Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία


Martin Heidegger: To τέλος της φιλοσοφίας και η αποστολή της σκέψης



Ας εμπιστευθούμε μια τέτοια ερώτηση σαν απο­στολή στη σκέψη. Αλλά εκεί η σκέψη πρέπει ν’ ανα­διπλωθεί έως ότου αναρωτηθεί ακόμα κι αν μπορεί να θέσει αυτή την ερώτηση όσο ακόμη σκέπτεται με φι­λοσοφικό τρόπο, δηλαδή, στην αυστηρή έννοια της μεταφυσικής που δε ρωτά αυτό που είναι παρόν παρά μόνο πρός την κατεύθυνση της παρουσίας του.

Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, να τι είναι ξεκά­θαρο: το να ρωτάμε προς την κατεύθυνση της Αλή­θειας της μη-κάλυψης σαν τέτοιας, δεν είναι το να θέτουμε την ερώτηση της verité. Γι’ αυτό δεν ήταν στο μέτρο αυτού που ήταν προς σκέψη και γι’ αυτό από εκεί και πέρα ήταν πλάνη το να καθορίζεται ως «verité» η Αλήθεια με την έννοια του Lichtung. Το να μιλάμε για την «verité του είναι» έχει, στη Λογική του Hegel, τη νόμιμη σημασία του, καθόσο αλήθεια σημαίνει εδώ βεβαιότητα της απόλυτης γνώσης. Αλ­λά ο Hegel δεν ανησυχεί καθόλου όπως δε θ’ ανησυ­χήσει και ο Husserl, όπως δε θ’ ανησύχησε ποτέ καμιά μεταφυσική, για το είναι σαν είναι, δηλαδή γι’ αυτή την ερώτηση: κατά πόσο η παρουσία είναι δυνα­τή σαν τέτοια; Παρουσία δεν υπάρχει παρά στην πε­ριοχή του Ανοικτού. Με την Αλήθεια ονομάζεται βέβαια καθαρά το Ανοικτό, αλλά δεν γίνεται θέμα σκέψης σαν τέτοιο.

Η κοινή έννοια της verité δεν σημαίνει την κατά­σταση της μη-κάλυψης. Ούτε και στην φιλοσοφία των Ελλήνων.

Συχνά σημειώνεται και δικαίως, ότι στον Όμηρο ήδη, η λέξη αληθές δε λέγεται ποτέ παρά στα verba dicendi, λόγια που εκφράζουν μια αναγγελία, κι από κει κι ύστερα με την έννοια της ορθότητας αυτής της αναγγελίας, της εμπιστοσύνης που μπορεί να έχει κα­νείς σ’ αυτή, αλλά καθόλου με την έννοια της μη-κάλυψης του πράγματος. Αλλά αυτή η ένδειξη πριν απ’ όλα σημαίνει ότι ούτε οι ποιητές ούτε η κοινή χρήση της γλώσσας και ούτε η φιλοσοφία απ’ τη με­ριά της δεν προσπαθούν ν’ αναρωτηθούν πώς η αλή­θεια, δηλαδή η ορθότητα της αναγγελίας δεν είναι εγ­γυημένη αυτή η ίδια παρά μέσα στο στοιχείο που εί­ναι αυτό το Ανοικτό της παρουσίας.

Μέσα στον ορίζοντα αυτών των ερωτημάτων πρέ­πει ν’ αναγνωρίσουμε ότι η Αλήθεια με την έννοια της μη-κάλυψης της παρουσίας είναι, απ’ την αρχή ή­δη, αποκλειστικά, σαν ακρίβεια της αναπαράστασης και ορθότητα της αναγγελίας που έγινε αισθητή. Αλ­λά από κει και πέρα, ακόμα και η θέση μιας αντικατά­στασης της ουσίας της αλήθειας που θα την είχε οδηγήσει απ’ τη μη-κάλυψη στους κόλπους του Ανοι­κτού στην ορθότητα της αναγγελίας, δεν στηρίζεται. Αντί γι’ αυτή τη θέση αρμόζει να πούμε: η Αλήθεια σαν άνοιγμα ενός κόσμου της παρουσίας και της πα­ρουσίασης του όντος μέσα στη σκέψη και μέσα στο λόγο εκδηλώνεται απ’ την αρχή ήδη με τη μορφή της ομοιώσεως και της adaequatio, δηλαδή της veri­té.

Αλλά αυτή η κατάσταση των πραγμάτων μας κά­νει πάλι ν’ απορούμε: πώς γίνεται, στην κοινή εμπειρία και στην κοινή γλώσσα των ανθρώπων να εμφανίζεται η Αλήθεια, η μη-κάλυψη, μόνο σαν ορθότητα της αναγγελίας και σαν ικανότητα του λόγου να γίνεται πι­στευτός; Αυτό προέρχεται από το ότι η εκστατική παραμονή του ανθρώπου μέσα στο Ανοικτό της πα­ρουσίας δεν στρέφεται παρά σε ό,τι του είναι άμεσα παρόν και στην παρουσίαση που γίνεται συνήθως ε­κεί; Αλλά τι να καταλάβουμε απ’αυτά εάν όχι ότι η παρουσία σαν τέτοια και περισσότερο ακόμα το Ανοικτό που την κάνει δυνατή παραμένουν αόρατα; Δεν έχει πραγματικά επιχειρηθεί και γίνει θέμα σκέ­ψης παρά μόνο οτιδήποτε φέρνει η Αλήθεια σαν ξέ­φωτο του Ανοικτού και κατά κανένα τρόπο αυτό που είναι αυτή καθαυτή.

Αυτό που είναι στον ίδιο της τον εαυτό παραμένει σε κάλυψη. Πρόκειται για αποτέλεσμα απλής σύμπτω­σης; Μήπως δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας πα­ράλειψης από μέρους της ανθρώπινης σκέψης; Ή μή­πως βαδίζει έτσι γιατί η αποτράβηξη, η παραμονή σε κάλυψη, με μια λέξη η Λήθη ανήκει στην Αλήθεια, όχι σαν απλή προσθήκη, ούτε όπως η σκιά ανήκει στο φως, αλλά σαν η ίδια η καρδιά της Αλήθειας; Κι αυτό που κυριαρχεί στους κόλπους μιας τέτοιας κάλυψης απ’ όπου αναλαμβάνει το Ανοικτό της πα­ρουσίας, θα ήταν τότε —και με ποια δύναμη να προσ­φέρει— καταφύγιο και φύλακας εκείνου απ’ όπου έρ­χεται το ξεδίπλωμα της μη-κάλυψης, αυτού μέσα στο οποίο μόνο απ’το παρόν μπορεί να εμφανισθεί με τη σειρά του, με τη λάμψη της παρουσίας;






Martin Heidegger: To τέλος της φιλοσοφίας και η αποστολή της σκέψης
Κατηγορία: Έτος 3, 1978, τεύχη 18-29 / Φιλοσοφία

Εποπτεία, τεύχος 18, Ιανουάριος 1978.  Μετάφραση: Λίλα Σκάμη Αυτός ο τίτλος ονομάζει την προσπάθεια ενός στοχασμού που παραμένει στο βάθος του ερωτηματικός. Οι ερωτήσεις είναι...