Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία


Roger Scruton: Ο Μπέκετ διδάσκαλος της συμπόνιας



Το θέμα έχει ήδη αναπτυχθεί στην τριλογία των μυθιστορημάτων (Μόλλοϋ, Ο Μαλόουν Πεθαίνει, και Ο Ακατονόμαστος, 1951 -53):

«Πιστεύουν πως πιστεύω ότι εγώ είμαι αυτός που μιλάω; Αυτό είναι επίσης δικό τους. Να με κάνουν να πιστέψω πως έχω ένα εγώ εξ ολοκλήρου δικό μου, και ότι μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό, όπως εκείνοι για το δικό τους. Μια άλλη παγίδα για να με γραπώσουν ανάμεσα στους ζωντανούς. Πώς να πέσω μέσα σ’ αυτό που δεν μπορούν να μου εξηγήσουν επαρκώς…».

Καί: «Αρκετά μ’ αυτό το πρώτο πρόσωπο• παραείναι παραπλανητικό: θα βγω έξω απ’ το βάθος μου αν δεν είμαι προσεκτικός…».

Αλλά σε τίνος το βάθος, λοιπόν, προσπαθεί να βυθισθεί ο Ακατονόμαστος; Παρατηρεί ότι «οποιαδήποτε παλιά αντωνυμία μου κάνει, υπό τον όρο ότι βλέπει κανείς μέσω αυτής», αλλά ποιος είναι αυτός ο «κάποιος» που ενεργεί το βλέπειν, και τι βλέπει; Στο Έξω Όλα τα Περίεργα (1976) ο Μπέκετ επινοεί μια νέα γραμματική περίπτωση για να αντιπαραβάλλει προς το πρώτο πρόσωπο το έσχατο αντίθετό του:

«Σβήσε το φώς κι άφησε τον νάναι, πάνω στο σκαμνί, μιλώντας μόνος του, στο τελευταίο πρόσωπο, μουρμουρίζοντας, κανένας ήχος. Τώρα που είναι αυτός, όχι. Τώρα αυτός είναι έδώ…».

Και το στόμα στο Όχι Εγώ (1973) φθάνει σε υστερική κρίση όταν εκβιάζεται, με την αληθινή αγνότητα που υπερβαίνει την επιθυμία, ν’ αντισταθεί στην αντωνυμία του πρώτου προσώπου. Σ’ αυτές τις στιγμές η μορφή του παρατηρητή κάνει μια κίνηση. Η κίνηση αυτή, γράφει ο Μπέκετ, στις σημειώσεις του για το έργο: «συνίσταται σε απλό σήκωμα των χεριών προς τα πλάγια και το πέσιμό τους προς τα κάτω, σε μια χειρονομία ανίσχυρης συμπόνοιας. Με κάθε επανάληψη ελαττώνεται, μέχρις ότου μετά βίας διακρίνεται από τον τρίτο. Υπάρχει ακριβώς τόση παύση όση χρειάζεται το Στόμα για να συνέλθει από τη βίαιη άρνηση να εγκαταλείψει το τρίτο πρόσωπο».

Στα μυθιστορήματα, η άρνηση αυτή του πρώτου προσώπου υλοποιείται επίσης με τη σταθερή επανάληψη του ονόματος των ηρώων, και διότι ο αφηγητής προϋποθέτει τον εαυτό του άλλοτε ταυτόσημο με τους ήρωες που δημιουργεί άλλοτε όχι, σύμφωνα με το κέφι του. Έτσι το μυθιστόρημα συνυφαίνεται με την ύπαρξη του αφηγητή, και η ύπαρξη γίνεται ένα τεχνούργημα της φαντασίας• ο «αφηγητής» υφίσταται την αφήγηση, όπως λέει ο Μπέκετ.

Σε μια πρώτη ανάγνωση, η τριλογία θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα είδος σάτιρας πάνω στην ανθρώπινη διάθεση να πιστέψει στην ύπαρξη του «Εγώ», να θεωρήσει δεδομένο ότι είναι η αληθινή αποθήκη της αξίας, η πηγή της ζωής. Μ’ ένα γοητευτικό λογοπαίγνιο, ο Ακατονόμαστος συνοψίζει αιώνες ανθρώπινης αδυναμίας: «Μπορεί όμως να ονομασθεί ζωή αυτό που εξαφανίζεται όταν το υποκείμενο αλλάζει; Δεν βλέπω γιατί όχι». Φυσικά, το «Εγώ» δεν μπορεί ποτέ να δει γιατί όχι, αφού το «Εγώ» διατηρείται όσο το υποκείμενο δεν αλλάζει — ή αν αλλάξει, αυτό είναι ένα γεγονός που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό από την «δική μου» οπτική γωνία. Ταυτόχρονα, στα πρώιμα έργα του Μπέκετ, η συγκινησιακή πίεση ωθεί προς μιαν άλλη κατεύθυνση, προς την άποψη που διατηρείται κάτω από τον κυνισμό του Σαρτρ, μια άποψη που θεωρεί τον εαυτό ως το αληθινά υπάρχον άτομο, το απείρως πολύτιμο πράγμα που μπορούμε να γνωρίζουμε σαν υποκείμενο, αλλά ποτέ σαν αντικείμενο, και που είναι το μόνο πράγμα που τελικά είναι γεγονός.

Ακόμη όμως και στα πρώιμα έργα, ο Μπέκετ αναζητά άπληστα την ένταση που βρίσκεται, —όπως πιστεύει—, όχι στον εαυτό, αλλά πέραν αυτού στην καθαρή προοπτική από την οποία το υπερβατικό υποκείμενο εποπτεύει τον ενύπαρκτο κόσμο. Στα πρόσφατα έργα του αποπειράθηκε να πλησιάσει την ένταση αυτή αμεσότερα, ισορροπώντας πάνω στο φανταστικό τόξο του «περίπου», ώστε να μαντέψει την παράξενη ουσία από την οποία αυτό συντίθεται. Ήδη στην τριλογία του υπαινίσσεται μιαν απάντηση: το «απεχθές αίσθημα του οίκτου», λέει ο Μαλόουν, «που συχνά έχω νοιώσει στην παρουσία των πραγμάτων, ειδικά των μικρών φορητών πραγμάτων από ξύλο ή πέτρα…» Και γίνεται όλο και σαφέστερο στα έργα του Μπέκετ, ότι το υποκείμενό του είναι ή «ανίσχυρη συμπόνια» που αναφέρεται στο Όχι Εγώ. Για να προσεγγίσει το αίσθημα αυτό περισσότερο, ο Μπέκετ έγραψε θεατρικά έργα στα οποία το υποκείμενο, παρέχει τον εαυτό του σαν αντικείμενο, κατορθώνοντας έτσι να εξαφανισθεί από τη σκηνή. Έτσι ο Κράππ, που ακούει τον εαυτό του στη μαγνητοταινία, με στρατηγικό τρόπο εμποδίζει τη φωνή του να εκθέσει τον εαυτό του:






Γιώργος Γαλάβαρης: H Εικόνα Σημάδι της Γέννησης του Θεού στις «Προσευχές» του Ρίλκε
Κατηγορία: Έτος 11, 1986, τεύχη 108-118 / Φιλοσοφία

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος 108, Ιανουάριος 1986 Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ άνθρωπος πρόσφερε πολλά στην Ευρώπη με την αρχιτεκτονική και ζωγραφική του βούληση, που δεν πρέπει να ζητηθή μόνο...


Roger Scruton: Ο Μπέκετ διδάσκαλος της συμπόνιας
Κατηγορία: Έτος 11, 1986, τεύχη 108-118 / Φιλοσοφία

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος 110, Μάρτιος 1986.  Minimal Beckett, Encounter March 1983.  Μετάφραση Ζηνοβία Δρακοπούλου. ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ να σκεφθώ χωρίς το σκέπτεσθαι να αναφέρεται σε κάτι, ή...