Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Τέχνες - 15 Οκτωβρίου 2018 12:16 μμ

Γεώργιος Α. Πανέτσος – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, Η «Hellenische Renaissance» του Θεοφίλου Χάνσεν.


Μια επινοημένη παράδοση στην αρχιτεκτονική του 19ου αιώνα.

Ο Θεόφιλος Χάνσεν γεννήθηκε το 1813, τη χρονιά που η χώρα του πτώχευε υπό την πίεση ενός ήδη εξαετούς κατά θάλασσα πολέμου με την Βρετανία. Είχε προηγηθεί, το 1801, βρετανική επίθεση κατά της Κοπεγχάγης, με στόχο την εξουδετέρωση του δανικού στόλου, προκειμένου αυτός να μην περιέλθει στον έλεγχο του Ναπολέοντος. Αυτή η δύσκολη συνθήκη σημειώνει την απαρχή της «Χρυσής Εποχής» του δανικού πνεύματος. Το 1814 εισάγεται στη χώρα το μέτρο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Σύντομα η λογοτεχνία, η ζωγραφική, η γλυπτική και η φιλοσοφία μπαίνουν σε μια περίοδο δημιουργικής έντασης, και, παράλληλα, παρατηρείται μια ανανέωση της εκκλησιαστικής ζωής.

Ο Χάνσεν έλαβε αρχικά τεχνική και στη συνέχεια αρχιτεκτονική παιδεία στη γενέτειρά του Κοπεγχάγη. Οι αρχιτεκτονικές σπουδές στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών ακολουθούσαν εν πολλοίς το κωδικοποιημένο σύστημα της παρισινής École des Beaux-Arts. Από το ίδιο κλίμα προέρχονταν οι φοιτητικοί διαγωνισμοί, τα μικρά και τα μεγάλα βραβεία που συνοδεύονταν από ταξιδιωτικές υποτροφίες και ολόκληρο το πλαίσιο της «ακαδημαϊκής» ζωής. Οι δάσκαλοί του, Christian Frederik Hansen και Gustav Friedrich Hetsch, ήταν φορείς του πνεύματος της γαλλικής αρχιτεκτονικής του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, που προέκρινε την πρακτικότητα, τον κατασκευαστικό ορθολογισμό και, σε αισθητικό επίπεδο, τη λιτότητα και τη σαφήνεια της μορφής, την οξύτητα του διακόσμου και την ακρίβεια των γραφικών αναπαραστάσεων à la Percier et Fontaine. Κατά την περίοδο των σπουδών του Χάνσεν ήταν πια αισθητή και η απήχηση του Karl Friedrich Schinkel που ήταν ασφαλώς ο σημαντικότερος αρχιτέκτων της εποχής.

Ο ταλαντούχος και ανήσυχος Χάνσεν φαίνεται ότι δυσφορούσε μέσα στη διττή πραγματικότητα του δύσκολου βιοπορισμού μέσω της παροχής σχεδίων καλλιτεχνικών χρηστικών αντικειμένων σε βιοτέχνες λεπτουργούς και της δημιουργικής προοπτικής, που οι αρχιτεκτονικές σπουδές άφηναν να διαφανεί. Αναζήτησε μέσα εξόδου από ένα περιβάλλον που αισθανόταν ότι τον αδικεί –καθώς απέτυχε να κερδίσει το μέγα χρυσό μετάλλιο στον σχετικό διαγωνισμό– και τον περιορίζει. Μια υποτροφία που κέρδισε το 1837 του επέτρεψε να ταξιδέψει μόνο μέχρι τη Γερμανία, αντί του μεγάλου προορισμού, την Ιταλία, για να μελετήσει, υποτίθεται, την εξέλιξη της εντόπιας καλλιτεχνικής χειροτεχνίας και διακοσμητικής. Αποτέλεσε το πρόσχημα της διαφυγής.
Η Αθήνα, όπου ήδη από το 1833 ήταν εγκατεστημένος ο κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερος αδελφός του Χριστιανός, είναι ένας διπλά ελκυστικός προορισμός. Η αποκάλυψη των μνημείων της Ακροπόλεως μέσω συνεχών συστηματικών εκκαθαρίσεων των μεταγενέστερων προσθηκών και η αρχαιολογική έρευνα προσφέρουν τη συγκίνηση της διαρκώς ανανεούμενης αντίληψης και γνώσης της αρχαίας τέχνης. Ταυτόχρονα, η σταδιακή ανοικοδόμηση της νέας πρωτεύουσας στη θέση του ερειπωμένου οικισμού που άφησε η Επανάσταση, και οι πιεστικές κτηριακές ανάγκες του νεοσύστατου κράτους, παρέχουν ευκαιρίες άσκησης νέας αρχιτεκτονικής δίπλα στα κλασικά πρότυπά της.

Στο διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην αναχώρηση από την Κοπεγχάγη και την άφιξή του στην Ελλάδα το 1838, ο Χάνσεν επισκέφθηκε τις νεοκλασικές «πρωτεύουσες» της Γερμανίας, το Βερολίνο και το Μόναχο, για να μελετήσει την τότε «σύγχρονη» αρχιτεκτονική, γνώρισε την γοτθική παράδοση της κεντρικής Ευρώπης –στην οποία προτίμησε να διαβάζει μιμητικές της φύσης τάσεις κλασικής καταγωγής και όχι τολμηρή δομική αντίληψη– μελέτησε τα μέγαρα και τις επαύλεις του Palladio στην περιοχή της Βιτσέντσα και τους βυζαντινής επιρροής ναούς της Βενετίας. Το Βυζάντιο, ο γοτθικός Μεσαίωνας, ο αναγεννησιακός Palladio και η «σύγχρονη» νεοκλασική και πρώιμη ιστορικιστική αρχιτεκτονική περιγράφουν τα όρια της εποπτείας του.
Στην Αθήνα, τόπο μελέτης και εφαρμογής, στοχασμού και δράσης, ο Χάνσεν δεν φαίνεται να επείγεται. Για πέντε σχεδόν χρόνια απασχολείται στις ανασκαφές της Ακροπόλεως υπό τον Ludwig Ross και ασκείται συνεργαζόμενος με τον αδελφό του, ήδη «αρχιτέκτονα της Αυλής», δηλαδή κρατικό λειτουργό. Διδάσκει ακόμη σχέδιο και οικοδομική στο Σχολείο των Τεχνών που μορφώνει ειδικούς τεχνίτες, απαραίτητους για την τότε τρέχουσα και επείγουσα ανοικοδόμηση. Ο Χριστιανός Χάνσεν είναι ο αρχιτέκτων του κατεδαφισμένου σήμερα Νομισματοκοπείου, του Οφθαλμιατρείου και του Πανεπιστημίου, όλα κτήρια βασικής πρακτικής σημασίας για τη λειτουργία και τη διοικητική στελέχωση του κράτους, καθώς και την καταπολέμηση των ενδημικών οφθαλμικών μολύνσεων που κατέληγαν σε τύφλωση.

Η ατομική σταδιοδρομία του Θεοφίλου φαίνεται να αρχίζει με τη σχεδόν ταυτόχρονη ανάληψη των ιδιωτικών αναθέσεων δύο σημαντικών έργων το 1843. Πρόκειται για το ιδιωτικό μέγαρο του ομογενούς Αντωνίου Δημητρίου από την Τεργέστη και το Αστεροσκοπείο, το οποίο αποφάσισε ο βαρώνος Γεώργιος Σίνας να δωρίσει στο ελληνικό κράτος, ούτως ώστε να είναι πλέον δυνατή η ακριβής μέτρηση του χρόνου και μέσω και των μετεωρολογικών παρατηρήσεων να διευκολύνεται η ναυσιπλοΐα.




Αγοραίος

Αγοραίος
ΕΛΙΤ ΚΑΙ ΜΑΖΑ: Ομάδα μαθητών Λυκείου στο Μουσείο Μπενάκη, να δουν την έκθεση, συνοδεία καθηγητών τους. Αλλά να που εμφανίστηκε ο Σκαρμούτσος, τηλεοπτικός μάγειρας, και...

Γεώργιος Α. Πανέτσος – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, Η «Hellenische Renaissance» του Θεοφίλου Χάνσεν.
Κατηγορία: Τέχνες

Μια επινοημένη παράδοση στην αρχιτεκτονική του 19ου αιώνα. Ο Θεόφιλος Χάνσεν γεννήθηκε το 1813, τη χρονιά που η χώρα του πτώχευε υπό την πίεση ενός...


Γιώργος Μυλωνάς, Τάσος Μαντζαβίνος: Το κοράκι
Κατηγορία: ΤΕΥΧΟΣ 1 ΙΟΥΛΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2017 / Τέχνες
Γιώργος Μυλωνάς, Τάσος Μαντζαβίνος: Το κοράκι

Από Διός άρξασθε. Το κοράκι δεν είναι ένα ακόμη πουλί, δεν είναι απλά ένα είδος ανάμεσα στ΄ άλλα.  Όπως ο αετός, έτσι και το κοράκι...


Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.