Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία


Παν. Δρακόπουλος: Ιστορίες του Ξοσιπίλλι



— να μ’ αγαπάει αυτός, να μ’ αγαπάει θέλω!—

Σούφερα τα σωθικά του στο βωμό σου
μέσα στην φλόγα σου αιώνια να μένουν,
πάρε και τη δική μου καρδιά,
δες τα στήθια μου κουρέλια σου τα φέρνω
πάρτα κι’ αύτά!

— να μ’ αγαπάει αυτός, να μ’ αγαπάει θέλω! —

ΤΑ ΠΑΡΑΠΟΝΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΟΝΕΤΑΣ «ΘΑΝΑΤΟΣ – ΚΟΙΝΟ» ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΕΜΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΞΟΣΙΠΙΛΛΙ.

Θάνατος – Κοινό: Δεν παίζουν σωστά το ρόλο τους Μεγάλε Θεέ, οι μαριονέτες μας. Είναι γεμάτες από δικές τους, ανομολόγητες αμαρτίες και σου παραπονιούνται για μένα. Μπορείς να δεις τον «θάνατο-σοφό» στο εργαστήρι του; Είναι κλεισμένος μέσα στους τοίχους του, γυρνάει γρήγορα σελίδες για να βρει αυτό που θέλει, γράφει καμπουριασμένος για να μας φωτίσει, κι’ όμως! Ακριβώς δίπλα του πεθαίνουν από πείνα, εγκατάλειψη, πόλεμο, σεισμό, χιλιάδες άνθρωποι. Μα το αυτί του δεν ιδρώνει , τίποτα δεν λογαριάζει, μόνο πώς το έργο του να προχωρήσει, σκέφτεται. Τι θα κάνεις μ’ αυτή την αναλγησία, Θεέ;

Ξοσιπίλλι: Δίκιο έχεις, δίκιο καλή μου. Σκέφτομαι και σένα ωστόσο, που όταν τρως ήσυχα ή ταραγμένα το ψωμί σου, όταν διαβάζεις την εφημερίδα σου ή καπνίζεις τον καπνό σου, χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν από βάσανα, μα τ’ αυτί σου δεν ιδρώνει.

Θάνατος-κοινό: Κι’ όταν ο σοφός που περνιέται για πάνω από τις μιαρές γλύκες της ζωής, όταν ο σοφός ο ίδιος ζητάει πλούτη και τιμές και μεγαλεία, μόνο και μόνο για να δείξει στους άλλους ότι αυτός είναι πιο σπουδαίος, τι θα κάνεις Θεέ;

Ξοσιπίλλι: Στα σίγουρα έτσι συμβαίνει, στα σίγουρα καλή μου. Σκέφτομαι και σένα ωστόσο, πόσο κολλάει τό στόμα σου μπροστά στον τίτλο και το μεγαλείο, πόσο τα μάτια σου υγραίνουν όταν τα χείλη σου διαβάζουν τους τίτλους του σοφού.

Θάνατος -κοινό: Κοίταξε και τον άλλον, τον «Θάνατο-γραφιά» Μεγάλε Θεέ. Σκέφτεται να γράψει πράγματα που θα με κάνουν να γελάσω, λέει ψέμματα πως ο «θάνατος-άρχοντας» είναι καλός ή δεν τον αναφέρει, κι’ έτσι κάνει όσα βολεύουν τον εχθρό μου. Και μου τα δίνει για να με παραπλανήσει, μου τα διαβάζουν για να με κοιμίσουν, και δεν μιλάει καθόλου για τον πόνο μου, δεν λέει τίποτα απ’ όσα πρέπει.

Ξοσιπίλλι: Πάλι σωστά τα λες, πάλι σωστά τα λες καλή μου. Σκέφτομαι και σένα ωστόσο, που γλύφεις όσους σε γλύφουνε, αμοίβεις όσους κλαιν για σένα, και θυμώνεις με κάθε γραφιά που θα σου πει τα στραβά σου. Δεν θέλεις νάχεις άδικο ποτέ, καλή μου, όλα σου ιερά και όσια θες νάναι. Τους υμνητές σου διάλεξες και συ, σκοτώνοντας κάθε προφήτη στα βράχια της Γερουσαλήμ.

Θάνατος-κοινό: Κοίτα τα έργα σου Μεγάλε Ξοσιπιλλι, να δεις και συ πόσα τα βάσανα μου βάζεις στο κεφάλι. Παπαδαριό δικό σου μ’ εκμεταλλεύεται, ψεύτικους μύθους αφηγείται, συγχώρεση στις αμαρτίες μου τάχα δίνει, μόνο και μόνο για να με κοιμίζει, το αίμα μου να πίνουν στη σειρά οι επιτήδειοι.

Ξοσιπίλλι: Αλλοίμονο, έχει δίκιο καλή μου, αλλοίμονο έχεις δίκιο. Σκέφτομαι και σένα, π’ ανοίγεις και διαβάζεις μόνο και μόνο για να κοιμηθείς, στρέφεις τα μάτια σου πέρα από τους παπάδες ζητώντας μια πιο άκοπη συγχώρεση, κι’ άλλους παπάδες, τους δικούς σου, ψεύτικους μύθους να σου αφηγηθούνε βάζεις.

Θάνατος-κοινό: Τι θα γίνει με τα τόσα βάσανά μου Ξοσιπίλλι;

Ξοσιπίλλι: Τα βάσανά σου καλά κι’ άγια είναι, γιατί σ’ αφήνουνε κακό και τεμπέλη, χωρίς νάχεις τις ευθύνες. Διάβολε, την ασπίδα σου είν’ εύκολο να σε κάνω να την ρίξεις;

ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΟΝΕΤΑΣ «ΘΑΝΑΤΟΣ – ΘΑΝΑΤΟΣ»
Μια χούφτα σκόνη στα χέρια μου.
Ήταν αμέσως μετά την επιστροφή σ’ αυτή τη γη, πούσκυψα χαμηλά γιατί κάτω ήταν ένα πραγματάκι πεταμένο. Ένα ασήμαντο κάτι, που υποσχόταν – κι’ έσκυψα.
Μια χούφτα σκόνη στα χέρια μου.
Κι’ ήταν εκεί μέσα, ο τρόμος μιας μάνας, ένα σκισμένο φέϊγ-βολάν, μια ελπίδα για το αύριο, τα μάτια σου όταν τα φιλώ.
Μια χούφτα σκόνη ο τρόμος, ένα σκισμένο φέϊγ-βολάν η μάνα, μια ελπίδα τα μάτια σου, το αύριο όταν σέ φιλώ.
Ένα σκισμένο φέϊγ-βολάν ο τρόμος, μια ελπίδα για το αύριο η μάνα, μια χούφτα σκόνη τα μάτια σου, κι’ ήταν εκει μέσα τα φιλιά.
Σήκωσα τα χέρια ψηλά κι’ άδειασα τις παλάμες στο κεφάλι μου, το χώμα ρίχτηκε στα μαλλιά μου, χάιδεψε τη ράχη μου, έγινε το χνούδι του κορμιού μου. Το χνούδι του δέρματός μου είν’ ένα ασήμαντο τίποτα, που έσκυψες και βρήκες μιαν υπόσχεση θαμένη, δοσμένη στις θυγατέρες της Σιών, την εποχή της Μεγάλης Αίχμαλωσίας.






Karl Jaspers: Προϋποθέσεις για μια φιλοσοφική κατανόηση του Nietzsche
Κατηγορία: Έτος 1, 1976, τεύχη 1-6

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος δεύτερο, Μάιος 1976.  Μετάφραση Παναγιώτη Κανελλόπουλου Φαίνεται εύκολο σε πολλούς να διαβάζουν τον Nietzsche˙ όπου κι αν ανοίξει κανείς τα έργα του, μπορεί...


Karl Jaspers: Ο δρόμος προς το Είναι
Κατηγορία: Έτος 1, 1976, τεύχη 1-6 / Φιλοσοφία

Τεύχος πρώτο, Απρίλιος 1976.  Μετάφραση: ΠΑΝ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Από χειρόγραφο που του είχε στείλει ο συγγραφέας Η φιλοσοφία προβάλλει σήμερα εν μέρει με τ ’ όνομα...


Παναγιώτης Κανελλόπουλος: Ένας αναγκαίος επίλογος
Κατηγορία: Έτος 1, 1976, τεύχη 1-6 / Φιλοσοφία

Εποπτεία, τεύχος 2, Μάιος 1976 Ο Karl Jaspers, καθηγητής της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Αϊδελβέργης, μας έστειλε —πράγμα, που οφείλεται κυρίως στην αγάπη του για...


Παναγιώτης Κανελλόπουλος: Ντεκάρτ και Γιασπερς
Κατηγορία: Έτος 1, 1976, τεύχη 1-6 / Φιλοσοφία

Από το πρώτο τεύχος της ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ, Απρίλιος 1976 Μια φιλοσοφική κριτική ενός φιλοσοφικού συστήματος είναι απ’ τα πιο δύσκολα και σπάνια κατορθώματα. Οι πιο πολλές...


Παν. Δρακόπουλος: Ιστορίες του Ξοσιπίλλι
Κατηγορία: Έτος 1, 1976, τεύχη 1-6 / Παν. Δρακόπουλος / Φιλοσοφία
Παν. Δρακόπουλος: Ιστορίες του Ξοσιπίλλι

Raphael Maya (ψευδώνυμο του Παναγιώτη Δρακόπουλου) __ Ιστορίες του Ξοσιπίλλι κ’ η μαριονέτα με τ’ όνομα «Θάνατος — Θάνατος» Πρώτη δημοσίευση στην Εποπτεία, τεύχος 4,...


Παν. Δρακόπουλος: Άλλοσε, άλλοτε
Κατηγορία: Έτος 1, 1976, τεύχη 1-6 / Παν. Δρακόπουλος / Φιλοσοφία

Από το πρώτο τεύχος της ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ, Απρίλιος 1976 Ημέρα πρώτη. Ήταν νύχτα και πεινούσε και κρύωνε. Το κορμί του ήταν σπασμένο και πεταγμένο πάνω στα...


Αριστοτέλους, Μετά τα φυσικά
Κατηγορία: Έτος 1, 1976, τεύχη 1-6 / Παν. Δρακόπουλος / Φιλοσοφία

ΤΩΝ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ Α 980α22 983α24. Μεταφραστική πρόταση(1) Παν. Δρακόπουλος. Πρώτη δημοσίευση: Εποπτεία, τεύχος 1, Ιούνιος 1976 980 a 22 Ολοι οι άνθρωποι έχουν έμφυτη...