Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Έτος 2, 1977, τεύχη 7-17 | Αρχείο | Κοινωνία - 17 Φεβρουαρίου 2012 02:09 πμ

Κ. Καστοριάδης: Εισαγωγή στη θεωρία των κοινωνικών επιστημών


Η κριτική ανάλυση του γνωστικού φαινομένου ξεκινάει με την προσπάθεια του καθορισμού των απλούστατων, λογικά πρώτων, ανάγωγων στοιχείων που συγκροτούν τη γνώση. Είναι φανερό πως, μια και απλά στοιχεία εξ ορισμού δεν υπάρχουν μέσα στο πραγματικό σύμπλοκο της γνώσης, η φάση αυτή της έρευνας έχει καθαρά αφαιρετικό χαρακτήρα.

Για τον αφαιρετικό χαρακτήρα της κριτικής ανάλυσης έχει απόλυτη συνείδηση ο Kant, Kr. d.r. V. σ. 73 (§ lif). Σαν αφαιρετική απομόνωση σκέφτεται τις άπλες έννοιες κι ο Hegel, Logik, Bd. I. (Jubil. Ausg. 1936), σ. 102—104. Βλέπε και το πρώτο μέρος της διατριβής του Lask, Fichtes Idealismus und die Geschichte, στα Ges. Schriften, Bd. i, 1923.

Το πρόβλημα της λογικής θεμελίωσης των πρώτων παραδοχών μιας τέτοιας έρευνας δεν έχει το ίδιο νόημα, ούτε επιδέχεται την ίδια λύση με το πρόβλημα της θεμελίωσης οποιασδήποτε ειδικής επιστημονικής πρότασης. Το τελευταίο αυτό σημαίνει ανεύρεση προτάσεων που να θεμελιώνουν την προς θεμελίωση πρόταση. Αυτή η διαδικασία της θεμελίωσης σταματάει αναγκαία σε κάποιες προτάσεις που δεν επιδέχονται πιο κάτω θεμελίωση, αυτού του είδους. Η αλήθεια τους είναι εγγυημένη απ’ το γεγονός πως μόνο αυτές μπορούν να θεμελιώσουν ολόκληρο το οικοδόμημα κι αυτή είναι γι’ αυτές η μόνη δυνατή εγγύηση. Απ’ αυτήν την άποψη μπορούν να χαρακτηρισθούν σαν αξιώματα.

Για τις θεμελιώσεις των τελευταίων παραδοχών βλ. Natorp, Vorl. über praktische Philosophie, 1925, σ. 30˙ Logische Grundlagen d. exakten Wissenschaften, 1910, σ. 16-26.

Τα αξιώματα θα μπορούσαν να ονομαστούν και υποθέσεις. Τότε και το τελικό αξίωμα, που θα στήριζε ολόκληρο το γνωστικό σύστημα, θα ήταν μια έσχατη υπόθεση˙ η υπόθεση όμως αυτή δεν είναι πραγματική υπόθεση, αλλά στην ουσία κατηγορική πρόταση, που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, του τύπου: Γνώση, είναι α, β, γ… όπου δηλαδή περικλείεται μια απόφανση για την πραγματικότητα της γνώσης (απόφανση που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση) κι ένας ορισμός της γνώσης.

* * *

Να πιστεύω (όπως είμαι υποχρεωμένος να πιστεύω) πως εγώ, μ’ όλα τα περιεχόμενα της συνείδησής μου, δεν εξαντλώ τον κόσμο, σημαίνει: να υποθέτω (υποχρεωτικά) σ’ ότι μπορώ να αισθανθώ ή να σκεφτώ μια «βάση», ένα «υπόστρωμα», έναν «πυρήνα», μια «ουσία» Χ που υπερβαίνει αυτή τη συγκεκριμένη πράξη σύλληψης και τη συνείδησή μου γενικά.

Αυτές τις πράξεις σύλληψης μπορώ να τις κατατάξω σε δυο κατηγορίες: σ’ εκείνες που εκδηλώνονται σαν (αισθητές) αντιλήψεις, και σ’ εκείνες που εκδηλώνονται σαν σκέψεις. Τα περιεχόμενα των πρώτων τα ονομάζω αισθητά, των άλλων νοητά.

Αυτή η αισθητότητα και νοητότητα (ας πούμε με ανακρίβεια: η φαινομενικότητα κι η λογικότητα) είναι φανερό πως δεν εκφράζουν «απόλυτες» ιδιότητες του Χ, αλλά ιδιότητές του που εμφανίζονται σε συνάρτηση με την παρουσία μιας υποκειμενικής πράξης σύλληψης˙ η φαινομενικότητα κι η λογικότητα είναι δημιουργήματα της επαφής.

Η πρώτη πλάνη που αποφεύγω μ’ αυτές τις σκέψεις είναι η σύγχιση του αισθητού και του Χ, η απόδοση δηλαδή στο Χ φαινομενικότητας κι ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πράξη σύλληψης. Αυτή η πλάνη ονομάζεται, στην πιο απλοϊκή μορφή της, αφελής ρεαλισμός˙ ισοδυναμεί με το να φαντάζομαι πως το Χ «είναι» «ανεξάρτητα» απ’ την πράξη σύλληψής μου, πράσινο ή κόκκινο, βαρύ ή ελαφρό, αδιαπέραστο ή ρευστό, τετράγωνο ή στρογγυλό: να ξεχνάω δηλαδή πως η πράξη σύλληψης αποτελεί μιαν αδιάλυτη σύνθεση, απ’ όπου ποτέ δεν θα μπορώ να ξεχωρίσω «τι ανήκει στο Χ», γιατί οτιδήποτε αποχωρίζω, θα είναι κι αυτό περιεχόμενο μιας πράξης σύλληψης, και σαν τέτοιο σύνθετο. Έτσι εμποδίζομαι ν’ αποδώσω στο Χ αισθητότητα.

Δεύτερη, ισοδύναμη κι ομόλογη, πλάνη θάταν να συγχίσω το νοητό και το Χ, ν’ αποδώσω δηλαδή στο Χ λογικότητα ή νοητότητα, ανεξάρτητην απ’ τις ανάγκες της νοητικής μου πράξης σύλληψης. Αυτό θα μπορούσε να ονομαστεί αφελής ιδεαλισμός. Στην περίπτωση αυτή θα ξεχνούσα πως «το Χ» «ανεξάρτητα» απ’ την πράξη σύλληψής μου δεν «είναι» «ένα» ή «πολλά» ή «όλα» ή «υπάρχει» ή «δέν υπάρχει» κτλ., πως δηλαδή και πάλι σε κάθε «νοητική» μου πράξη σύλληψης δεν μπορεί να βρεθεί τελειωτικά τι είναι εκείνο που πηγάζει από μένα και είναι εκείνο που πηγάζει απ’ το Χ.

Άμεση συνέπεια αυτών των σκέψεων είναι η εγκατάλειψη αυτής της έννοιας του «πραγματικού αντικείμενου» ή της «αντικειμενικής πραγματικότητας» «Χ», σαν όχι μόνο άχρηστης, μα κι αντιφατικής˙ οποιαδήποτε απόφανση σχετική με το Χ, που θα του απέδιδε οποιεσδήποτε, αισθητές ή νοητές ιδιότητες (ακόμα π.χ. και την ιδιότητα του «ορίου» ή του «αδιανόητου») θα έπεφτε σ’ ένα από τα δύο χοντρά λάθη που ονομάστηκαν πιό πάνω.




Αγοραίος

Αγοραίος
ΒΑΛΚΑΝΙΚΑ Ελέχθη ότι με τη συμφωνία των Πρεσπών «οι ΗΠΑ κέρδισαν τα Βαλκάνια διώχνοντας τη Ρωσία», αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Ακόμη κι αν δεν...

Κ. Καστοριάδης: Εισαγωγή στη θεωρία των κοινωνικών επιστημών
Κατηγορία: Έτος 2, 1977, τεύχη 7-17 / Κοινωνία

Εποπτεία, τεύχη 11 – 12, Μάιος – Ιούνιος 1977 Η θεωρία των κοινωνικών επιστημών, τμήμα όχι βέβαια της επιστήμης της ίδιας, αλλά της φιλοσοφίας –...


Daniel Bell: Συνομιλία με την Ζηνοβία Δρακοπούλου
Κατηγορία: Έτος 2, 1977, τεύχη 7-17 / Κοινωνία

Εποπτεία, τεύχη 11 – 14, Μάιος – Σεπτέμβριος 1977 Ζ.Δ. Κύριε Καθηγητά, αρχίσατε την πνευματική σας καριέρα ως σοσιαλιστής. Πώς κρίνετε τα νεανικά σας όνειρα...


Αλληλογραφία Freud – Jung
Κατηγορία: Έτος 2, 1977, τεύχη 7-17 / Ψυχολογία
Αλληλογραφία Freud - Jung

Εποπτεία, τεύχη 11-12, Μάιος-Ιούνιος 1977 Αλληλογραφία Freud – Jung.  Μετάφραση Ζηνοβίας Δρακοπούλου Jung Burghölzli – Zürich, 31 Μαρτίου 1907. Αγαπητέ καθηγητά Freud, Χωρίς αμφιβολία θάχετε...


Παν. Δρακόπουλος, Για την έννοια της Παιδείας
Κατηγορία: Έτος 2, 1977, τεύχη 7-17 / Κοινωνία / Παν. Δρακόπουλος

Πρώτη δημοσίευση: Εποπτεία, τεύχη 13-14, καλοκαίρι 1977 Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση βρίσκεται στο ζενίθ της. Η διαπίστωση αυτή δεν συνεπάγεται αναγκαίως και κατάφαση στις προθέσεις και...


Παν. Δρακόπουλος, Ερήμην του Λαού
Κατηγορία: Έτος 2, 1977, τεύχη 7-17 / Κοινωνία

Πρώτη δημοσίευση: Εποπτεία, τεύχος 17, Δεκέμβριος 1977 Τώρα που οι εκλογές τέλειωσαν και δεν υπάρχει λόγος να βεβαιώνουμε το λαό πως είναι υπερώριμος, επιτρέπεται να...


Παν. Δρακόπουλος, Η «διαλεκτική» του μικροαστού
Κατηγορία: Έτος 2, 1977, τεύχη 7-17 / Κοινωνία / Παν. Δρακόπουλος

Πρώτη δημοσίευση: Εποπτεία, τεύχος 15, Οκτώβριος 1977 Είθισται, οι περισσότερες συζητήσεις για τα πνευματικά προβλήματα του τόπου μας, ν’ αρχίζουν μ’ ένα υβρεολόγιο εναντίον της...


Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.