσι, όσο προσφέρει αλήθεια˙ και μόνη της δεν μπορεί ποτέ να προσφέρει αλήθεια. Η ενότητα του θεωρητικού, τώρα πια διαφοροποιημένη εσωτερικά, περνάει για δεύτερη φορά, ύστερα από τους προσωκρατικούς, τον ορίζοντα.

Σαν εσωτερική θεωρία μιας επιστήμης ορίζω: α) Τη (γενικευτικήν) έρευνα των στοιχείων της επιστήμης: επιστήμη είναι σύστημα ορθών κρίσεων. Ανάλυση χρειάζονται λοιπόν: η έννοια της κρίσης της ορθότητας της κρίσης και του συστήματος.

Η ανάλυση της κρίσης οδηγεί στη διαπίστωση πως κρίση είναι μια σύνθεση (η δημιουργία ενότητας)˙ η διάκριση του συντιθέμενου και του τρόπου της σύνθεσης, δηλαδή σε νεοκαντιανή διάλεκτο της ύλης και της μορφής, οδηγεί στην έρευνα αυτών των δύο εννοιών, όπως εμφανίζονται στο συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο.

II. Το πρόβλημα της ορθότητας της κρίσης ανάγεται στο πρόβλημα της ανεύρεσης των όρων που δίνουν κύρος σε μια τέτοια σύνθεση. Η θεωρία της επιστήμης είναι γι' αυτό υποχρεωμένη να ξεκινάει απ’ τον καθορισμό της έννοιας του κύρους ή της έννοιας της αλήθειας.

III. Κι ύστερα απ’ τους καθορισμούς αυτούς εξακολουθεί να υπάρχει το πρόβλημα: τι προσδίνει ενότητα σ' αυτόν τον σωρό των κρίσεων; Έτσι υποχρεώνεται η θεωρία της επιστήμης να ερευνήσει το πρόβλημα της συστηματικής ενότητας τής επιστήμης.

β) Την παραγωγή των αρχών της επιστήμης. Κάθε επιστήμη τείνει στο ιδεώδες της αξιωματοποίησης, δηλαδή της παραγωγής όλων των προτάσεών της από ένα όσο γίνεται μικρότερο αριθμό βασικών προτάσεων ή αξιωμάτων. Έτσι μάλιστα κατορθώνουν να δώσουν κι ένα ακριβή ορισμό της αλήθειας: αλήθεια είναι η μη αντίφαση προς το υποτιθέμενο σύστημα αξιωμάτων. Γίνεται αμέσως έτσι φανερό πως η ερώτηση για την αλήθεια των αξιωμάτων δεν μπορεί να έχει κανένα καθορισμένο νόημα. Για τη φιλοσοφία όμως, επειδή η έννοια της αλήθειας που δίνει είναι ευρύτερη (συμφωνία με τους γενικούς όρους της δυνατότητας της γνώσης), το ερώτημα αυτό (για την αλήθεια των αξιωμάτων) έχει νόημα. Αλλοιώς θάταν υποχρεωμένη να διασπάσει την ενότητα του θεωρητικού (που ειδικές επιστήμες πραγματικά την αγνοούν, όπου όμως εκείνη είναι υποχρεωμένη να θεμελιωθεί) και να παραδεχτεί το σύγχρονο κύρος προτάσεων αντιφατικών (στηριγμένων σε διάφορα συστήματα αξιωμάτων). Για την επιστήμη η έννοια της αλήθειας μόνο υποθετικά μπορεί να προσδιοριστεί˙ για τη φιλοσοφία πρέπει να καθοριστεί κατηγορικά (για τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα αυτής της κατηγορικότητας βλ. πιο κάτω). Έτσι δημιουργείται ένα δεύτερο, σημαντικώτερο γιατί δημιουργικό, καθήκον για τη θεωρία της επιστήμης: να παραγάγει τις αρχές της επιστήμης, να θεμελιώσει δηλαδή συγκεκριμένα την επιστήμη, που σταματάει την αυτοθεμελίωσή της στα αξιώματα της.

Για την κατανόηση της έννοιας της εξωτερικής θεωρίας της επιστήμης δεν χρειάζεται ανάπτυξη. Η επιστήμη πρέπει να τοποθετηθεί μέσα στη θεωρία, η θεωρία μέσα στο πνεύμα, το πνεύμα μέσα στον άνθρωπο. Αντίστοιχα η κοινωνία πρέπει να τοποθετηθεί μέσα στο αντικείμενο, και το αντικείμενο μέσα στην ουσία.

* * *

Η θεωρία των κοινωνικών επιστημών θα έχει πάντα ασφαλισμένο το αντικειμενικό της θεμέλιο στην αναπόδραστη θεωρητικήν ανάγκη της λογικής θεμελίωσης κάθε επιστημονικής δραστηριότητας με την αναγωγή της στο όλο δεν είναι όμως λιγώτερο αληθινό πως το βασικό υποκειμενικό κίνητρο που σπρώχνει σ’ αυτήν είναι η αναμφισβήτητη κρίση των κοινωνικών επιστημών, που δεν μπορεί πια να ονομαστεί ούτε παιδική ούτε εφηβική αρρώστεια, εφόσον παίρνει ένα χαρακτήρα μονιμότητας. Η αναλυτική έρευνα των σχετικών φαινομένων θα μας οδηγούσε πολύ μακρυά. Δεν μπορούν όμως να μη σημειωθούν με συντομία τα κύρια συμπτώματα κι οι βασικές αιτίες.

Για την αναγκαιότητα της θεωρίας της επιστήμης που πηγάζει απ’ την ανάγκη της παραγωγής των αρχών της επιστήμης δεν θα λεχτούν εδώ περισσότερα απ’ όσα λέχτηκαν πιο πάνω. Εδώ μόνο για τον χαρακτήρα αυτοσυνείδησης που έχει η θεωρία της επιστήμης.

Επιστήμη σημαίνει συνείδηση, δηλαδή θεωρία. Εξίσου όμως αναγκαία σημαίνει κι έλλειψη αυτοσυνείδησης˙ εκείνο που συνείδησή του αποχτά το επιστημονικό συνειδός, δεν είναι ο εαυτός του. Εκείνο που γνωρίζεται μέσα στην επιστήμη διαφέρει απόλυτα, από εκείνο που μ’ αυτό γνωρίζεται, κι απ’ το γεγονός του γνωρισμού. Χρειάζεται τώρα η υλοποίηση της μορφής, για να υπάρξει αυτοσυνείδηση. Κάθε τέτοια υλοποίηση ορίζει και δικαιολογεί μιαν αντίστοιχη διάκριση των ενεργειών: εδώ τη διάκριση επιστήμης και θεωρίας της επιστήμης.

Για κρίση των κοινωνικών ή οποιωνδήποτε άλλων επιστημών έχει γίνει πολλές φορές ως τώρα κι εξακολουθεί να γίνεται λόγος, στίς περισσότερες περιπτώσεις με καθαρά φιλολογικούς ή δημοκοπικούς σκοπούς. Εδώ γίνεται προσπάθεια να καθοριστεί η έννοια και το περιεχόμενο αυτής της κρίσης, με την ανάλυση των συμπτωμάτων της. (Κρίση ονομάζω την εμφάνιση αυτών συμπτωμάτων).

Αρμόδια βέβαια για την έρευνα αυτής της κρίσης δεν είναι η θεωρία της επιστήμης, αλλά η επιστήμη της ιστορίας και της κοινωνιολογίας της γνώσης, καθώς και της εφαρμοσμένης λογικής (στην έννοια του Kant, Kr. d.r.V. v. Kirchmann, 1877, σελ. 101—102), υποχρεωμένη πάντως να στηρίζεται κι αυτή, όπως και κάθε ειδική έρευνα, στη θεωρία της επιστήμης.

Εφόσον και σ’ αυτήν την περίπτωση εμφανίζεται η απαίτηση του αποκλεισμού των αντιφάσεων απ’ το εσωτερικό του γνωστικού συστήματος, πρέπει τα πορίσματα της ιστορίας και της κοινωνιολογίας της γνώσης να μην είναι αντιφατικά προς τα πορίσματα της θεωρίας της γνώσης. Η συνηθισμένη νεοκαντιανή απάντηση, που στηρίζεται στη διάκριση του factum και του jus, και συνεπώς στην ασχεσία των δύο γνωστικών πεδίων, δεν λύνει το ζήτημα˙ δεν μας ενδιαφέρει (τουλάχιστον όχι αποκλειστικά) η ιδεατή γνώση, αλλά η ιστορική γνώση και οι δυνατότητες της. Ότι αυτές οι δυνατότητες είναι πραγματικές και σε πολλά σημεία πραγματοποιημένες, είναι μια ανεπίδεκτη ελεύθερης από αντίφαση αμφισβήτησης αλήθεια, που θα πρέπει πάντα να τονίζεται ενάντια σε κάθε απόχρωσης σκεπτικισμό και σχετικισμό. Χρειάζεται λοιπόν πλάϊ στη καθαρή θεωρία της γνώσης (πως είναι συγκροτημένο ένα γνωστικό σύστημα και πώς αποχτάει κύρος) και στη θεωρία της πραγματικής γνώσης (πως διαμορφώνεται η συγκεκριμένη γνωστική ενέργεια ενός πραγματικού υποκειμένου) και η ιστορική (ονομάζω) θεωρία της γνώσης: πως η συγκεκριμένη γνωστική ενέργεια ενός πραγματικού υποκειμένου σχετίζεται μ’ ένα γνωστικό σύστημα και προσλαμβάνει κύρος (ορίζω). Αυτό το μεσολαβητικό μέλος ανάμεσα στην καθαρή θεωρία της γνώσης και στη θεωρία της πραγματικής γνώσης έχει σαν αποστολή και τη δημιουργία συμφωνίας ανάμεσα στα πορίσματα τους˙ κι αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά με την χρησιμοποίηση του (αξιωματικού) ορισμού της ιστορίας σαν geltendes Sein η seiendes Gelten. Σχετικά μ’ όλο το ζήτημα βλ. και πιο κάτω όσα λέγονται για τις δυνατές έννοιες του υποκειμένου.

Πρώτο βασικό σύμπτωμα ειναι η ανυπαρξία ενός συστήματος κατηγοριών. Στη φυσική επιστήμη π.χ. ο κλονισμός της κατηγορίας της αιτιότητας δημιούργησε μιαν απέραντην αναταραχή, κι έφερε τους φυσικούς στην ανάγκη να ξεκαθαρίσουν αυτό το ζήτημα, πριν προχωρήσουν πιο κάτω. Στις κοινωνικές επιστήμες όχι μόνο η κατηγορία της αιτιότητας αποτελεί το αντικείμενο μιας διαρκούς διελκυστίνδας, αλλά και ολόκληρο το σύστημα των βασικών εννοιών αλλάζει από ερευνητή σε ερευνητή.

Το σύστημα των κατηγοριών είναι η βάση του συγκεκριμένου κλάδου των επιστημών. Το σύστημα των κατηγοριών είναι το σύστημα των αρχών της δυνατότητας και της αλήθειας των αξιωμάτων. Η κατηγορία είναι μια στιγμή της κρίσης˙ εμφανίζεται λοιπόν πολύ πρίν απ’ τη θεωρία της επιστήμης, μέσα στην επιστήμη την ίδια˙ η θεωρία της επιστήμης κατά ένα μέρος απλά την αναγνωρίζει, και κατά το άλλο τη δημιουργεί (εφ’ όσον αυτή την θεμελιώνει, με την απαγωγή της από μιαν υπερβατικήν άρχή). Έτσι το σύστημα των κατηγοριών, αθεμελίωτο αλλά πραγματικό, πρέπει να υπάρχει μέσα στην επιστήμη πολύ πριν την επέμβαση της θεωρίας της επιστήμης. (Παράδειγμα η φυσική του 17. και 18. αιώνα και η καντιανή γνωσιοθεωρία).

Χωρίς να χρειάζεται επεξήγηση στο εξώφθαλμο γεγονός της ανυπαρξίας ενός συστήματος κατηγοριών μέσα στις κοινωνικές επιστήμες, πρέπει να τονιστεί πως δεν υπάρχει εκεί καν σαφής και ακριβής έννοια της κατηγορίας: έτσι ο L. v. Wiese απαριθμεί σαν «βασικές» κοινωνιολογικές κατηγορίες: κοινωνική διαδικασία, απόσταση, κοινωνικός χώρος, κοινωνικός σχηματισμός (sozialer Prozesse, Abstand, sozialer Raum, soziales Gebilde), κάνοντας έτσι το διπλό λάθος: 1) να φαντάζεται και να εμφανίζει σαν κατηγορίες απλές εμπειρικές έννοιες γένους, 2) περνώντας απ’ την μιαν έννοιαν στην άλλην, να αλλάζει μέσα στην απαρίθμησή τους τη βάση της διαίρεσης.

Δεύτερο βασικό σύμπτωμα είναι η ανυπαρξία συστηματικής άρθρωσης και μέσα σε κάθε επιστήμη παρμένη χωριστά, και στο σύνολο των κοινωνικών επιστημών. Σχεδόν καμιά απ’ τις κοινωνικές επιστήμες δεν παρουσιάζει την αυστηρή εσωτερική οικοδόμηση που είναι συγκροτητική της έννοιας της επιστήμης˙ και καμιά δεν εχτιμάει μεθοδικά τις απαιτήσεις που της θέτει το γεγονός πως είναι μια απ’ τις πολλές κοινωνικές επιστήμες και πως το αντικείμενό της είναι μια μονάχα πλασματικά αφαιρεμένη πλευρά του ενιαίου κοινωνικού γίγνεσθαι.

Η ενότητα του κοινωνικού κόσμου δεν είναι ιδεατή αλλά πραγματική˙ την ενότητα δεν την δημιουργεί εδώ η ταυτότητα των νόμων, αλλά η εσωτερική ενότητα του θέματος, το «ενιαίο του υλικού» (πάνω στη νομιμότητα της τελευταίας συμπλοκής εννοιών βλ. το τμήμα για τις κατηγορίες του νοητού και του κοινωνικού κόσμου)˙ το κοινωνικό συγκροτείται απ’ την πραγματικήν αναφορά του στο συν του πράττειν. Πάνω στην πολλαπλότητα των δυνατών σκοπιών (μεθόδων) θεώρησης της ενιαίας κοινωνικής πραγματικότητας ιδρύεται η πολλαπλότητα των επιστημών της. Είναι αυτονόητη η απαίτηση της εσωτερικής οικοδόμησης που προβάλλει γι’ αυτές τις επιστήμες και φανερό το γεγονός πως η απαίτηση αυτή στο μεγαλύτερο μέρος της δεν ικανοποιείται.

Αυτή η εσωτερική συστηματική οικοδόμηση στην ιδεατή μορφή της είναι η αξιωματοποίηση: (ορίζω) η παραγωγή των προτάσεων της επιστήμης από τ’ αξιώματα και των αξιωμάτων απ’ τις κατηγορίες. Πάνω στην κοσμογονική συνέπεια που πηγάζει απ’ αυτόν τον ορισμό, πως δηλαδή έτσι αξιώνεται η συμπύκνωση της εμπειρικότητας στις κατηγορίες ή (το ίδιο) η αναγωγή κάθε ιδιότητας του εμπειρικού στο περιεχόμενο της κατηγορίας, απλούστερα η (γνωστική) παραγωγή του εμπειρικού απ’ το λογικό, του κόσμου απ’ τις κατηγορίες, δεν θα επεκταθώ εδώ. Ας σημειωθεί μόνο πως αυτό είναι το αποφασιστικό σημείο όπου η εσωτερική συνέπεια του καντιανισμού οδηγεί στον εγελιανισμό˙ ο καντιανισμός χωρίς τον εγελιανισμό μένει ανολοκλήρωτος, κι ο εγελιανισμός χωρίς τον καντιανισμό μένει αθεμελίωτος. Και στη φιλοσοφία του πνεύματος, και σε κάθε άλλη φιλοσοφία, κριτικισμός και (ονομάζω) ολισμός είναι δύο αναγκαίες, αμοιβαία αξιούμενες στιγμές της πορείας του λόγου.

Παράλληλα όμως μ’ αυτήν την εσωτερικήν οικοδόμηση προβάλλει σ’ αυτό το πεδίο και μια άλλη απαίτηση: της αναδημιουργίας, μέσα στην επιστήμη της διασπασμένης πια ενότητας του κοινωνικού κόσμου, με την ίδρυση του συστήματος των κοινωνικών επιστημών ένταξη μέσα στο σύστημα των κοινωνικών επιστημών σημαίνει για κάθε ειδικήν επιστήμη του κοινωνικού υποχρέωση συναρμογής της με τις άλλες και αποκατάστασης της ολότητας (ενιαίας πολλαπλότητας) του αντικειμένου τους.

Τρίτο βασικό σύμπτωμα είναι η έλλειψη ενιαίας εξωτερικής επιστημονικής μεθοδολογίας. Είσοδος στον επιστημονικό χώρο σημαίνει πρώτα απ’ όλα υποταγή στη (με την εξωτερικώτερην έννοια) επιστημονική μέθοδο˙ και μέθοδος σημαίνει κι εδώ αυστηρήν αυτοπειθαρχία του ερευνητή, αυτοπεριορισμό που εκδηλώνεται στη διαπραγμάτευση μόνο εννοιών αμέσως καθορίσιμων και προβλημάτων που η θέση τους έχει ακριβώς προσδιορισμένο νόημα.