Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Αφιερώματα | Σεζαν - 20 Ιανουαρίου 2013 02:53 πμ

Rainer Maria Rilke: Γράμματα για τον Cezanne


Paris VIe , 29 rue Cassette,

9 Οκτωβρίου 1907

…σήμερα θα ήθελα να σου μιλήσω λίγο για τον Cézanne. Ο ίδιος βεβαίωνε, όσον αφορά τη δουλειά, ότι ως τα σαράντα του έζησε μποέμικα. Η γνωριμία του με τον Pissaro20 ξύπνησε μέσα του τη διάθεση για δουλειά. Σε τέτοιο σημείο όμως, ώστε στα υπόλοιπα τριάντα χρόνια της ζωής του δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να εργάζεται. Χωρίς χαρά, καθώς φαίνεται, ωστόσο με πείσμα αδιάκοπο, ευρισκόμενος σε αντιμαχία με το κάθε ένα από τα έργα του, από τα οποία, όπως νόμιζε, κανένα τους δεν έφτανε εκείνο που θεωρούσε ο ίδιος ως το ύψιστο. Αυτό το ονόμαζε réalisation και το είχε ανακαλύψει στους Βενετούς ζωγράφους, που είχε δει και ξαναδεί στο Λούβρο και τους οποίους είχε απόλυτα παραδεχτεί. Το πειστικό στοιχείο, να έχει κάτι γίνει πράγμα, η πραγματικότητα η οποία πήγαζε από το δικό του βίωμα σε σχέση με το αντικείμενο, μια πραγματικότητα που να έχει υψωθεί ως το σημείο εκείνο που τίποτα πια δεν την αγγίζει, αυτό ήταν ό,τι ο ίδιος θεωρούσε σκοπό του έργου που συντελούνταν στα βάθη του εαυτού του• γέρος, άρρωστος, αναλωμένος από την αδιάκοπη καθημερινή δουλειά που διαρκούσε ως το βράδυ, ώσπου να πέσει κάτω από την εξάντληση (κι ήταν τόσο μεγάλη η εξάντληση, ώστε συχνά πήγαινε για ύπνο στις έξι, μόλις σκοτείνιαζε, αφού έτρωγε κάτι μηχανικά), κακός, δύσπιστος, έχοντας γίνει καταγέλαστος κάθε φορά που έπαιρνε το δρόμο για το ατελιέ του, εκτεθειμένος στα ειρωνικά σχόλια και την άσχημη συμπεριφορά – όμως την Κυριακή γιόρταζε, άκουγε τη λειτουργία και τον εσπερινό σαν παιδί και ζητούσε πολύ ευγενικά από την Madame Bremont, την οικονόμο του, ένα κάπως καλύτερο φαγητό – ελπίζοντας από ημέρα σε ημέρα ότι θα φτάσει στην πραγμάτωση, που ένιωθε σαν το ουσιαστικότερο απ’ όλα. Αλλά με όλα αυτά, (αν πιστέψουμε τα λόγια αυτού που τα μεταφέρει, ενός όχι πολύ συμπαθητικού ζωγράφου21 που έκανε, για ένα μικρό διάστημα, με όλους παρέα) είχε κάνει με τον πιο ιδιόρρυθμο τρόπο ιδιαίτερα δύσκολη τη δουλειά του. Στα τοπία και στις Νεκρές φύσεις, στεκόμενος όλο ειλικρίνεια μπροστά στο αντικείμενο, το αποδίδει περνώντας μέσα από εξαιρετικά πολύπλοκους πλάγιους δρόμους. Αρχίζοντας με τον πιο σκοτεινό χρωματισμό, σκέπαζε το βάθος του με μία στρώση χρώματος τονίζοντάς το εντονότερα, και, απλώνοντας χρώμα πάνω από το άλλο χρώμα, έφτανε διαδοχικά σε ένα άλλο αντιθετικό στοιχείο του πίνακα, το οποίο, ξεκινώντας από ένα νέο κέντρο, συνέχιζε με παρόμοιο τρόπο. Σκέφτομαι ότι οι δύο διαδικασίες, της θέασης και σταθερής πρόσληψης αφενός και της αφομοίωσης και προσωπικής χρήσης των στοιχείων εκείνων που είχε εντάξει στον πίνακα αφετέρου, και μετά τη συνειδητοποίηση ακόμα, συνέχιζαν να δρουν αντιτιθέμενη η μία στην άλλη και ότι, τρόπος του λέγειν, άρχιζαν να συνδιαλέγονται, να διακόπτουν συνέχεια η μία την άλλη και να συνεχίζουν να ερίζουν μεταξύ τους. Και ο γέρος αυτός υπέμενε τη διχόνοια, πήγαινε πάνω-κάτω στο ατελιέ του, που δεν είχε το σωστό φωτισμό γιατί ο εργολάβος δεν είχε θεωρήσει απαραίτητο να ακούσει ό,τι του είχε πει αυτός ο γερο-παράξενος, που όλοι στο Aix είχαν συνεννοηθεί να μην τον παίρνουν στα σοβαρά. Πήγαινε πέρα-δώθε μέσα στο ατελιέ του, που ήταν γεμάτο πράσινα μήλα, ή πήγαινε και καθόταν απελπισμένος στον κήπο. Και μπροστά του απλωνόταν η μικρή πόλη, ανίδεη, με τον καθεδρικό της ναό, η πόλη των μετρημένων και καθώς πρέπει πολιτών, ενώ αυτός, όπως είχε προβλέψει και ο πατέρας του, που ήταν πιλοποιός, δεν είχε μοιάσει σε κανέναν. Ένας μποέμ, όπως το είχε προβλέψει ο πατέρας του και όπως κι ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του. Ο πατέρας αυτός, ξέροντας ότι οι μποέμ ζουν και πεθαίνουν μέσα στην αθλιότητα, είχε αποδεχτεί να εργάζεται για το γιο, έγινε ένα είδος μικρού τραπεζίτη, στον οποίον οι άνθρωποι («επειδή ήταν έντιμος», όπως έλεγε ο ίδιος ο Cézanne) εμπιστεύονταν τα χρήματα τους, έτσι που ο Cézanne το χρωστούσε στον πατέρα του, ότι είχε αρκετά χρήματα για να μπορεί να ζωγραφίζει με την ησυχία του. Ίσως πήγε στην κηδεία του πατέρα του, και τη μητέρα του την αγαπούσε, αλλά στην κηδεία της δεν εμφανίστηκε. Εκείνη την ώρα ήταν «sur le motif»22, όπως έλεγε κι ο ίδιος. Η δουλειά ήταν γι’ αυτόν τόσο σημαντική που δεν επέτρεπε καμία εξαίρεση, ούτε κι εκείνη που η ευλάβεια και η απλότητα του επέβαλαν. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο και η φήμη του στο Παρίσι μεγάλωνε. Απέναντι στην πρόοδο που έκαναν οι άλλοι, και μάλιστα μεγάλη πρόοδο, ο ίδιος όχι μόνο δεν έκανε καμία, αλλά έδειχνε και δυσπιστία απέναντί της• δεν μπορούσε να λησμονήσει πόσο παρεξηγημένη ήταν η εικόνα της μοίρας του και αυτό που ήθελε να κάνει, έτσι όπως τα είχε περιγράψει ο Zola23 στο «Oeuvre» (ο Zola, που τον γνώριζε από τα νιάτα του και είχε γεννηθεί στην ίδια πόλη). Από τότε δεν έδινε καμία σημασία σε όσα γράφονταν γι’ αυτόν. «Travailler sans souci de personne et devenir fou»24 – φώναζε σε όσους πήγαιναν να τον δουν. Και μια μέρα, εκεί που έτρωγε, σηκώθηκε, όταν ο Zola ανέφερε τον Fernhofer, το ζωγράφο, τον οποίο ο Balzac25, με απίστευτη προαίσθηση των μελλοντικών εξελίξεων, είχε πλάσει στη νουβέλα του Le Chef d’ Oeuvre inconnu26 (για την οποία σου έχω μιλήσει) και ο οποίος Fernhofer, ανακαλύπτοντας ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει περίγραμμα παρά μόνο κυματοειδείς μεταβάσεις, πεθαίνει μη μπορώντας να ανταποκριθεί σε μια τέτοια απαίτηση. Ακούγοντας τον ο γέρος σηκώθηκε από το τραπέζι, παρά την παρουσία της Madame Bremont, στην οποία σίγουρα δεν άρεσαν τέτοια απρόοπτα, και χωρίς φωνή από την ταραχή, τον πλησιάζει» δείχνοντας με το δάχτυλο συνεχώς τον εαυτό του, τον εαυτό του, τον εαυτό του, κάτι που θα πρέπει να έδειχνε σίγουρα μεγάλο πόνο. Ο Zola δεν είχε καταλάβει περί τίνος επρόκειτο• ο Balzac είχε προαισθανθεί ότι ζωγραφίζοντας μπορεί να φτάσει κανείς σε κάτι υπέρμετρα μεγάλο, μπροστά σε κάτι που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει. Αλλά την επομένη ο Cézanne άρχιζε πάλι την προσπάθεια• σηκωνόταν κάθε πρωί στις έξι, πήγαινε στο ατελιέ του διασχίζοντας την πόλη και έμενε εκεί ως τις δέκα• έπειτα επέστρεφε από τον ίδιο δρόμο για φαγητό, έτρωγε και έπαιρνε πάλι το δρόμο, συχνά προχωρούσε μισή ώρα δρόμο πέρα από το ατελιέ, «sur le motif», σε μια κοιλάδα που μπροστά της υψώνεται ο απερίγραπτος ορεινός όγκος του Sainte Victoire που του υπενθύμιζε πόσα έπρεπε να γίνουν ακόμα. Εκεί καθόταν ώρες ολόκληρες για να ανακαλύψει και να κάνει δικά του τα «plans» (για τα οποία μιλά παραδόξως ακριβώς με τα ίδια λόγια και ο Rodin). Συχνά άλλωστε θυμίζει με τα λόγια του τον Rodin. Όπως όταν παραπονιέται πόσο η παλιά πόλη, στην οποία γεννήθηκε, μέρα με τη μέρα καταστρέφεται και παραμορφώνεται. Με τη διαφορά ότι εκεί όπου ο Rodin, με τη μεγάλη αυτοσυνείδηση και ισορροπία, οδηγείται σε μια νηφάλια διαπίστευση, αυτός, ο άρρωστος, απομονωμένος γέροντας καταλαμβάνεται από οργή. Το βράδυεπιστρέφοντας σπίτι γκρινιάζει για κάτι που δεν είναι όπως παλιά, θυμώνει και δίνει τελικά την υπόσχεση στον εαυτό του, όταν διαπιστώνει πόσο τον εξαντλεί ο θυμός: θα μείνω στο σπίτι και θα δουλεύω, μόνο θα δουλεύω. Οι αλλαγές προς το χειρότερο στο μικρό Aix τον κάνουν να σκεφτεί έντρομος ότι θα πρέπει να πάει άλλου. Όταν κάποτε άκουσε να μιλούν για τη σημερινή κατάσταση, τη βιομηχανία και τα σχετικά, ξέσπασε «ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια»: Ca va mal… C’ est effrayante la vie27!




Αγοραίος

Αγοραίος
ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΕΜΠΛΟΚΕΣ Το ζήτημα δεν είναι τι ο ιδρυτής μιας θρησκείας δίδαξε, το ζήτημα είναι τι κατανοεί και τι χτίζει μέσα σε αυτή την κατανόηση...

Maurice Merleau-Ponty: Η Αμφιβολία του Cezanne
Κατηγορία: Σεζαν
Maurice Merleau-Ponty: Η Αμφιβολία του Cezanne

Το Μάτι και το Πνεύμα. Μετάφραση Αλέκα Μουρίκη. Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 1991. Όλη η σύγχρονη ιστορία της ζωγραφικής, η προσπάθειά της να απελευθερωθεί από την...


Rainer Maria Rilke: Γράμματα για τον Cezanne
Κατηγορία: Σεζαν
Rainer Maria Rilke: Γράμματα για τον Cezanne

Μετάφραση Κωνσταντίνα Ψαρρού. Σημειώσεις Θανάσης Λάμπρου. Εκδόσεις Ροές, Αθήνα 2000. Paris VIe, 29, rue Cassette, Κυριακή μεσημέρι [6.10.1907] …ακούγεται η βροχή και το ρολόι που...


Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.