Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία


Martin Heidegger: To τέλος της φιλοσοφίας και η αποστολή της σκέψης



Τέλος σημαίνει τελείωση: αλλά αυτές οι δυνατό­τητες πρέπει να συμπεριληφθούν σ’ όλο τους το πλά­τος. Γιατί στη φιλοσοφία ανήκει ένα χαρακτηριστικό σημείο, Kι αυτό απ’ την εποχή της ελληνικής φιλοσο­φίας: δηλαδή η εξέλιξη των διαφόρων επιστημών στο εσωτερικό του χώρου που ανοίχτηκε απ’ τη φιλοσο­φία. Η εξέλιξη των επιστημών και συγχρόνως το ξε­πέρασμά τους της φιλοσοφίας αποτελούν μέρος της τελείωσης της φιλοσοφίας.

Το τέλος της φιλοσοφίας σημαίνει: αρχή του παγ­κόσμιου πολιτισμού εφ’ όσο απαντάει, με την εξέλιξη των επιστημών, στο πρωταρχικό ξεκίνημα της ίδιας της φιλοσοφίας.

Αλλά υπάρχει για τη σκέψη, εκτός απ’ την ύστα­τη δυνατότητα που είναι η ανάλυση της φιλοσοφίας στην ανάπτυξη των τεχνικοποιημένων επιστημών, μια πρώτη δυνατότητα απ’ όπου η φιλοσοφική σκέψη θα μπορούσε βέβαια να βρει διέξοδο αλλά που δεν ήταν εντούτοις σε θέση, να δοκιμάσει και να επιχειρήσει;

Γι’ αυτό τίθεται η δεύτερη ερώτηση:

Ποια αποστολή, στο τέλος της φιλοσοφίας, επιφυ­λάσσεται ακόμα στη σκέψη;

Κάθε απόπειρα να στρέφει κανείς το βλέμμα προς την αποστολή, ίσως, της σκέψης γυρίζει πίσω για να λάβει υπόψη το σύνολο που είναι η ιστορία της φιλο­σοφίας. Από τούτο και μόνο μια τέτοια σκέψη οπω­σδήποτε παραμένει πολύ πιο χαμηλά απ’ το μεγαλείο των φιλοσόφων.

Αυτή η σκέψη προσπαθεί μόνο, απέναντι στο παρόν, να κάνει ν’ ακουστεί σ’ ένα προανάκρουσμα, κά­τι που απ’ τα βάθη των αιώνων, ακριβώς στην αρχή της φιλοσοφίας, ειπώθηκε ήδη γι’ αυτήν χωρίς να το έχει από μόνη της σκεφθεί.

Υποβολή του ερωτήματος της αποστολής της σκέψης, σημαίνει: καθορισμό αυτού που, μέσα στον ορίζοντα της φιλοσοφίας, αφορά τη σκέψη, αυτού που για τη σκέψη δεν παύει να είναι ερώτηση, αυτού που είναι το κεντρικό σημείο της ερώτησης. Αυτό είναι στα γερμανικά το die sache: το θέμα προς συζήτηση, αυτό που ονομάζει τόσο ο Hegel όσο και ο Husserl. Τι είναι λοιπόν αυτό που παραμένει ανέγγιχτο από σκέψη, τόσο μέσα στην καθαυτό αποστολή της φιλο­σοφίας όσο και μέσα στη μέθοδο που δεν της ανήκει λιγώτερο;

Με τον Hegel, πχ. η θεωρητική διαλεκτική είναι ο τρόπος σύμφωνα με τον οποίο η αποστολή της φιλο­σοφίας, δηλαδή η υποκειμενικότητα, ξεκινώντας απ’ τον εαυτό της και για τον εαυτό της, μπαίνει στη διά­σταση της παρουσίας και έτσι εκτίθεται σ’ ένα παρόν. Μια τέτοια παρουσία αναγκαστικά συμβαίνει μέσα σε μια ωρισμένη διαύγεια. Μόνο μέσω αυτής της διαύ­γειας αυτό που εμφανίζεται μπορεί να γίνει ορατό, δη­λαδή να παρουσιαστεί. Αλλά αυτή η ίδια η διαύγεια έχει την ανάπαυσή της μέσα στην ελευθερία, που εί­ναι ακόμα περισσότερο σε κάλυψη του Ανοικτού.

Ονομάζουμε αυτή τη κατάσταση ανοίγματος που μόνη κάνει δυνατό σε οτιδήποτε να δοθεί στην δρά­ση: die Lichtung. Το ουσιαστικό Lichtung παραπέμπει στο ρήμα lichten. Το επίθετο licht είναι η ίδια λέξη με το leight (ελαφρός). Etwas lichten σημαίνει: κάνω κάτι ελαφρό, το κάνω ανοιχτό κι ελεύθερο, πχ. ξεκαθαρίζω σ’ ένα μέρος τό δάσος, το ξελαφρώνω από τα δένδρα. Το ελεύθερο διάστημα που έτσι εμφανίζεται είναι το Lichtung. Τίποτε το κοινό ανάμεσα στο Licht, που σημαίνει ελαφρό, ξελαφρωμένο και το άλλο επίθετο li­cht που είναι το φωτεινό ή λαμπερό. Πρέπει να προσέξουμε για να καταλάβουμε τη διαφορά μεταξύ του Lichtung (ξέφωτο) και Licht (φως). Αλλά το φως μπορεί να επισκεφθεί το ξέφωτο, ό,τι έχει το ανοικτό, και να κάνει να παιχνιδίσει σ’ αυτό το φως με το σκοτάδι. Δεν είναι όμως ποτέ το φως που αρχικά δη­μιουργεί το Ανοικτό του ξέφωτου· είναι αντίθετα αυ­τό, το φως που προϋποθέτει εκείνο, το ξέφωτο. Το ξέ­φωτο, το Ανοικτό, δεν είναι μόνο ελεύθερο για το φως και τη σκιά, αλλά επίσης και για τη φωνή και για όλα όσα ηχούν και αντηχούν. Το Lichtung είναι ξέ­φωτο και για την παρουσία και για την απουσία.

Ίσως μια μέρα η σκέψη, θα μπορούσε να μην κι­νείται πλέον απ’ τη θέση της αλλά ν’ αναρωτιέται επι­τέλους εάν το ελεύθερο ξέφωτο του Ανοικτού δεν ή­ταν ακριβώς ο τόπος όπου η ευρύτης του διαστήμα­τος και οι ορίζοντες του χρόνου όπως και ότι μέσα σ’ αυτά παρουσιάζεται και χάνεται, περιέχονται και γί­νονται δεκτά.

Η φιλοσοφία μιλάει βέβαια για το φως του πνεύ­ματος αλλά δε φυλάγεται απ’ το ξέφωτο του Ανοι­κτού. Το lumen naturale, το φως του πνεύματος, δεν κάνει άλλο παρά να παιχνιδίζει μέσα στο Ανοικτό. Συναντάει βέβαια το Ανοικτό του ξέφωτου, το συνι­στά εντούτοις τόσο λίγο, όσο μάλλον το χρειάζεται για να μπορέσει να απλωθεί σ’ ό,τι είναι παρόν μέσα στο Ανοικτό. Εν τούτοις, απ’ τη μια άκρη της φιλο­σοφίας στην άλλη, το Ανοικτό που ήδη κυριαρχεί μέσα στο ίδιο το είναι, μέσα στην κατάσταση παρου­σίας, σαν τέτοιο παραμένει ανέγγιχτο από σκέψη. Η συνέπεια είναι ότι όχι λιγώτερο σκοτεινό παραμένει το γιατί και πώς ο καθορισμός του είναι του όντος δεν παύει να αλλάζει απ’ τη μια άκρη της φιλοσοφίας στην άλλη. Από πού ο πλατωνικός καθορισμός της κατάστασης παρουσίας σαν ιδέα αντλεί τη νομιμότη­τά του; Αναφορικά σε τι η ερμηνεία της παρουσίας σαν ενέργεια μπορεί ν’ αποτελέσει νόμο; Αυτές τις ε­ρωτήσεις απ’ τις οποίες τόσο παράξενα μένει μακρυά η φιλοσοφία, δε μπορούμε ούτε καν να τις θέσουμε, όσο δεν αποκτήσαμε την εμπειρία εκείνου που χρειά­στηκε ν’ αποκτήσει ο Παρμενίδης: της Αλήθειας*, της κατάστασης της μη-κάλυψης.






Martin Heidegger: To τέλος της φιλοσοφίας και η αποστολή της σκέψης
Κατηγορία: Έτος 3, 1978, τεύχη 18-29 / Φιλοσοφία

Εποπτεία, τεύχος 18, Ιανουάριος 1978.  Μετάφραση: Λίλα Σκάμη Αυτός ο τίτλος ονομάζει την προσπάθεια ενός στοχασμού που παραμένει στο βάθος του ερωτηματικός. Οι ερωτήσεις είναι...