Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία


Roger Scruton: Ο Μπέκετ διδάσκαλος της συμπόνιας



«Μαγνητοταινία:… Αυτό που είδα τότε ξαφνικά ήταν ότι η πεποίθηση που είχα σ’ ολόκληρη τη ζωή μου, δηλαδή —(ο Κράππ το σταματάει ανυπόμονα, γυρίζει τη μαγνητοταινία προς τα μπρος, την ξαναξεκινάει)— μεγάλοι γρανιτένιοι βραχοι∙ οι αφροί πετάγονται επάνω στο φως του φάρου και το ανεμόμετρο να στροβιλίζεται σαν προπέλλα∙ φανερό σε μένα τελικά πως το σκοτάδι που πάντα πάλευα να καταπιέσω είναι στην πραγματικότητα ό,τι περισσότερο —(ο Κράππ βλαστημάει, το σταματάει, γυρίζει τη μαγνητοταινία μπροστά, την ξαναξεκινάει)— ακλόνητος συνειρμός μέχρι τη διάλυσή μου της θύελλας και της νύχτας με το φως της κατανόησης και της φωτιάς —(ο Κράππ βρίζει δυνατότερα, το σταματάει, γυρίζει τη μαγνητοταινία μπροστά, την ξαναξεκινάει)— το πρόσωπό μου μέσα στα βιζιά της, τό χέρι μου…».

Έτσι, διασκευάζοντας τον εαυτό του, φεύγει ο Κράππ απ’ τή σκηνή. Ταυτόχρονα, η σχέση του με τον κόσμο περιορίζεται σε μια επώδυνη απουσία σχέσης, στην οποία ο ίδιος, ή μάλλον, αυτός χωρίς εαυτό, είναι ο μόνος όρος. Μια φωνή καθαρού λυρικού πόνου ακούγεται από τη μαγνητοταινία, μέσα από τις προσεκτικά διαλεγμένες λέξεις, ενώ η ιδέα του «περί» αναφαίνεται συνεχώς, μολονότι δεν υπάρχει ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο στο οποίο να προσκολλάται.

Η Τελευταία ταινία του Κράππ (1959) είναι ένα σκαλοπάτι πέρα από την τραγικωμωδία του Τέλους του Παιχνιδιού (1957). Δεν επιτυγχάνει όμως το λυρισμό του νέου μικρού θεατρικού έργου, Ρόκεμπυ, που παρουσίασε το χειμώνα του 1983 στο Κοτεσλόου Θήατερ σε μια τέλεια παράσταση η Μπίλλυ Γουάιτλω.

Μια γηραιά κυρία κουνιέται ήσυχα στην κουνιστή πολυθρόνα της, ενώ η φωνή της, ίσως νεάζουσα, μιλάει στο ακροατήριο, αναζητώντας με πάθος μιαν άλλη ανθρώπινη ψυχή, κάποιον άλλο, μια ύπαρξη σαν κι εμένα. Η φωνή θυμάται κάποιο δωμάτιο μ’ ένα μοναδικό παράθυρο, απ’ όπου η γυναίκα κοίταζε έξω προς «άλλα μοναδικά παράθυρα» με κλειστές γρίλιες. Η εικόνα αναπτύσσεται με μεγάλη λεπτότητα, αξιοποιώντας την κάθε ρηματική απόχρωση. Η εντύπωση δημιουργείται από μια απερίγραπτη ευγένεια της μισοεπαφής. Το παράθυρο, που είναι το πλαίσιο όλων των εμπειριών, αφήνει να περάσει μέσα και η ανίσχυρη συμπόνια του «περί». Η Μπίλλυ Γουάϊτλω καθώς κρυφάκουγε, (ή μισάκουγε) τις λέξεις, μετέδιδε πόνο καθώς επίσης και ηρεμία. Το πρόσωπό της παρέμενε ακίνητο σαν μια τέλεια μάσκα του θεάτρου Νο, παίρνοντας την έκφρασή του από τις λέξεις που περνούν από πάνω του σαν κινούμενες σκιές. Από καιρό σε καιρό η φωνή αναφέρεται σε κάποιον άλλον. Σταματάει συνεχώς σε δύο ανεξήγητες λέξεις — «Ποιον άλλον;» Το βάρος της φράσης είναι φοβερό. Το άλλο είναι απρόσιτο (διάφορο)• ταυτόχρονα, δεν μπορεί να υπάρξη ως υποκείμενο. Δεν είναι ποτέ περισσότερο από αντικείμενο για μένα• πάντοτε μόνο «αυτό το οποίον».

Οι ελάχιστες λέξεις που λέει η πρωταγωνίστρια μαζί με τη Φωνή, προλέγουν την ενδεχόμενη διακοπή —μολονότι, όποτε η Φωνή ατονεί, η γυναίκα ζητάει με κραυγές «περισσότερο». Τελικά, ωστόσο, συγκατατίθεται, σταματάει να κουνιέται και αφήνει το κεφάλι της να πέσει σιγά προς τα εμπρός. Η απλή αυτή εικόνα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή. Η φωνή της γυναίκας, το principium individuationis της, εξατμίζεται, και μαζί μ’ αυτό εξατμίζεται η μάταιη αντίθεση μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου. Η θέση αυτή ανήκει στον Σοπενχάουερ• όμως, από την πρώιμη μονογραφία που έγραψε ο Μπέκετ για τον Προύστ, φάνηκε ότι για τον Ιρλανδό συγγραφέα ο Σοπενχάουερ είναι ο καλύτερος ερμηνευτής του μεταφυσικού γρίφου του εγώ.

Το θέμα του Εγώ (εαυτού) και του άλλου είναι, πράγματι το κύριο θέμα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Μας λένε ότι πρέπει να μεταχειριζόμαστε τους άλλους όχι ως μέσα αλλά ως σκοπούς. Μόνον έτσι, ισχυριζόταν η «καταστρεπτική αράχνη», ο Καντ, μπορούμε να τους δούμε ως υποκείμενα. Ο Χέγκελ αποπειράθηκε να δείξει την καταστροφή που συνεπάγεται η απόπειρα να μεταχειριστείς τον άλλο μόνο ως αντικείμενο: η καταστροφή εμπειρώνεται με έναν τρόπο από τον αφέντη και με έναν άλλο τρόπο από το δούλο, μέσα στη σκληρή αντίθεση που τους συνδέει. Ο Μπέκετ παρουσιάζει τον αφέντη και το δούλο του Χέγκελ στο Περιμένοντας τον Γκοντό, στους χαρακτήρες του Πότσο και του Λάκυ∙ κατ’ αυτόν τον τρόπο, το έργο είναι ένα δράμα. Αντίθετα, η καθαρή καντιανή κατανόηση ανάμεσα σ’ αλήτες καταργεί εντελώς το δράμα. Το έργο αυτό, μέσα στο λυρικό του πάθος, την άπειρη διστακτικότητα και τρωτότητά του, περιμένει ήδη τις κατοπινές προσπάθειες του Μπέκετ, προς το «άφατο».






Γιώργος Γαλάβαρης: H Εικόνα Σημάδι της Γέννησης του Θεού στις «Προσευχές» του Ρίλκε
Κατηγορία: Έτος 11, 1986, τεύχη 108-118 / Φιλοσοφία

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος 108, Ιανουάριος 1986 Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ άνθρωπος πρόσφερε πολλά στην Ευρώπη με την αρχιτεκτονική και ζωγραφική του βούληση, που δεν πρέπει να ζητηθή μόνο...


Roger Scruton: Ο Μπέκετ διδάσκαλος της συμπόνιας
Κατηγορία: Έτος 11, 1986, τεύχη 108-118 / Φιλοσοφία

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος 110, Μάρτιος 1986.  Minimal Beckett, Encounter March 1983.  Μετάφραση Ζηνοβία Δρακοπούλου. ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ να σκεφθώ χωρίς το σκέπτεσθαι να αναφέρεται σε κάτι, ή...