Νίκος Καζαντζάκης: Ξεκίνημα

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Ζώντας ανάμεσα στα ερείπια

https://epopteia.gr/152/nikos-kazantzakis-ksekinima/

Από το Ταξιδεύοντας (Ὁ Μοριᾶς), ἐκδ. Ἑλ. Καζαντζάκη, Ἀθήνα 1969

Τὸ πρόσωπο τῆς Ἑλλάδας εἶναι ἕνα παλίμψηστο ἀπὸ δώδεκα κύριες ἀπανωτὲς γραφές: Σύγχρονη, τοῦ Εἰκοσιένα, τῆς Τουρκοκρατίας, τῆς Φραγκοκρατίας, τοῦ Βυζάντιου, τῆς Ρώμης, τῆς Ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς, τῆς Κλασικῆς, τοῦ Δωρικοῦ μεσαίωνα, τῆς Μυκηναϊκῆς, τῆς Αἰγαιικῆς, τῆς Λίθινης.

Στέκεσαι σὲ μιὰ σπιθαμὴ ἑλληνικῆς γῆς καὶ σὲ κυριεύει ἀγωνία. Μνῆμα βαθύ, δώδεκα πατωσιές, κι ἀνεβαίνουν φωνὲς καὶ σὲ κράζουν. Ποιὰ νὰ διαλέξεις; Κάθε φωνὴ καὶ ψυχή, κάθε ψυχὴ λαχταρίζει τὸ σῶμα της, κι ἡ καρδιά σου ταράζεται καὶ δὲν ἀποφασίζει. Γιὰ ἕναν Ἕλληνα, τὸ ταξίδι στὴν Ἑλλάδα εἶναι γοητευτικό, ἐξαντλητικὸ μαρτύριο. Οἱ φωνὲς ποὺ περισσότερο γοητεύουν δὲν εἶναι ἐκεῖνες ποὺ ξυπνοῦν μέσα στὰ φρένα του τὶς πιὸ ὑψηλὲς κι ἀκατάδεχτες ἔγνοιες• καὶ πάλι ντρέπεται νὰ κάμει χατίρι καὶ νὰ ξυπνήσει τοὺς πιὸ ἀσήμαντους καὶ πιὸ ἀγαπημένους νεκρούς. Ὅταν σταθεῖς δίπλα σὲ μιὰν ἀνθισμένη ροδοδάφνη τοῦ Εὐρώτα, ἀνάμεσα Σπάρτης καὶ Μυστρᾶ, ἀρχίζει ἡ φοβερὴ προαιώνια πάλη ἀνάμεσα καρδιᾶς καὶ νοῦ. Ὅλη ἡ καρδιά σου ὁρμάει ν’ ἀναστήσει ἕνα χλωμὸ θανατογραμμένο κορμὶ καὶ θέλει νὰ ξαναγυρίσει πίσω τὸν τροχὸ τοῦ καιροῦ, στὶς 6 τοῦ Γενάρη 1449, ποὺ ἐδῶ πάνω στὸ Μυστρᾶ δέχτηκε τὸ κορμὶ τοῦτο τὴ μαρτυρικὴ λιγόζωη κορόνα. Πλῆθος πατρικοὶ στεναγμοὶ καὶ μουρμουρίσματα ἀπὸ δημοτικὰ τραγούδια καὶ λαχτάρες τοῦ Γένους σὲ σπρώχνουν νὰ κάμεις χατίρι• μὰ ὁ νοῦς ἀντιστέκεται, γυρίζει κατὰ τὴ Σπάρτη, ἀγριεύει, μάχεται νὰ νικήσει τὴν αἰσθηματικὴ τούτη νοσταλγία καὶ νὰ σμίξει μὲ τοὺς αἰώνιους ἐφήβους.

Γιὰ ἕναν ξένο, τὸ προσκύνημα στὴν Ἑλλάδα εἶναι εὔκολο, γίνεται χωρὶς μεγάλο σπαραγμό• ὁ νοῦς του, λυτρωμένος ἀπὸ αἰσθηματικὲς περιπλοκές, ὁρμάει καὶ βρίσκει τὴν οὐσία τῆς Ἑλλάδας. Μὰ γιὰ τὸν Ἕλληνα, τὸ προσκύνημα τοῦτο περιπλέκεται μ’ ἐλπίδες καὶ φόβους, μὲ στενοχώριες καὶ μὲ ὀδυνηρὴ σύγκριση. Ποτὲ δὲ βγαίνει καθαρή, χωρὶς ὑστεροβουλία, ἡ σκέψη, ποτὲ ἀναίμαχτη ἡ ἐντύπωση. Ἕνα ἑλληνικὸ τοπίο δὲ δίνει σέ μᾶς —ἂν ξέρουμε ν’ ἀκοῦμε καὶ ν’ ἀγαποῦμε— μιὰν ἀφιλόκερδη ἀνατριχίλα ὡραιότητας. Ἔχει ἕνα ὄνομα τὸ τοπίο, συνδέεται μὲ μιὰν ἀνάμνηση— ἐδῶ ντροπιαστήκαμε, ἐδῶ δοξαστήκαμε, αἵματα ἀνεβαίνουν ἢ θεῖα ἀγάλματα ἀπὸ τὰ χώματα, καὶ μονομιᾶς τὸ τοπίο μετουσιώνεται σὲ πλούσια, πολυπλάνητη Ἱστορία, κι ὅλη ἡ ψυχὴ τοῦ Ἕλληνα προσκυνητῆ ἀναστατώνεται.

[…]