Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Έτος 9, 1984, τεύχη 86-96 | Αρχείο | Φιλοσοφία - 19 Φεβρουαρίου 2013 00:46 πμ

Denis de Rougemont: Kierkegaard και Άμλετ



Ωστόσο, αυτή η αμφιβολία για τη συνήθη ιδέα μας αναφορικά με την κλήση δεν είναι αυτή που διακατέχει τον Kierkegaard. Έχει ξεχωρίσει από αυτή μια άλλη, πιο ενδόμυχη, η οποία δεν βρίσκεται στο διπλό νόημα του όρου, αλλά στην ίδια την υπόσταση μιας αποδεκτής κλήσης. Ο άνθρωπος, πραγματικά, που δέχεται μια κλήση, έχει ριφθεί σε μια αναπόφευκτη αβεβαιότητα από την έκκληση που έχει πιστεύσει ότι εισακούει. Και η βεβαιότητά του δεν είναι το συμβάν από έλλειψη πληροφορίας, μιας ασαφούς συνείδησης ή μιας ταλαντευομένης βούλησης, αλλά προέρχεται από το ότι δεν υπάρχει από-δειξη για την πραγματικότητα της αποδεκτής έκκλησης ούτε για την πραγματικότητα του αντικειμένου της. Πρόκειται λοιπόν, κατά τον Kierkegaard, για αντικειμενική αβεβαιότητα. Δεν μπορούμε προσέτι ν’ αποδείξουμε την ύπαρξη του Θεού, δεν είναι δυνατό να καταδείξουμε την υπερβατική φύση μιας κλήσης. Για τον Ιησού Χριστό, ο ένας θα πει: «Είναι ένας ονόματι Ιησούς, γιος ξυλουργού από την Ναζαρέτ», και ένας άλλος θα ομολογήσει: «είναι ο Χριστός, ο υιός του Θεού, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος». Η αντικειμενική αβεβαιότητα, όπως την ορίζει ο Kierkegaard, είναι μια φιλοσοφική περίφραση για να σημειώσουμε την πίστη και την αναγκαιότητά της. Δεν μπορούμε παρά να «πιστεύουμε» στο Θεό, και δεν μπορούμε παρά να «πιστεύουμε» σε μια κλήση, εκείνη ενός άλλου, αλλά και εκείνη κατ’ αρχήν που «πιστεύουμε» ότι έχει δεχθεί ο εαυτός μας. Έτσι η αβεβαιότητα είναι αντικειμενική στο μέτρο που το αντικείμενο της πεποίθησης που διατηρούμε δεν είναι αποδείξιμο, και στο μέτρο που η κατάθεση της κλήσης υπόκειται στην αμφιβολία ή στην άρνηση, στο μέτρο που αυτή η κατάθεση κινδυνεύει, και προπάντων, όταν είναι σαφώς φαν-ταστική. Σ’ αυτή, θα προσθέσουμε την υποκειμενική αβεβαιότητα, εκείνη που αφορά στα κίνητρα τα οποία μπορούν να ωθήσουν το άτομο να κάμει τούτο ή εκείνο: «είναι η μυστική φύση μου ή το πνεύμα που έχει μιλήσει;» Πράγματι, ο άνθρωπος της κλήσης πρόσκειται σε μια διπλή αβεβαιότητα και σ’ ένα διαρκή κίνδυνο. Αυτό που μπορεί να βοηθήσει δεν είναι δοκιμασμένης μεθόδου ούτε ακριβούς συλλογισμού. Ο άνθρωπος υποθηκεύει τη δράση του και στοιχηματίζει πάνω σε κάτι που του μένει μυστηριώδες, τόσο μέσα στον ίδιο όσο και έξω απ’ αυτόν.

Θ’ αναλάβουμε για τελευταία φορά το δραματικό μας παραλληλισμό. Πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε τελικά ότι η αποδεκτή από τον Άμλετ αποστολή δεν είναι μια αληθινή κλήση, με το νόημα ότι δεν παρουσιάζει το χαρακτήρα αν-τικειμενικής αβεβαιότητας συνδεμένης με κάθε πράξη πίστης. Ο Άμλετ γνωρίζει επακριβώς αυτό που οφείλει να κάμει: να σκοτώσει τον σφετεριστή, να εκδικηθεί το δολοφονημένο βασιλιά. Ο σκοπός του λοιπόν είναι αναμφισβήτητος, ο ρόλος του σαφώς χαραγμένος μέσα στη γενική δράση. Η αβεβαιότητα στον Άμλετ ανάγεται στα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιήσει, και τελικά αφορά στην επιτυχία. Στον Kierkegaard, στο χριστιανό γενικά, η αβεβαιότητα είναι διαφορετική. Πρόκειται ν’ αποκαλύψει αυτός το ρόλο που όφειλε να παίξει σ’ ένα αόριστο δράμα, τόσο εκτεταμένο όσο η ανθρώπινη ιστορία, της οποίας κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει το υφάδι ούτε το σύνολο — και ωστόσο πρέπει να παίξει, αφού βρισκόμαστε στον κόσμο, έχουμε επιβιβασθεί σ’ αυτόν, βρισκόμαστε άθελά μας στη σκηνή. Τέτοια είναι η αγωνία της κλήσης. Θα έλεγα οτι ο Kierkegaard από τις πρώτες δημοσιεύσεις του είχε χαράξει ένα σχέδιο δράσης που επέτρεπε μια στρατηγική ψευδωνύμων και «εξαπατήσεων» — καθώς επιμένει να το επαναλαμβάνει. Αυτό θα μας επέτρεπε να πιστεύουμε ότι, από την αρχή του παιχνιδιού, όπως ο Άμλετ, είχε δει καθαρά την ιστορική πράξη που ήταν επιφορτισμένος να εκπληρώσει. Αλλά τα πράγματα της ζωής δεν είναι το ίδιο απλά. Πολύ συχνά, παράκαιρα, οι πράξεις μας φαίνονται οργανωμένες από μια γενική πρόθεση. Αυτή, βέβαια, από το ξεκίνημά της ενεργεί ασαφώς, αλλά οπωσδήποτε είναι σε πορεία που την αισθανόμαστε στο έργο. Ο Kierkegaard την έχει καλά γνωρίσει και έχει μιλήσει σχετικά στο φυλλάδιο το τιτλοφορημένο Άποψη πάνω στη δραστηριότητά μου ως συγγραφέα: «Πρέπει να καθορίσω το μέρος της Πρόνοιας μέσα στο έργο μου, γιατί θα γινόμουν ένοχος δόλου προς τον Θεό εάν ισχυριζόμουν ότι είχα από την αρχή μια συνολική θέα όλης της διαλεκτικής δομής του έργου μου […]. Όχι, οφείλω να το πω ειλικρινά, αυτό που μου διαφεύγει είναι αυτό που δεν μπορώ τώρα να κατανοήσω συνολικά, χωρίς προσέτι να μπορώ να βεβαιώσω ότι στην αρχή το είχε κατανοήσει μ’ αυτή τη διαύγεια: και ωστόσο έχω εκπληρώσει αυτό το έργο και το έχω φέρει στην κορυφή, βήμα προς βήμα, με το στοχασμό μου […]. Εάν έπρεπε να εκφράσω μ’ όλη τη δυνατή αυστηρότητα και ακρίβεια το μέρος της Πρόνοιας μέσα σ’ ολόκληρο το έργο μου, δεν θα μπορούσα να δώσω φραστικό τύπο πιο τέλειο ή πιο καθοριστικό από αυτόν εδώ: Η πρόνοια έχει κάμει την αγωγή μου, η οποία αντανακλά μέσα στο processus της παραγωγής μου. Έτσι εξασθενίζουν σ’ ένα ορισμένο μέτρο οι απόψεις που έχω προηγουμένως εκθέσει, ότι δηλαδή ολόκληρη η αισθητική παραγωγή μου είναι απατηλή, γιατί αυτός ο φραστικός τύπος ενδίδει λίγο ως πολύ στη συνείδηση. Αυτή όμως τελικά είναι πιο σφαλερή, γιατί έχω συνείδηση του εαυτού μου κατά τη διάρκεια αυτής της αγωγής από την αρχή […]. Από την πρώτη στιγμή, το θρησκευτικό στοιχείο έχει δοθεί αποφασιστικά, έχει αναντίρρητα την υπεροχή, αλλά δέχεται παθητικά ότι ο ποιητής έχει παύσει να γίνεται πιστευτός, επιτηρώντας τον με τα μάτια του μυθολογούμενου Άργους για να μη του επιτραπεί να εξαπατήσει αυτός μ’ ένα έργο στο οποίο αναγορεύεται ο ποιητής». Τέλος, στις τελευταίες σελίδες του φυλλαδίου προσθέτει: «όλο το έργο μου ήταν συνάμα η δική μου εξέλιξη• σ’ αυτή απέκτησα συνείδηση της ιδέας μου, της προσπάθειάς μου».






Γιώργος Η. Σαραντόγλου: H «τρέλλα» στo αρχαίο δράμα και η φαινομενολογική ψυχιατρική
Κατηγορία: Έτος 9, 1984, τεύχη 86-96 / Ψυχολογία
Γιώργος Η. Σαραντόγλου: H «τρέλλα» στo αρχαίο δράμα και η φαινομενολογική ψυχιατρική

H «τρέλλα» στo αρχαίο δράμα και η φαινομενολογική ψυχιατρική σαν μέθοδος αποκωδικοποίησης της ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος 89, Απρίλιος 1984. EΔΩ και λίγα σχετικά χρόνια έχει γίνει...


Φώτης Καγγελάρης: Το Είναι και το Βλέμμα στην ψύχωση
Κατηγορία: Έτος 9, 1984, τεύχη 86-96 / Ψυχολογία
Φώτης Καγγελάρης: Το Είναι και το Βλέμμα στην ψύχωση

Το Είναι και το Βλέμμα στην ψύχωση (βλέπω άρα υπάρχω) ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος 89, Απρίλιος 1984.  Μετάφραση από τα γαλλικά: Ντόρα Ζαγκούρογλου, Θόδωρος Παραδέλλης. ΚΑΤ ΑΡΧΑΣ,...


Denis de Rougemont: Kierkegaard και Άμλετ
Κατηγορία: Έτος 9, 1984, τεύχη 86-96 / Φιλοσοφία
Denis de Rougemont: Kierkegaard και Άμλετ

Kierkegaard και Άμλετ (Δύο Δανοί πρίγκηπες) ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος 88, Μάρτιος 1984. Μετάφραση: Κ.Β. Μπουζέας. Η σταδιοδρομία του Soeren Kierkegaard εκτυλίχθηκε στη διάρκεια δώδεκα ετών σαν...


Kurt von Fritz: O «νους» του Αναξαγόρα
Κατηγορία: Έτος 9, 1984, τεύχη 86-96 / Φιλοσοφία
Kurt von Fritz: O «νους» του Αναξαγόρα

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος 95, Νοέμβριος 1984. Μετάφραση: Δημήτρης Ηλιόπουλος. Όταν πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια εξέταζα, μέσα σε μια σειρά μελετών(1), την εξέλιξη της σημασίας της...


Παν. Δρακόπουλος, Ο Μύθος του Μύθου και η πραγματικότητα του
Κατηγορία: Επιστήμες του Ανθρώπου / Έτος 9, 1984, τεύχη 86-96 / Παν. Δρακόπουλος
Παν. Δρακόπουλος, Ο Μύθος του Μύθου και η πραγματικότητα του

Από την Εποπτεία, σε τρεις συνέχειες σε τεύχη του 1984. Αναδημοσιεύθηκε στο Παν. Δρακόπουλου, Κείμενα με Σπασμένη Ενότητα, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη, 1995.   ΑΣ ΕΛΘΟΥΜΕ...