Martin Heidegger: To τέλος της φιλοσοφίας και η αποστολή της σκέψης

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Έτος 3, 1978, τεύχη 18-29 / Φιλοσοφία

https://epopteia.gr/28/martin-heidegger-to/

Εποπτεία, τεύχος 18, Ιανουάριος 1978.  Μετάφραση: Λίλα Σκάμη

Αυτός ο τίτλος ονομάζει την προσπάθεια ενός στοχασμού που παραμένει στο βάθος του ερωτηματικός. Οι ερωτήσεις είναι τόσες, όσες και οι δρόμοι προς μία δυνατή απάντηση. Μια τέτοια απάντηση, εάν υπήρχε απάντηση, θα έπρεπε να συνίσταται σ’ ένα μετασχη­ματισμό της σκέψης κι όχι σε μιαν απλή αναγγελία α­ναφερόμενη σ’ ένα ήδη δοσμένο θέμα.

Το κείμενο που ακολουθεί, αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου πλαισίου. Ξαναπιάνει μια προσπάθεια που απ’ το 1930 δεν έπαψε ποτέ ν’ ανανεώνεται: αυτήν, του να δώσει μια μορφή πιο ριζοσπαστική στο ερώτημα που ετέθη από το Sein und Zeit, δηλαδή του να υ­ποβάλλει την ερώτηση που πραγματεύεται τό SuZ σε εμμενή κριτική. Μέσω αυτής, θα πρέπει να διαλευκαν­θεί σε τι το καθαυτό κριτικό ερώτημα, αυτό που ερευνά για να διακρίνει ποια μπορεί να είναι η καθαυτό α­ποστολή της σκέψης, δεν μπορεί να πάψει να ανήκει με κάθε αναγκαιότητα στην ίδια τη σκέψη. Συνεπώς, η προσπάθεια που αναλήφθηκε μέ τό SuZ θα μπορούσε να χρειαστεί ν’ αλλάξει τίτλο.

Παρουσιάζονται δύο ερωτήσεις:

1) Σε τι η φιλοσοφία στη σημερινή εποχή μπηκε στο τελικό της στάδιο;

2) Ποιά αποστολή, στο τέλος της φιλοσοφίας επιφυ­λάσσεται στή σκέψη;

I

Σε τι η φιλοσοφία, στη σημερινή εποχή μπήκε στο τε­λικό της στάδιο;

Φιλοσοφία σημαίνει μεταφυσική. Η μεταφυσική θεωρεί το ον στο σύνολό του —τον κόσμο, τον άν­θρωπο, τον Θεό— κυττάζοντας προς το είναι, κρατώντας δηλαδή, το βλέμμα στηλωμένο στην άρθρωση του όντος μέσα στο είναι. Θεωρεί το ον σαν ον, στον κόσμο της αναπαράστασης που η αποστολή του είναι: να βασίσει. Γιατί το είναι του όντος, από την αρχή της φιλοσοφίας και μέσα στην ίδια την αρχή, εκδηλώ­θηκε σαν Grund. Το Grund, το βάθος ή θεμέλιο, είναι από εκεί απ’ όπου το ον σαν τέτοιο, στο γίγνεσθαί του, στην εξαφάνισή του και στη μονιμότητά του, εί­ναι αυτό που είναι και όπως είναι, σαν επιδεκτικό γνώσης, ανάληψης και επεξεργασίας. Εφ’ όσον υπάρ­χει το θεμέλιο, το είναι οδηγεί το ον στην παραμονή του στην παρουσία. Το θεμέλιο εκδηλώνεται σαν κα­τάσταση παρουσίας του όντος. Η παρουσίαση που του αρμόζει συνίσταται σ’ αυτό που εκείνο προκαλεί να προκύψει, στην κατάσταση παρουσίας του, κάθε τι, που κάθε φορά και με τον τρόπο του είναι ήδη πα­ρόν. Το θεμέλιο ανάλογα με την μορφή που παίρνει, στον καιρό του, ως κατάσταση παρουσίας, έχει τον θεμελιακό του χαρακτήρα μέσα στην οντική αιτιότητα του πραγματοποιημένου, μέσα στην υπερβατική δυνατοποίηση της αντικειμενικότητας των αντικειμένων, μέσα στη διαλεκτική μεσολάβηση της κίνησης του α­πόλυτου πνεύματος, της ιστορικής διαδικασίας της παραγωγής, μέσα στη θέληση δύναμης εγκαθιδρύον­τας τις αξίες.

Το διακριτικό σημείο της μεταφυσικής σκέψης, αυτής που εξετάζει βαθιά το ον ως το βάθος του, στη­ρίζεται σ’ αυτό, έτσι ώστε μια παρόμοια σκέψη, ξεκι­νώντας απ’ αυτό που είναι παρόν, το αντιπροσωπεύει μέσα στην κατάσταση της παρουσίας του και έτσι το εκθέτει αρχίζοντας απ’ το θεμέλιό του, σαν καλά θεμε­λιωμένο.

Τι θέλουμε να πούμε τώρα μιλώντας για το τέλος της φιλοσοφίας; Καταλαβαίνουμε πολύ εύκολα το τέ­λος ενός πράγματος, κάτω από καθαρά αρνητική έν­νοια, σαν απλή παύση, σαν σταμάτημα μιας διαδικασίας, εάν όχι σαν διάλυση και αδυναμία. Αντίθετα, η έκφραση «τέλος της φιλοσοφίας» σημαίνει την τελείω­ση της μεταφυσικής. Εντούτοις, τελείωση δεν είναι ε­δώ τελειοποίηση με την έννοια ότι η φιλοσοφία, στο τελικό της στάδιο θα έπρεπε να έχει φθάσει στην πιο ολοκληρωμένη της τελειότητα. Δεν είναι μόνο το πρότυπο που μας λείπει για να μας επιτρέψει να εκτι­μήσουμε την τελειότητα μιας περιόδου της μεταφυσι­κής σε σχέση με μιαν άλλη περίοδο… Δεν μας έχει δοθεί κανένα δικαίωμα μέσα στο απόλυτο για να δια­τυπώσουμε εκτιμήσεις αυτού του είδους. Η σκέψη του Πλάτωνα δεν είναι τελειότερη απ’ αυτήν του Παρμενίδη. Η φιλοσοφία του Hegel δεν είναι πιο τέ­λεια απ’ αυτήν του Kant. Κάθε εποχή της φιλοσο­φίας έχει τη δική της αναγκαιότητα. Το ότι μια φιλο­σοφία είναι αυτή που είναι πρέπει να το αναγνωρί­σουμε χωρίς να ζητάμε περισσότερα. Αλλά δεν είναι δική μας δουλειά να θεωρούμε τη μια καλύτερη απ’ την άλλη, μας επιτρέπεται να το κάνουμε μόνο όταν πρόκειται για διαφορετικές Weltanschauungen.

Η παλιά σημασία της γερμανικής λέξης Ende (τέ­λος), είναι ίδια μ’ αυτήν της λέξης Ort (τόπος): Von einein Ende zum anderen σημαίνει: από τον ένα τόπο στον άλλον απ’ τη μια άκρη στην άλλη. Το τέλος της φιλοσοφίας είναι τόπος — αυτός στον οποιο συγκεν­τρώνεται το σύνολο της ιστορίας της μέσα στην απώ­τατη δυνατότητά του. Τελείωση σημαίνει αυτή τη συγκέντρωση σ’ ένα μοναδικό τόπο. Απ’ τη μια άκρη της φιλοσοφίας στην άλλη, η σκέψη του Πλάτωνα παραμένει κάτω από διαφορετικές μορφές, καθοριστι­κή. Η μεταφυσική είναι πλατωνισμός από πάνω μέ­χρι κάτω. Ο ίδιος ο Nietzsche χαρακτηρίζει τη φιλο­σοφία του σαν αναστροφή του πλατωνισμού. Με την αναστροφή της μεταφυσικής, ήδη συμπληρωμένης με τον Karl Marx, τελειώνεται η ακρότατη δυνατότητα της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία μπήκε στο τελικό της στάδιο. Κάθε προσπάθεια της φιλοσοφικής σκέψης δεν μπορεί σήμερα πλέον να καταλήξει παρά σ’ ένα ποικίλο παιχνίδι επιγονικών αναγεννήσεων. Το τέλος της φιλοσοφίας θα ήταν λοιπόν έτσι, παρ’ όλο που θα είχαμε παύση αυτού του τρόπου σκέψης; Αλλά ας μην προχωρούμε τόσο γρήγορα.

Τέλος σημαίνει τελείωση, συγκέντρωση στις α­κρότατες δυνατότητες. Αυτές τις δυνατότητες τις σκε­πτόμαστε με πολύ στενό τρόπο όσο περιοριζόμαστε να περιμένουμε ένα ξεδίπλωμα νέων φιλοσοφιών στο παλιό στύλ. Θα ήταν σα να ξεχνούσαμε ότι ήδη απ’ την εποχή της ελληνικής φιλοσοφίας ένα χαρακτηρι­στικό εμφανίζεται: ή εξέλιξη διαφόρων επιστημών μέ­σα στον ορίζοντα που ανοίχτηκε απ’ τη φιλοσοφία. Η εξέλιξη των επιστημών είναι σύγχρονα, η απελευ­θέρωσή τους απ’ τη φιλοσοφία και η εγκαθίδρυση της αυτάρκειάς τους. Αυτό το φαινόμενο ανήκει στην τε­λείωση της φιλοσοφίας. Σήμερα, το ξεδίπλωμά της μεσουρανεί σ’ όλους τους τομείς του όντος. Δίνει την εντύπωση ότι δεν είναι παρά αποσύνθεση της φιλοσο­φίας, αλλά στην πραγματικότητα είναι η τελείωση.

Ας αρκεστούμε ν’ αναφέρουμε εδώ τη χειραφέτη­ση της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας, της ανθρω­πολογίας που έγινε πολιτιστική, το ρόλο της λογικής σαν λογιστικής και σημαντικής. Η φιλοσοφία γίνεται επιστήμη του ανθρώπου, επιστήμη όλων εκείνων που μπορούν να γίνουν, για τον άνθρωπο, αντικείμενο της τεχνικής του, με την οποία εγκαθίσταται μέσα στον κόσμο επεξεργαζόμενος αυτήν μ’ όλους τους διάφο­ρους τρόπους παραγωγής (fabrication) που τον δια­μορφώνουν. Όλο αυτό πραγματοποιείται παντού πά­νω στη βάση και σύμφωνα με τους κανόνες της επι­στημονικής εκμετάλλευσης όλων των τομέων του όν­τος. Δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς προφήτης για ν’ αναγνωρίσει ότι οι σύγχρονες επιστήμες στην προ­σπάθεια εγκατάστασής τους, δεν θ’ αργήσουν να προσδιοριστούν και καθοδηγηθούν από τη νέα επι­στήμη της βάσης, την κυβερνητική. Αυτή η επιστήμη αντιστοιχεί στον καθορισμό του ανθρώπου σαν είναι του οποίου η ουσία είναι η δραστηριότητα σε κοινωνικόν περιβάλλον. Πράγματι, είναι η θεωρία που έχει σαν αντικείμενο την ανάληψη του δυνατού προγραμ­ματισμού και της οργάνωσης της ανθρώπινης εργα­σίας. Η κυβερνητική μετασχηματίζει την ομιλία σε μέσο ανταλλαγής μυνημάτων και μαζί μ’ αυτήν, τις τέχνες σε αυτενεργά εργαλεία για σκοπούς πληροφό­ρησης.

Η ανάλυση της φιλοσοφίας σε τόσες αυτόνομες επιστήμες, και εντούτοις πάντα περισσότερο αποφασι­στικά διεπικοινωνιακές, είναι η νόμιμη τελείωση της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία τελειώνει στη σημερινή ε­ποχή. Βρήκε τον χώρο της στην επιστημονική θεώρη­ση της ανθρωπότητας που δρα σε κοινωνικό περιβάλ­λον. Το θεμελιακό σημείο αυτού του κοινωνικού καθορισμού είναι εξ άλλου ο κυβερνητικός του χαρακ­τήρας δηλαδή ο τεχνικός. Θα πρέπει να υποθέσουμε ότι η ανάγκη αμφισβήτησης της σύγχρονης τεχνικής φθείρεται καθ’ όσο η τεχνική εντείνει την πίεση της αποφασιστικότερα και βασιλεύει πιο αποκλειστικά πάνω στα φαινόμενα του σύμπαντος και πάνω στην πε­ριοχή που καταλαμβάνει σ’ αυτό ο άνθρωπος!

Οι επιστήμες ερμηνεύουν σύμφωνα με τους κανό­νες της επιστήμης, δηλαδή απ’ την άποψη της τεχνι­κής, όλα αυτά που μέσα στην υφή τους θυμίζουν ακό­μα ότι προέρχονται απ’ τη φιλοσοφία. Τις κατηγορίες στις οποίες κάθε επιστήμη παραμένει υποκείμενη για τη διάρθρωση και την οριοθεσία της περιοχής της αν­τικειμενικότητάς της τις συμπεριλαμβάνει σαν εργα­λεία που είναι οι υποθέσεις της εργασίας. Η αλήθεια τους δεν μετριέται απλά με μόνη την ικανότητα της πραγματοποίησης που η εφαρμογή τους πραγματο­ποιεί στο εσωτερικό της προόδου της έρευνας. Η επι­στημονική αλήθεια είναι αυστηρά υπερθετέα στην αποτελεσματικότητα αυτής της πραγματοποίησης. Αυ­τό που η φιλοσοφία στη διάρκεια της ιστορίας της προσπάθησε εδώ κι εκεί και κάθε φορά με τρόπο ανε­παρκή, να εκθέσει τις οντολογίες διάφορων περιοχών του όντος (φύση, ιστορία, δίκαιο, τέχνη), το επωμί­ζονται τώρα οι επιστήμες σαν καθαυτό αποστολή τους. Το ενδιαφέρον τους προσηλώνεται στις διαρθρωτικές έννοιες, απαραίτητες κάθε φορά για το πεδίο αντικειμενικότητας που τους επισυνάπτεται. «Θεωρία» σημαίνει τώρα: υπόθεση των κατηγοριών στις οποίες δεν παραχωρείται παρά κυβερνητική λειτουργία ενώ στερούνται κάθε οντολογικής σημασίας. Εν πάση περιπτώσει, στην υπόθεση την οποία δεν μπορούν να μην κάνουν στις μερικώτερες κατηγορίες τους πάλι οι επιστήμες συνεχίζουν να μιλούν για το είναι του όντος. Περιορίζονται στο να μην το ομολογούν. Απ’ εκεί και πέρα μπορούν να αρνηθούν τη φιλοσοφική τους καταγωγή· αλλά δεν μπορούν να την απορρί­ψουν. Γιατί αυτό που μιλάει πάντα μέσα σε ό,τι οι ε­πιστήμες έχουν το επιστημονικό είναι η καταγωγή τους από τη φιλοσοφία.

Το τέλος της φιλοσοφίας διαγράφεται σαν θρίαμ­βος του εξοπλισμού ενός κόσμου καθ’ όσον αυτός εί­ναι υποταγμένος στις προσταγές μιας τεχνικοποιημένης επιστήμης. Τέλος της φιλοσοφίας σημαίνει: αρχή του παγκόσμιου πολιτισμού εφ’ όσον βασίζεται στη δυτική ευρωπαϊκή σκέψη.

Αλλά μήπως το τέλος της φιλοσοφίας με την έν­νοια της ανάλυσής της σε επιστήμες αποτελεί ήδη αυ­τό το ίδιο την πιο τελειωμένη εκπλήρωση όλων των δυνατοτήτων μέσα στις οποίες τοποθετείται η σκέψη, αυτή που πήρε την κατεύθυνση της φιλοσοφίας; Ή μήπως υπάρχει για τη σκέψη, εντός απ’ την ύστατη δυνατότητα που μόλις χαρακτηρίσαμε (δηλαδή την ανάλυση της φιλοσοφίας στην ανάπτυξη των τεχνικοποιημένων επιστημών), μια πρώτη δυνατότητα όπου η φιλοσοφική σκέψη θα μπορούσε βέβαια να βρει διέξο­δο, αλλά που δεν ήταν εντούτοις σε θέση, ως φιλοσο­φία να τολμήσει και να επιχειρήσει;

Αν ήταν έτσι, θα έπρεπε μέσα στη φιλοσοφία, μέ­σα σ’ όλη της την ιστορία απ’ την αρχή ως το τέλος, να υπάρχει μια ακόμα αποστολή για τη σκέψη, απο­στολή στην οποία ούτε η φιλοσοφία ως μεταφυσική, ακόμα λιγώτερο οι επιστήμες που απορρέουν απ’ αυ­τήν, δεν θα μπορούσαν να εισχωρήσουν.

Για τούτο θέτομε αυτή τή δεύτερη ερώτηση:

II

Ποιά αποστολή στο τέλος της φιλοσοφίας επιφυλάσ­σεται ακόμα στη σκέψη;

Η απλή υπενθύμιση μιας τέτοιας αποστολής της σκέψης δεν μπορεί παρά σίγουρα να επιφέρει σύγχιση. Σκέψη που δεν θα μπορούσε να είναι ούτε μετα­φυσική ούτε επιστήμη;

Αποστολή που, απ’ την αρχή της φιλοσοφίας και απ’ το ίδιο το γεγονός αυτής της αρχής, θα ήταν κλει­στή στη φιλοσοφία; Και που θα παρέμενε, από κει και πέρα αδιάκοπα και συνεχώς περισσότερο στα επόμενα χρόνια κρατημένη σε κάλυψη;

Αποστολή της σκέψης, που κατά τα φαινόμενα θα περιλάμβανε τη διαβεβαίωση ότι η φιλοσοφία δεν θα είναι στο ύψος αυτού που είναι η καθαυτό αποστο­λή της σκέψης και συνεπώς δεν είναι παρά η ιστορία μιας παρακμής;

Μήπως δεν είναι αυτή η έκφραση μιας οίησης που θα διατεινόταν ότι υψώνεται ακόμα πιο πάνω απ’ αυτό που υπήρξε το μεγαλείο των στοχαστών τής φι­λοσοφίας;

Τέτοια είναι η υπόνοια που εμφανίζεται. Αλλά εί­ναι εύκολο ν’ αποδοθεί δικαιοσύνη. Γιατί κάθε από­πειρα να στρέψει κανείς το βλέμμα προς την αποστο­λή, ίσως, της σκέψης γυρίζει πίσω για να λάβει υπό­ψη το σύνολο που είναι η ιστορία της φιλοσοφίας. Από τούτο και μόνο μια τέτοια σκέψη αναγκαία πα­ραμένει πολύ πιο χαμηλά απ’ το μεγαλείο των φιλο­σόφων. Είναι οπωσδήποτε κάτι λιγώτερο απ’ τη φιλο­σοφία. Λιγώτερο επίσης, γιατί αυτή τη σκέψη, ακόμα πιο αποφασιστικά απ’ ότι μέχρι τώρα τη φιλοσοφία, η άμεση ενέργεια όπως επίσης και η έμμεση ενέργεια στην κοινή περιοχή που φέρει το αποτύπωμα της τεχνικοποιημένης επιστήμης της βιομηχανικής εποχής μας, δεν μπορούν παρά να την απαρνηθούν.

Αλλά πριν απ’ όλα, αυτή η σκέψη, έστω κι αν εί­ναι μόνο δυνατή, παραμένει αδύναμη γιατί η αποστο­λή της έχει το χαρακτήρα προετοιμασίας και με κανέ­να τρόπο θεμελίωσης. Της αρκεί να προκαλέσει το ξύπνημα μιας διαθεσιμότητας του ανθρώπου για μια δυνατότητα της οποίας το πλαίσιο μένει σκοτεινό, και το μέλλον αβέβαιο. Εδώ βρίσκεται η σκέψη που ανα­φέρεται στη δυνατότητα ότι ο παγκόσμιος πολιτισμός, αυτός που μόλις αρχίζει, ξεπερνά μια μέρα το σχήμα του οποίου φέρει την τεχνική, επιστημονική και βιο­μηχανική σφραγίδα σαν το μοναδικό μέτρο του αν­θρώπου μέσα στον κόσμο— ότι το ξεπερνά όχι βέβαια με τα ίδια της τα μέσα και τις ίδιες της τις δυνάμεις, αλλά ξεκινώντας από τη διαθεσιμότητα των ανθρώ­πων για ένα προορισμό για το οποίο, πάντοτε ένα κά­λεσμα που έχει ή όχι ακουστεί δεν παύει να φτάνει ως εμάς, τους ανθρώπους στο κέντρο ενός διαχωρισμού που δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.

Όχι λιγώτερο αβέβαιο παραμένει τούτο: ο παγκό­σμιος πολιτισμός σε λίγο θα καταστραφεί ξαφνικά; Ή μήπως θα σταθεροποιηθεί για μεγάλο διάστημα, χωρίς καμιά ανάπαυση σ’ αυτό που παραμένει, αλλά στραμμένος περισσότερο στη διοργάνωση μιας αέ­ναης αλλαγής όπου το νέο παραχωρεί τη θέση του στο ακόμα νεώτερο; Η σκέψη που δεν είναι παρά προετοιμασία δεν θέλει ούτε μπορεί να προβλέψει κα­νένα μέλλον. Επιχειρεί μόνο απέναντι στο παρόν, να κάνει ν’ ακουστεί σ’ ένα προανάκρουσμα κάτι, που απ’ τα βάθη των αιώνων, ακριβώς στην άρχή της φι­λοσοφίας, ειπώθηκε ήδη γι’ αυτήν χωρίς να το έχει α­πό μόνη της σκεφθεί. Ας αρκεστούμε προς το παρόν, με τη συντομία της τοποθέτησης, να σημάνουμε προς αυτήν την κατεύθυνση. Για να γίνει αυτό, θα ζητήσουμε απ’ την ίδια τη φιλοσοφία μια ένδειξη, που μας προσφέρει.

Η ερώτηση για την αποστολή της σκέψης, σημαί­νει να καθορίσουμε, μέσα στον ορίζοντα της φιλοσο­φίας, αυτό που αφορά τη σκέψη, αυτό που για τη σκέψη δεν παύει να είναι ερώτηση, αυτό που είναι το κεντρικό σημείο της ερώτησης. Αυτό εκφράζεται στα γερμανικά με τη λέξη Sache: το θέμα προς συζήτηση.

Να λοιπόν που η φιλοσοφία συγκέντρωσε από μό­νη της τη σκέψη zur Sache selbst [στο πράγμα το ίδιο]. Δηλαδή γαλλικά: a son affaire propre. Αυτό το κάλεσμα, μπορούμε να το ακούσομε στον πρόλογο που ο Hegel τοποθέτησε στην αρχή του έργου που δημοσιεύθησε στα 1807 με τίτλο: το Σύστημα της επι­στήμης, μέρος πρώτο: Η Φαινομενολογία του πνεύμα­τος. Αυτός ο πρόλογος δεν είναι προεισαγωγή στη Φαινομενολογία, αλλά στο Σύστημα της Επιστήμης, στο Σύνολο της φιλοσοφίας. Το κάλεσμα zur Sache selbst αξίζει τελικά και αυτό σημαίνει όσο αφορά την αποστολή, (der Sache nach), πρωταρχικά, στην Επιστήμη της Λογικής.

Μέσα στο κάλεσμα του zur Sache selbst, ο τόνος μπαίνει στο selbst. Σε πρώτη προσέγγιση, το κάλεσμα έχει τη σημασία μιας προειδοποίησης. Ό,τι δεν σχετί­ζεται με την καθαυτό αποστολή της φιλοσοφίας απορ­ρίπτεται. Σ’ αυτά ανήκουν οι απλές απόψεις για το σκοπό της φιλοσοφίας, αλλά επίσης και οι απλές δια­πιστώσεις πάνω στα αποτελέσματα της φιλοσοφικής σκέψης. Τόσο οι μεν όσο και οι δε, περιωρισμένες στον εαυτό τους, δεν συνιστούν το πραγματικό σύνο­λο της φιλοσοφίας, που είναι αυτό το όλο στο γίγνε­σθαί του. Εμφανίζεται έτσι, στην παρουσίαση που εκ­θέτει σημείο με σημείο την εξέλιξη της αποστολής. Μόνο έτσι, η αποστολή της φιλοσοφίας προκύπτει «α­πό μόνη της» ολοκληρωτικά. Αυτή η αποστολή όμως είναι η υποκειμενικότητα. Με το ego cogito του De­scartes, λέει ο Hegel, για πρώτη φορά η φιλοσοφία βαδίζει σε σταθερό έδαφος και μπορεί αληθινά να αισθάνεται στην ίδια της την περιοχή. Εάν με το ego cogito ως subjectum κατ’ εξοχήν, επιτυγχάνεται το fundamentum absolutum τότε αυτό σημαίνει: το υπο­κείμενο είναι το υποκείμενον μετατεθειμένο μέσα στη συνείδηση, είναι αυτό που είναι αληθινά παρόν, αυτό που, στην παραδοσιακή γλώσσα της φιλοσοφίας, φέρει το μάλλον ακαθόριστο όνομα substance [ουσία].

Όταν ο Hegel, στον πρόλογό του, (έκδ. Hoffmeister σελ. 19) εξηγεί ότι «το αληθές της φιλοσοφίας δεν πρέπει να συλλαμβάνεται και εκφράζεται σαν ου­σία αλλά και επίσης οπωσδήποτε σαν υποκείμενο», αυτό σημαίνει: το είναι του όντος, η κατάσταση πα­ρουσίας εκείνου που είναι παρόν, είναι τότε μόνο εμ­φανές και πέραν αυτού στην ολοκλήρωσή του, όταν αυτή η κατάσταση παρουσίας σαν τέτοια προσωπο­ποιείται για τον εαυτό της στην απόλυτη ιδέα. Αλλά κατά τον Descartes idea θα πει perceptio. Το γίγνε­σθαι του είναι έως τον εαυτό του λαμβάνει χώρα στη θεωρητική διαλεκτική. Η κίνηση της σκέψης, η μέθο­δος, αυτό είναι λοιπόν το Sache selbst. Το κάλεσμα zur Sache selbst επιζητεί, συμφωνώντας με την αποστολή — τη μέθοδο της φιλοσοφίας.

Αυτό που εντούτοις είναι η αποστολή της φιλοσο­φίας να που σταματάει ήδη με το ξεκίνημα. Η απο­στολή της φιλοσοφίας σαν μεταφυσική, είναι το είναι του όντος, η κατάσταση παρουσίας του με τη μορφή της ουσιακότητας και της υποκειμενικότητας. Έναν αιώνα αργότερα, το κάλεσμα zur Sache selbst, το ακούμε πάλι στο Δοκίμιο του Husserl: Η φιλοσοφία ως αυστηρή επιστήμη. Δημοσιεύτηκε στον πρώτο τόμο του περιοδικού Logos στα 1910-11 (σελ. 299 κ.ε.). Πάλι το κάλεσμα έχει αρχικά την έννοια της προειδο­ποίησης. Αλλά εδώ σκοπεύει προς μια τελείως διαφο­ρετική από τον Hegel κατεύθυνση. Σκοπεύει τη να­τουραλιστική ψυχολογία που λέει ότι είναι η πραγμα­τική επιστημονική μέθοδος για εξερεύνηση της συνεί­δησης. Αλλά αυτή η μέθοδος κόβει ήδη απ’ την αρχή την πρόσβαση προς τα φαινόμενα της αναφορικής συνείδησης. Αλλά το κάλεσμα zur Sache selbst σύ­γχρονα μας προειδοποιεί κατά του ιστορικισμού που σκορπίζεται και χάνεται σε συζητήσεις πάνω στις διάφορες απόψεις της φιλοσοφίας και στην κλιμάκωση τύπων των Weltanschauungen. Σχετικά μ’ αυτό ο Husserl λέει υπογραμμίζοντάς το (σελ. 340): «Δεν εί­ναι από τις φιλοσοφίες αλλά από τις καταστάσεις των πραγμάτων (sachen) και των προβλημάτων που πρέπει να δίνεται η ώθηση για έρευνα».

Αλλά ποια είναι η αποστολή της φιλοσοφικής έ­ρευνας; Για τον Husserl όπως και για τον Hegel και σύμφωνα με την ίδια την παράδοση, είναι η υποκειμε­νικότητα της συνείδησης. Οι Καρτεσιανοί Στοχασμοί δεν ήταν για τον Husserl μόνο το θέμα των διαλέ­ξεων που έδωσε στο Παρίσι το Φλεβάρη του 1929, αλλά το πνεύμα τους, από την εποχή που ακολουθεί άμεσα τις Logische Untersuchungen, δεν έπαψε να συντροφεύει ως το τέλος τη γεμάτη πάθος περίοδο των φιλοσοφικών του ερευνών. Στην αρνητική του ό­πως επίσης και στη θετική του έννοια, το κάλεσμα zur Sache selbst έχει σαν άξονα τη σταθεροποίηση και επεξεργασία της μεθόδου, την κινητοποίηση που μόνη αυτή επικοινωνεί με τα πράγματα (sache) της φιλοσοφίας, τη δυνατότητα της ν’ αποδοθεί σε κανό­νες. Για το Husserl, «η αρχή όλων των αρχών», είναι πριν απ’ όλα, όχι μια αρχή που αφορά το περιεχόμενο του πράγματος αλλά μια μεθοδολογική εντολή (précepte). Στην εργασία του, του 1913: Ιδέες για μια κα­θαρή φαινομενολογία και μια φαινομενολογική φιλοσο­φία ο Husserl αφιέρωσε μια ολόκληρη παράγραφο στον καθορισμό της «αρχής όλων των αρχών» (§ 24). Υποστηρίζοντας σταθερά αυτήν την αρχή, λέει ο Husserl (σελ. 44) καμιά φανταστική θεωρία δεν μπορεί να μας παραπλανήσει». Η «αρχή όλων των αρχών» αναγγέλεται έτσι:

«Κάθε ενόραση πρωταρχικά προσφέρουσα [είναι] μια πηγή δικαίου για τη γνώση. Οτιδήποτε μας προσ­φέρεται με αρχικό τρόπο μέσα στην ενόραση πρωταρ­χικά (στη ζωντανή της πραγματικότητα για να πούμε έτσι) [πρέπει] απλώς να γίνεται αποδεκτή για εκείνο για το οποίο προσφέρεται αλλά επίσης μόνο στο εσωτε­ρικό των ορίων μέσα στα όποια δίνεται˙ σαν ευρισκομέ­νη εκεί…».

Η «αρχή όλων των αρχών» περιέχει τη θέση πρω­τοκαθεδρίας της μεθόδου. Αυτή η αρχή αποφασίζει για την αποστολή η οποία μόνη μπορεί να απαντήσει και να ικανοποιήσει τη μέθοδο. Η «αρχή όλων των αρχών» επιζητεί την απόλυτη υποκειμενικότητα κα­θώς είναι η ίδια η αποστολή της φιλοσοφίας. Η υπερ­βατική αναγωγή στην απόλυτη υποκειμενικότητα δί­νει και διασφαλίζει τη δυνατότητα θεμελίωσης, μέσα στην υποκειμενικότητα και μέσω αυτής, την αντικει­μενικότητα όλων των αντικειμένων (το είναι του όν­τος), μέσα σε ό,τι η δομή και το περιεχόμενό τους έ­χει το αξιόλογο, δηλαδή μέσα στη σύστασή τους. Έτσι, η υπερβατική υποκειμενικότητα αποδεικνύεται σαν το «μοναδικό ον με απόλυτη αξία» (Logique for­malle el transcendantale, 1929 σελ. 240). Ίδιου τύπου με το είναι αυτού του όντος απόλυτης αξίας δηλαδή ίδιο είδος με την καθαυτό αποστολή της φιλοσοφίας είναι επίσης και η υπερβατική αναγωγή, σαν μέθοδος της «παγκοσμίου επιστήμης» της σύστασης του είναι του όντος.

Εδώ η μέθοδος δεν αρκείται στο να κατευθύνεται προς την αποστολή της φιλοσφίας. Δεν αντιστοιχεί μονο σ’ αυτή την αποστολή όπως το κλειδί στην κλειδαριά. Ενυπάρχει μάλλον στην ίδια την αποστολή, γιατί είναι αυτή η «ίδια η αποστολή». Εάν ρωτήσει κανείς: από που προέρχεται η ακλόνητη νομιμότητα «της αρχής όλων των αρχών» τότε η απάντηση πρέπει να είναι: απ’ την υπερβατική υποκειμενικότητα που έ­χει ήδη προϋποτεθεί σαν αποστολή της φιλοσοφίας.

Διαλέξαμε την αποσαφήνιση του καλέσματος·: zur Sache selbst σαν οδηγό της κατεύθυνσης. Αυτό το κάλεσμα έπρεπε να μας βάλει στο δρόμο που οδηγεί σε καθορισμό της αποστολής της σκέψης στο τελικό στάδιο της φιλοσοφίας. Πού ακριβώς φτάσαμε; Στο να καταλάβουμε ότι για το κάλεσμα zur Sache selbst, έχει προκαθοριστεί ό,τι αφορά την φιλοσοφία σαν κα­θαυτό της αποστολή. Η καθαυτό αποστολή της φιλο­σοφίας, από τη σκοπιά του Hegel και του Husserl —και όχι μόνο τη δική τους— είναι η υποκειμενικότη­τα. Για το κάλεσμα, δεν είναι η αποστολή σαν τέτοια που φτάνει στο βάθος της συζήτησης, αλλά μάλλον η έκθεσή της αυτή, μέσω της οποίας είναι αυτή η ίδια το αντικείμενο παρουσίασης. Η θεωρητική διαλεκτι­κή του Hegel είναι η κίνηση χάρη στην οποία η απο­στολή σαν τέτοια φθάνει ως τον ίδιο της τον εαυτό, φτάνει μέσα στην κατάσταση παρουσιαστικότητας που της ανήκει. Η μέθοδος του Husserl τείνει να φέρει την αποστολή της φιλοσοφίας στην κατάσταση μέσα στην οποία είναι πρωταρχικά δοσμένη μέσα στην ύστατη σαφήνειά της δηλαδή: στην κατάσταση όπου εμφανίζεται σαν από μόνη της.

Οι δύο μέθοδοι είναι όσο γίνεται διαφορετικές.

Αλλά η αποστολή σαν τέτοια, αυτή που σκοπεύουν να εκθέσουν παρουσιάζοντάς την, είναι η ίδια, παρ’ όλο που προσεγγίζεται με διαφορετικό τρόπο.

Αλλά σε τι μπορούν να μας βοηθήσουν αυτές οι διαπιστώσεις όσον αφορά το σχέδιό μας να στραφούμε προς την αποστολή της σκέψης; Δεν μας βοηθούν σε τίποτε όσο επιμένουμε σε μια απλή αποσαφήνιση του καλέσματος. Αν αντίθετα, ρωτάμε προς εκείνο που μέσα στο κάλεσμα zur Sache selbst παραμένει α­νέγγιχτο από σκέψη, τότε, γίνεται δυνατό να μας κά­νει να προσέξουμε κάπου αλλού: εκεί όπου η φιλοσο­φία έφερε την καθαυτό της αποστολή στην απόλυτη γνώση και στην ύστατη σαφήνεια εκεί ακριβώς βρί­σκεται, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο σημείο, σε κάλυψη άλλο πράγμα, τέτοιο που και να το σκεφθού­με δεν μπορεί να ανήκει πλέον στη δικαιοδοσία της φιλοσοφίας.

Τι είναι λοιπόν αυτό που παραμένει ανέγγιχτο α­πό σκέψη, τόσο στην καθαυτή αποστολή της φιλοσο­φίας όσο και στη μέθοδο που δεν της ανήκει λιγώτερο; Η θεωρητική διαλεκτική είναι ένας τρόπος κατά τον οποίο η αποστολή της φιλοσοφίας ξεκινώντας απ’ τον εαυτό της και για τον εαυτό της, μπαίνει στη διά­σταση της παρουσίας και εκεί εκτίθεται σαν παρόν. Μια τέτοια εμφάνιση συμβαίνει αναγκαστικά μέσα σε μια κάποια διαύγεια. Μόνο διά μέσου αυτής της διαύγειας αυτό που εμφανίζεται αφήνεται να γίνει ο­ρατό, δηλαδή παρουσιάζεται. Αλλά αυτή η ίδια η διαύγεια αναπαύεται μέσα σε διάσταση ανοίγματος και ελευθερίας που της επιτρέπουν, σ’ ένα τόπο ή σ’ άλλο, σ’ ένα χρόνο ή σ’ άλλο, να φωτίζει. Η διαύγεια παίζει μέσα στο ανοικτό και εκεί παλεύει με τη σκιά. Εκεί όπου εμφανίζεται κάτι που έρχεται ενάντια σε κάτι άλλο, εκτός αν αυτά τα δύο παραμένουν το ένα απέναντι στο άλλο και επίσης εκεί όπου, μαζί με τον Hegel, αυτό το αντικαθρέφτισμα του ενός μέσα στο άλλο γίνεται θεωρητικό, εκεί ήδη κυριαρχεί το ανοικ­τό ενός τόπου, εκεί βρίσκεται ήδη σε αστάθεια ένας ε­λεύθερος χώρος. Είναι μόνο η ανοικτή χώρα μιας τέτοιας τοποθεσίας που μπορεί να προμηθεύσει ακόμα και στην πορεία της διαλογικής σκέψης, την πρόοδό της μέσω αυτού που προσπερνάει ενώ το σκέπτεται.

Ονομάζομε στα γερμανικά αυτήν την κατάσταση ανοίγματος που μόνη κάνει δυνατό σε οτιδήποτε να αποδοθεί στην δράση και να μπορεί να δειχτεί: die Lichtung. Η γερμανική λέξη Lichtung γλωσσολογικά είναι μια λέξη φτιαγμένη για να ερμηνεύει τη γαλλική λέξη Clairiere [ξέφωτο]. Έχει γίνει σύμφωνα με το πρότυπο πιο παλαιών λέξεων όπως Waldung και Feldung.

Το Waldlichtung, το ξέφωτο του δάσους, το αντι­λαμβάνεται κανείς, σε αντίθεση με το πυκνό πάχος του δάσους, που η πιο παλαιά γερμανική γλώσσα ο­νομάζει Dickung. Το ουσιαστικό Lichtung παραπέμπει στο ρήμα lichten. Το επίθετο licht είναι η ίδια λέξη με το leicht (ελαφρός). Etwas lichten σημαίνει: κάνω κάτι πιo ελαφρό, τo κάνω ανοικτό και ελεύθερο, π.χ. ελευ­θερώνω σ’ ένα μέρος το δάσος, το αραιώνω από τα δέντρα του. Το ελεύθερο διάστημα που έτσι εμφανίζε­ται, είναι το lichtung. Το licht με την έννοια του ελευ­θέρου και ανοικτού δεν έχει τίποτε το κοινό, ούτε γλωσσολογικά, ούτε όσον αφορά το πράγμα υπό συ­ζήτηση εδώ, με το επίθετο licht που σημαίνει διαυγές ή λαμπερό. Πρέπει να προσέξει κανείς για να καταλά­βει καλά τη διαφορά μεταξύ lichtung καί Licht. Εν τούτοις, παραμένει η δυνατότητα μιας βαθειάς συνάρτισης μεταξύ των δύο. Το φως μπορεί πράγματι να ε­πισκεφθεί το Lichtung, το ξέφωτο, σε ότι έχει ανοικτό και να αφήσει να παιχνιδίσει μέσα σ’ αυτό το φωτεινό με το σκοτεινό. Αλλά ποτέ το φως δεν είναι αυτό που απ’ αρχής δημιουργεί το Ανοικτό του Lichtung˙είναι αντίθετα αυτό, το φως που προϋποθέτει εκείνο, το Lichtung. Το Ανοικτό εν τούτοις δεν είναι μόνο ε­λεύθερο για το φως και τη σκιά, αλλά επίσης για τη φωνή που αντηχεί και της οποίας η ηχώ πηγαίνει σβήνοντας όπως για οτιδήποτε που ηχεί και αντηχεί και του οποίου ο ήχος σβήνοντας χάνεται. Το Lichtung είναι ξέφωτο και για την παρουσία και για την απουσία.

Γίνεται αναγκαίο για τη σκέψη, να προσέχει αυτό που εδώ μόλις ονομάστηκε Lichtung. Σ’ αυτή την πε­ρίπτωση, δεν πρόκειται καθόλου για ένα απλό παιχνί­δι αναπαραστάσεων που θα έβγαινε από απλούς φθόγγους σαν π.χ. το Lichtung, όπως θα μπορούσε κανείς με ευκολία να νομίσει. Προέχει μάλλον να προσέξου­με το μοναδικό στο είδος του πράγμα που αποδίδει πιστά η λέξη Lichtung.

Εκείνο που ονομάζει αυτή η λέξη σ’ ένα πλαίσιο που τώρα είναι αυτό της σκέψης, δηλαδή η ελευθερία του Ανοικτού, υπενθυμίζει μια λέξη του Goethe, ένα «Urphänomen». Θα πρέπει να φθάσουμε να πούμε: ένα Ur Saehe.

Ο Goethe παρατηρεί: (Αξιώματα και Σκέψεις No 993): «Ας μη πάμε να βρούμε τίποτε πίσω απ’ τα φαινόμενα: αυτά τα ίδια είναι το δόγμα». Ερμηνεύου­με: το ίδιο το φαινόμενο, σ’ αυτή τη περίπτωση το Lichtung, μας τοποθετεί μπροστά στην αποστολή να μάθουμε γι’ αυτό ρωτώντας το. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ί­σως μια μέρα η σκέψη, θα μπορούσε να μην κινείται πλέον απ’ τη θέση της αλλά επιτέλους ν’ αναρωτιέται εάν το ελεύθερο ξέφωτο του Ανοικτού δεν θα ήταν α­κριβώς ο τόπος όπου, η ευρύτης του διαστήματος και οι ορίζοντες του χρόνου όπως και ό,τι μέσα σ’ αυτά παρουσιάζεται και χάνεται, περιέχονται και γίνονται δεκτά.

Με τον ίδιο τρόπο που η θεωρητική και διαλεκτι­κή σκέψη, η πρωταρχική ενόραση και η σαφήνειά της μένουν εμπιστευμένες πρώτα στην κυριαρχία του Ανοικτού και του ξέφωτού του. Σαφές είναι εκείνο που ολοκληρωτικά προσφέρεται στην δράση. Evidentia είναι η λέξη με την οποία ο Κικέρων μεταφράζει δηλαδή μεταφέρει στο ρωμαϊκό του κόσμο, την ελλη­νική ενάργεια. Ενάργεια, όπου ηχεί η ίδια ρίζα με το λατινικό argentum, σημαίνει αυτό που μόνο του και απ’ τον εαυτό του ξεκινώντας ρίχνει ένα φως και έρχεται σε φως. Στην ελληνική γλώσσα, κανένα ίχνος μιας ενέργειας της δράσης, του λατινικού videre˙ πρό­κειται απλώς γι’ αυτό που λάμπει και γυαλίζει. Αλλά η λάμψη δεν είναι δυνατή παρά μόνο όταν βρίσκεται ήδη εκεί το Ανοικτό. Η ακτίνα του φωτός δεν είναι αυτή που πρώτα δημιουργεί το Ανοικτό, αυτή δεν κάνει άλλο από το να διατρέχει μετρώντας το, το ξέ­φωτο. Μόνο αυτή μπορεί να προσφέρει υποδοχή, προμηθεύοντας σ’ αυτή την ίδια την ενάργεια την ε­λευθερία του ξεδιπλώματος στους κόλπους της ο­ποίας της είναι επιτρεπτή η κίνηση και η παραμονή.

Όλη η φιλοσοφική σκέψη, αυτή που θεληματικά ή όχι απαντάει στο κάλεσμα: zur Sache selbst, είναι στην πορεία της, με τη μέθοδό της, παραδομένη ήδη στην ελευθερία του Ανοικτού. Εν τούτοις, η φιλοσο­φία δεν ξέρει τίποτε απ’ το Ανοικτό και το ξέφωτό του. Η φιλοσοφία μιλάει, βέβαια, για το φως του πνεύματος αλλά δεν φυλάγεται απ’ το ξέφωτο του α­νοικτού. Το Lumen Naturale, το φως του πνεύματος, δεν κάνει άλλο παρά να παιχνιδίζει μέσα στο Ανοι­κτό. Συναντάει βέβαια το Ανοικτό του ξέφωτου, το συνιστά εν τούτοις τόσο λίγο όσο το χρειάζεται για να μπορέσει να απλωθεί σ’ ότι είναι παρόν μέσα στο Ανοικτό. Αυτό δεν είναι αληθινό για τη μέθοδο της φιλοσοφίας μόνο, αλλά και για την καθαυτό αποστο­λή της, δηλαδή για την κατάσταση αυτού που είναι παρόν. Κατά πόσο, ακόμα και μέσα στην υποκειμενι­κότητα, πάντα το υποκείμενο, το ύποκείμενον αυτό που είναι πάντα εκεί, δηλαδή το παρόν στην κατάστα­ση παρουσίας του είναι στη σκέψη, δε μπορούμε να το δείξουμε αναλυτικά εδώ. (Βλέπε σ’ αυτό το θέμα: Heidegger, Nietzsche, τ. II σελ. 429).

Εδώ προσέχουμε άλλο πράγμα. «Οτιδήποτε είναι παρόν ή όχι, δοκιμασμένο, αντιληπτό και εκτεθειμένο σαν τέτοιο, κάθε φορά η κατάσταση παρουσίας του, παραμένει εμπιστευμένη, σαν άφιξη στην παραμονή του Ανοικτού, στην ήδη ανοικτή διάσταση του Ανοικτού.

Κάθε μεταφυσική, συμπεριλαμβανομένου και του ομολόγου της του θετικισμού, μιλάει τη γλώσσα του Πλάτωνα. Ο θεμελιακός λόγος της σκέψης, αυτής που εκθέτει και το είναι του όντος, είναι είδος, ιδέα δηλαδή η όψη μέσα στην οποία το ον εμφανίζεται σαν τέτοιο. Μια τέτοια όψη είναι εντούτοις μια μορφή της κατάστασης παρουσίας. Καμιά όψη χωρίς φως. Ο Πλάτωνας ήδη κάτι ήξερε απ’ αυτά. Αλλά ούτε το φως ούτε ακόμα και η διαύγεια χωρίς το ξέφωτο του Ανοικτού. Ακόμα και το σκοτεινό το χρειάζεται. Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να μπούμε στο σκοτάδι της νύχτας; Εντούτοις απ’ τη μια άκρη της φιλοσο­φίας στην άλλη το Ανοικτό που κυριαρχεί ήδη και μέσα στο είναι, μέσα στην κατάσταση παρουσίας, μέ­νει σαν τέτοιο, ανέγγιχτο από σκέψη, παρ’ όλο που στην αρχή της φιλοσοφίας έγινε λόγος για το ξέφωτο του Ανοικτού.

Ποια ονόματα το ξανακαλούν με μια λέξη; Και πού βρίσκομε αυτό το ξανακάλεσμα; Απάντηση: στο ποίημα του Παρμενίδη, που απ’ δσο ξέρουμε υπήρξε ο πρώτος που στοχάστηκε αυτός ο ίδιος το είναι του όντος καθαυτό, και που σήμερα ακόμα, παρ’ όλο που κανένα αυτί δεν το(ν) ακούει, εντούτοις μιλάει μέσα στις επιστήμες στις οποίες αναλύεται η φιλοσοφία.

Να το κάλεσμα του οποίου ο Παρμενίδης ακούει την προτροπή:

Χρεὼ δέ σε πάντα πυθέσθαι «ἡμὲν Ἀληθείης εὐκυκλέος ἀτρεμὲς ᾖτορ ᾐδέ βροτῶν δόξας, ταῖς οὐκ ἔνι πίστις ἀληθής.

«Αλλά σου πρέπει εσένα να τα μάθεις όλα τόσο/ για του Ανοικτού-χωρίς-κάλυψη, τέλεια στρογγυλό­τητα, την ατρόμητη καρδιά/ όπως και για τη γνώμη των θνητών, όπου τίποτε δεν έχει βάθος (βάση) στο Ανοικτό-χωρίς-κάλυψη».

Σ’ αυτό το κείμενο καθορίζεται η Αληθεία, η κα­τάσταση που δεν είναι σε καμιά κάλυψη. Αποκαλεί­ται «τέλεια στρογγυλότητα», γιατί η στάση της αντι­στοιχεί στην τέλεια καμπύλη του κύκλου, πάνω στη γραμμή του οποίου, σε κάθε σημείο αρχή και τέλος συμπίπτουν. Από μια τέτοια στάση αποκλείεται κάθε δυνατότητα παρεκτροπής, μεταμφίεση και έκλειψη.

Στον άνθρωπο τον προικισμένο με κρίση, ανατίθεται να δοκιμάσει την χωρίς τρόμο καρδιά, αυτή που η ουσία της είναι το να μην είναι σε καμιά κάλυψη. Αλλά τι λέει ο λόγος που επικαλείται την ατρόμητη καρδιά για κείνο που η φύση του είναι ν’ αποφεύγει την κάλυψη; Ο ίδιος αυτός την ονομάζει στο πιο χαρακτηριστικό της σημείο: καθορίζει την ειρήνη του χώρου που συγκεντρώνει στον εαυτό του αυτό που έ­πειτα παρέχει την κατάσταση του είναι έξω από κάθε κάλυψη. Είναι το ξέφωτο του Ανοικτού. Ρωτάμε: α­νοικτό για ποιο πράγμα; Έχουμε κιόλας προσέξει ότι η κατεύθυνση κάθε σκέψης — τόσο της θεωρητικής όσο και της ενορατικής σκέψης — αποζητά το Ανοικ­τό και το ξέφωτό του που μπορεί να μετρηθεί με την διαδρομή του. Αλλά είναι εκεί που επίσης κατοικεί στην ανάπαυσή της η δυνατότητα της ολοκληρωτικής Παρουσίασης, με μια λέξη εκείνη στην οποία επέρχε­ται και η κυριαρχία της παρουσίας.

Αυτό που πριν απ’ όλα προμηθεύει την κατάστα­ση της μη-κάλυψης, είναι ο δρόμος πάνω στον οποίο βαδίζει η σκέψη, στο ίχνος του μοναδικού και ανοίγε­ται σ’ αυτό: όπως εστίν…είναι: «που παρουσία ξεδι­πλώνεται η παρουσία». Το ξέφωτο του Ανοικτού πριν απ’ όλα δίνει τη δυνατότητα του δρόμου προς την κατάσταση παρουσίας στην οποία φέρνει, σ’ αυτή την ίδια, τήν κυριαρχία.

Την Αλήθεια, την κατάσταση της μη-κάλυψης, πρέπει να τη σκεφτούμε σαν το ίδιο το Ανοικτό του ξέφωτου που αφήνει να επέλθει το είναι και η σκέψη στην παρουσία τους, το ένα στο άλλο και το ένα για το άλλο. Η γαλήνια καρδιά που είναι το Lichtung, ξέφωτο του Ανοικτού, είναι το άσυλο στους κόλπους του οποίου βρίσκει το χώρο της η συμφωνία τους μέσα στην ενότητα του Ίδιου.

Μόνο μέσα σ’ αυτή τη συμφωνία βρίσκει βάση κάθε παράκληση μιάς πιθανής ανακούφισης της σκέ­ψης. Χωρίς την προηγούμενη εμπειρία της Αλή­θειας ως Lichtung, το να πει κανείς ότι μια σκέψη α­ποτελεί ή όχι νόμο, δε σημαίνει τίποτε. Από πού ο πλατωνικός καθορισμός της κατάστασης παρουσίας σαν ιδέας αντλεί τη νομιμότητά του; Σχετικά με τι η ερμηνεία της παρουσίας σαν ενέργειας μπορεί ν’ α­ποτελέσει νόμο; Αυτές τις ερωτήσεις από τις οποίες τόσο παράξενα απέχει η φιλοσοφία, δεν μπορούμε ού­τε να τις θέσουμε, όσο δεν αποκτήσαμε την εμπειρία εκείνου που χρειάστηκε ν’ αποκτήσει ο Παρμενίδης: της Αληθείας, της κατάστασης της μη-κάλυψης. Ο δρόμος που οδηγεί ως εκεί, χωρίζεται απ’ εκείνον πά­νω στον οποίο οι θνητοί δεν μπορούν να κάνουν άλ­λο παρά να περιπλανιούνται κάτω από την επήρεια ε­κείνου που νομίζουν αληθινό. Η Αλήθεια όπως και ο ίδιος ο θάνατος δεν είναι θνητά.

Αν μεταφράζω επίμονα τη λέξη Αλήθεια με το κατάσταση μη-κάλυψης δεν το κάνω από αγάπη προς την ετυμολογία αλλά από συνείδηση αυτού με το ο­ποίο έχω να κάνω, για να του παραμείνω πιστός στοχαζόμενος αυτό που έχει ονομαστεί: είναι και σκέψη. Η μη-κάλυψη είναι, για να πούμε έτσι, το στοιχείο στο βάθος του οποίου τόσο το είναι όσο και η σκέψη είναι το ένα για το άλλο και είναι το ίδιο. Η Αλή­θεια ονομάστηκε βέβαια απ’ την αρχή της φιλοσο­φίας, αλλά στα επόμενα χρόνια, δεν έγινε καθαυτή θέ­μα σκέψης σαν τέτοια, απ’ τη φιλοσοφία. Γιατί η απο­στολή της φιλοσοφίας σα μεταφυσικής είναι κατά τον Αριστοτέλη το να σκέπτεται κανείς το ον σαν τέτοιο με οντο-θεολογικό τρόπο.

Εάν είναι έτσι, τότε, μας επιτρέπεται να θεωρή­σουμε ότι η φιλοσοφία είχε παραμελήσει κάτι, ότι το είχε αφήσει να χαθεί και ότι έτσι κηλιδώθηκε με μια θεμελιώδη παράληψη. Η στροφή προς ό,τι μέσα στη φιλοσοφία παραμένει ανέγγιχτο από σκέψη, δεν απο­τελεί κριτική της φιλοσοφίας. Εάν αυτή τη στιγμή ή­ταν αναγκαία μια κριτική τότε θα έπρεπε να αφορά το εγχείρημα μάλλον που απ’ το Sein und Zeit δεν παύει να γίνεται όλο και περισσότερο πιεστικό: Η υποβολή στο τέλος της φιλοσοφίας της ερώτησης μιας πιθανής αποστολής τής σκέψης.

Γιατί, παρ’ όλα αυτά είναι τώρα καιρός ν’ αναρω­τηθούμε: γιατί ο ελληνικός όρος Αλήθεια δεν μετα­φράζεται πλέον εδώ με την κλασσική λέξη «verité»; (αλήθεια). Η απάντηση πρέπει να είναι: καθ’ όσον αντιλαμβανόμαστε τη λέξη «αλήθεια» με την κοινή ση­μασία που έχει στην παράδοση και που είναι η συμ­φωνία, εμφανιζόμενη αυτή η ίδια στο επίπεδο του όν­τος, της γνώσης με το ον και επίσης όταν η αλήθεια ερμηνεύεται σα βεβαιότητα της γνώσης που αναφέρε­ται στο ον, τότε την Αλήθεια, την κατάσταση μη-κάλυψης, όπως αναφέρεται στο Ανοικτό δεν επιτρέ­πεται να την ταυτίζουμε με την έννοια της verité.

Εντελώς αντίθετα, είναι η Αλήθεια, είναι η μη-κάλυψή της, που μόνη κάνει δυνατό να υπάρχει veri­té. Γιατί μόνο μέσα στο στοιχείο του Lichtung, στο ξέφωτο του Ανοικτού, τόσο το είναι όσο και η σκέ­ψη, η ίδια η verité μπορεί να είναι αυτό που είναι. Ενάργεια, βεβαιότητα σε κάθε κλίμακα, κάθε είδος ε­παλήθευσης αυτού που μπορεί να είναι verité κινούνται πλέον μαζί μ’ αυτήν, στην περιοχή του Ανοικτού.

Η Αλήθεια, η μη-κάλυψη σα ξέφωτο παρουσίας δεν είναι ακόμα ή verité. Είναι λοιπόν κάτι λιγώτερο απ’ την verité; Μήπως είναι κάτι περισσότερο, αν πράγματι αυτή μόνη κάνει δυνατή τη συμφωνία και τη βεβαιότητα κι αν ακόμα καμιά παρουσία, καμιά παρουσίαση δεν μπορούν να συμβούν έξω απ’ την πε­ριοχή του Ανοικτοΰ;

Ας εμπιστευθούμε μια τέτοια ερώτηση σαν απο­στολή στη σκέψη. Αλλά εκεί η σκέψη πρέπει ν’ ανα­διπλωθεί έως ότου αναρωτηθεί ακόμα κι αν μπορεί να θέσει αυτή την ερώτηση όσο ακόμη σκέπτεται με φι­λοσοφικό τρόπο, δηλαδή, στην αυστηρή έννοια της μεταφυσικής που δε ρωτά αυτό που είναι παρόν παρά μόνο πρός την κατεύθυνση της παρουσίας του.

Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, να τι είναι ξεκά­θαρο: το να ρωτάμε προς την κατεύθυνση της Αλή­θειας της μη-κάλυψης σαν τέτοιας, δεν είναι το να θέτουμε την ερώτηση της verité. Γι’ αυτό δεν ήταν στο μέτρο αυτού που ήταν προς σκέψη και γι’ αυτό από εκεί και πέρα ήταν πλάνη το να καθορίζεται ως «verité» η Αλήθεια με την έννοια του Lichtung. Το να μιλάμε για την «verité του είναι» έχει, στη Λογική του Hegel, τη νόμιμη σημασία του, καθόσο αλήθεια σημαίνει εδώ βεβαιότητα της απόλυτης γνώσης. Αλ­λά ο Hegel δεν ανησυχεί καθόλου όπως δε θ’ ανησυ­χήσει και ο Husserl, όπως δε θ’ ανησύχησε ποτέ καμιά μεταφυσική, για το είναι σαν είναι, δηλαδή γι’ αυτή την ερώτηση: κατά πόσο η παρουσία είναι δυνα­τή σαν τέτοια; Παρουσία δεν υπάρχει παρά στην πε­ριοχή του Ανοικτού. Με την Αλήθεια ονομάζεται βέβαια καθαρά το Ανοικτό, αλλά δεν γίνεται θέμα σκέψης σαν τέτοιο.

Η κοινή έννοια της verité δεν σημαίνει την κατά­σταση της μη-κάλυψης. Ούτε και στην φιλοσοφία των Ελλήνων.

Συχνά σημειώνεται και δικαίως, ότι στον Όμηρο ήδη, η λέξη αληθές δε λέγεται ποτέ παρά στα verba dicendi, λόγια που εκφράζουν μια αναγγελία, κι από κει κι ύστερα με την έννοια της ορθότητας αυτής της αναγγελίας, της εμπιστοσύνης που μπορεί να έχει κα­νείς σ’ αυτή, αλλά καθόλου με την έννοια της μη-κάλυψης του πράγματος. Αλλά αυτή η ένδειξη πριν απ’ όλα σημαίνει ότι ούτε οι ποιητές ούτε η κοινή χρήση της γλώσσας και ούτε η φιλοσοφία απ’ τη με­ριά της δεν προσπαθούν ν’ αναρωτηθούν πώς η αλή­θεια, δηλαδή η ορθότητα της αναγγελίας δεν είναι εγ­γυημένη αυτή η ίδια παρά μέσα στο στοιχείο που εί­ναι αυτό το Ανοικτό της παρουσίας.

Μέσα στον ορίζοντα αυτών των ερωτημάτων πρέ­πει ν’ αναγνωρίσουμε ότι η Αλήθεια με την έννοια της μη-κάλυψης της παρουσίας είναι, απ’ την αρχή ή­δη, αποκλειστικά, σαν ακρίβεια της αναπαράστασης και ορθότητα της αναγγελίας που έγινε αισθητή. Αλ­λά από κει και πέρα, ακόμα και η θέση μιας αντικατά­στασης της ουσίας της αλήθειας που θα την είχε οδηγήσει απ’ τη μη-κάλυψη στους κόλπους του Ανοι­κτού στην ορθότητα της αναγγελίας, δεν στηρίζεται. Αντί γι’ αυτή τη θέση αρμόζει να πούμε: η Αλήθεια σαν άνοιγμα ενός κόσμου της παρουσίας και της πα­ρουσίασης του όντος μέσα στη σκέψη και μέσα στο λόγο εκδηλώνεται απ’ την αρχή ήδη με τη μορφή της ομοιώσεως και της adaequatio, δηλαδή της veri­té.

Αλλά αυτή η κατάσταση των πραγμάτων μας κά­νει πάλι ν’ απορούμε: πώς γίνεται, στην κοινή εμπειρία και στην κοινή γλώσσα των ανθρώπων να εμφανίζεται η Αλήθεια, η μη-κάλυψη, μόνο σαν ορθότητα της αναγγελίας και σαν ικανότητα του λόγου να γίνεται πι­στευτός; Αυτό προέρχεται από το ότι η εκστατική παραμονή του ανθρώπου μέσα στο Ανοικτό της πα­ρουσίας δεν στρέφεται παρά σε ό,τι του είναι άμεσα παρόν και στην παρουσίαση που γίνεται συνήθως ε­κεί; Αλλά τι να καταλάβουμε απ’αυτά εάν όχι ότι η παρουσία σαν τέτοια και περισσότερο ακόμα το Ανοικτό που την κάνει δυνατή παραμένουν αόρατα; Δεν έχει πραγματικά επιχειρηθεί και γίνει θέμα σκέ­ψης παρά μόνο οτιδήποτε φέρνει η Αλήθεια σαν ξέ­φωτο του Ανοικτού και κατά κανένα τρόπο αυτό που είναι αυτή καθαυτή.

Αυτό που είναι στον ίδιο της τον εαυτό παραμένει σε κάλυψη. Πρόκειται για αποτέλεσμα απλής σύμπτω­σης; Μήπως δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας πα­ράλειψης από μέρους της ανθρώπινης σκέψης; Ή μή­πως βαδίζει έτσι γιατί η αποτράβηξη, η παραμονή σε κάλυψη, με μια λέξη η Λήθη ανήκει στην Αλήθεια, όχι σαν απλή προσθήκη, ούτε όπως η σκιά ανήκει στο φως, αλλά σαν η ίδια η καρδιά της Αλήθειας; Κι αυτό που κυριαρχεί στους κόλπους μιας τέτοιας κάλυψης απ’ όπου αναλαμβάνει το Ανοικτό της πα­ρουσίας, θα ήταν τότε —και με ποια δύναμη να προσ­φέρει— καταφύγιο και φύλακας εκείνου απ’ όπου έρ­χεται το ξεδίπλωμα της μη-κάλυψης, αυτού μέσα στο οποίο μόνο απ’το παρόν μπορεί να εμφανισθεί με τη σειρά του, με τη λάμψη της παρουσίας;

Αν ήταν έτσι, τότε το Lichtung, το Ανοικτό μέσα στο ξέφωτό του, δε θα ήταν μόνο το άνοιγμα ενός κό­σμου της παρουσίας, αλλά το ξέφωτο της κάλυψης της παρουσίας, εκείνο μιας προφύλαξης που κι αυτή η ίδια είναι σε κάλυψη. Εάν ήταν έτσι, τότε μ’αυτή μόνο την ερώτηση θα μπαίναμε σ’ ένα δρόμο πού ο­δηγεί στην αποστολή της σκέψης όταν η φιλοσοφία φτάνει στο τέλος της.

Αλλά τι! Όλα αυτά που ειπώθηκαν μέχρι τώρα δεν είναι παρά αθεμέλειωτος μυστικισμός ή ακόμα και κακή μυθολογία— τέλος πάντων ολέθριος παραλογι­σμός και άρνηση του πνεύματος;

Αντιρωτώ: τι σημαίνει ratio, νους, νοεϊν εννοώ και νόηση; Τι σημαίνει αρχή και ιδίως «ἀρχὴ ὅλων τῶν ἀρχῶν»; Θα μπορέσουμε ποτέ να καθορίσουμε ικανοποιητικά, αν αποφύγουμε να το κάνουμε σύμφω­να με το ελληνικό πρότυπο, τη δοκιμασία της Αλή­θειας σα μη-κάλυψης στους κόλπους του

Ανοικτού, για να τη σκεφθούμε έπειτα, ξεπερνώντας αυτή την ί­δια την ελληνική εμπειρία, σαν το ξέφωτο της κάλυ­ψης του Ανοικτού; Όσο το πνεύμα και ο λογισμός αυτά καθαυτά, θα παραμένουν άξια να γίνουν ερώτη­ση, το να μιλάει κανείς για παράλογο δε θα στηρίζε­ται πουθενά. Ο τεχνικο-επιστημονικός ορθολογισμός που διέπει τη σημερινή εποχή μάταια προσπάθησε να εγκαθιδρύσει το δίκαιό του με τρόπο καθημερινά πιο συναρπαστικό, με αποτελεσματικότητα που μόλις μπορούμε να συλλάβουμε τι μπορεί να γίνει: αυτή η αποτελεσματικότητα δεν ξέρει τίποτε από εκείνο που, πρωταρχικότερα, ανοίγει την ίδια τη δυνατότητα του λογικού και του παράλογου. Η αποτελεσματικότητα αποδείχνει ότι ο τεχνικο-επιστημονικός ορθολογισμός είναι εντάξει. Αλλά η εμφάνιση εκείνου που είναι μέ­σα στην ευρύτητά του, μήπως εξαντλείται μέσα στο αποδεικτέο; Η επιμονή στο αποδεικτέο δεν κόβει το δρόμο που οδηγεί σ’εκείνο που είναι;

Ίσως είναι μια πιο νηφάλια σκέψη απ’ την ακαταπίεστη ορμή της λογίκευσης και ό,τι έχει το ελκτικό η κυβερνητική. Αυτή η έλξη μάλλον θα μπορούσε να είναι το αποκορύφωμα του παράλογου.

Ίσως να είναι μια σκέψη ξένη προς τη διάκριση του λογικού και του παράλογου, ακόμα πιο νηφάλια απ’ την επιστημονική τεχνική, πιο νηφάλια και γι’ αυ­τό στο περιθώριο, χωρίς επίδραση στον κόσμο, και ό­μως έχοντας τη δική της αναγκαιότητα. Εάν το ερώ­τημα της αποστολής μιας τέτοιας σκέψης τίθεται σ’ ε­μάς, τότε δεν είναι μόνο και πρωταρχικά αυτή η σκέ­ψη, είναι επίσης η ίδια η ερώτηση που ανησυχεί γι’ αυτό, που φτάνει στην καρδιά της ερώτησης. Απέ­ναντι σ’ όλη την παράδοση της φιλοσοφίας αυτό ση­μαίνει: όλοι, όσοι κι αν είμαστε, έχουμε ανάγκη παι­δείας στη σκέψη και πριν απ’ αυτό ακόμα περισσότε­ρο, έχουμε ανάγκη να γνωρίζουμε τι μπορεί να θέλει να πει ή όχι παιδεία στην περιοχή της σκέψης.

Ο Αριστοτέλης πάνω σ’ αυτό μας ειδοποιεί στό βιβλίο IV των Μεταφυσικών του (1006 και επ.) ἔστι γὰρ ἀπαιδευσία τὸ μὴ γιγνώσκειν τίνων δεῖ ζητεῖν ἀπόδειξιν καὶ τίνων οὐ δεῖ.

Αυτός ο λόγος απαιτεί προσεκτικό στοχασμό. Γιατί δεν έχει ακόμα αποφασιστεί με ποιο τρόπο πρέ­πει να δοκιμαστεί, αυτό για το οποίο καμιά απόδειξη δεν είναι επίκαιρη, εάν εν τούτοις πρέπει να γίνει προσιτή στη σκέψη. Πρόκειται εδώ για διαλεκτική μεσολάβηση ή για πρωταρχικά προσφέρουσα ενόραση ή για καμμιά απ’ τις δύο; Εδώ η απόφαση δε μπορεί να προέλθει παρά από το είναι, από εκείνο που ανήκει σ’ αυτό το οποίο, πριν από κάθε τι άλλο απαιτεί από εμάς μια ελεύθερη πρόσβαση. Αλλά πώς με τη σειρά του θα μπορούσε να μας κάνει δυνατή την απόφαση εάν δεν το έχουμε αφήσει να έρθει ως εμάς; Μέσα σε ποιο κύκλο βρισκόμαστε και πραγματικά χωρίς καμ­μιά διέξοδο; Μήπως είναι η εὔκυκλος Ἀλήθειη, η χωρίς-κάλυψη, τέλεια στρογγυλότητα θεωρουμένη με τη σειρά της σα Lichtung, σαν ξέφωτο του Ανοικτού; Αλλά τότε η αποστολή της σκέψης δε θα είχε για τί­τλο αντί για το Sein und Zeit (είναι και χρόνος): Sein und Lichtung.

Δυo ερωτήσεις πρόκειται νά τεθούν:

1.- Σε τι η φιλοσοφία, στην σημερινή της εποχή μπή­κε στο τελικό της στάδιο;

2.- Ποια αποστολή, στο τέλος της φιλοσοφίας, επιφυ­λάσσεται στη σκέψη;

Σε τι η φιλοσοφία στη σημερινή εποχή μπήκε στο τε­λικό της στάδιο;

Καταλαβαίνουμε πολύ εύκολα το τέλος ενός πρά­γματος με μια έννοια τελείως αρνητική όπως την α­πλή παύση, όπως το σταμάτημα μιας διαδικασίας, εάν όχι και σαν διάλυση και αδυναμία. Εντελώς αντίθετα, η έκφραση «τέλος φιλοσοφίας» σημαίνει την τελείωση της μεταφυσικής. Αλλά απ’ τη μια άκρη της φιλοσο­φίας στην άλλη, είναι η σκέψη του Πλάτωνα που με διάφορες μορφές, παραμένει καθοριστική. Η μεταφυ­σική είναι από πάνω μέχρι κάτω πλατωνική. Ο ίδιος ο Nietzsche χαρακτηρίζει τη φιλοσοφία του σαν ανα­στροφή του πλατωνισμού. Με την αναστροφή του πλατωνισμού, πραγματοποιείται λοιπόν η ακρότατη δυνατότητα της φιλοσοφίας.

Τέλος σημαίνει τελείωση: αλλά αυτές οι δυνατό­τητες πρέπει να συμπεριληφθούν σ’ όλο τους το πλά­τος. Γιατί στη φιλοσοφία ανήκει ένα χαρακτηριστικό σημείο, Kι αυτό απ’ την εποχή της ελληνικής φιλοσο­φίας: δηλαδή η εξέλιξη των διαφόρων επιστημών στο εσωτερικό του χώρου που ανοίχτηκε απ’ τη φιλοσο­φία. Η εξέλιξη των επιστημών και συγχρόνως το ξε­πέρασμά τους της φιλοσοφίας αποτελούν μέρος της τελείωσης της φιλοσοφίας.

Το τέλος της φιλοσοφίας σημαίνει: αρχή του παγ­κόσμιου πολιτισμού εφ’ όσο απαντάει, με την εξέλιξη των επιστημών, στο πρωταρχικό ξεκίνημα της ίδιας της φιλοσοφίας.

Αλλά υπάρχει για τη σκέψη, εκτός απ’ την ύστα­τη δυνατότητα που είναι η ανάλυση της φιλοσοφίας στην ανάπτυξη των τεχνικοποιημένων επιστημών, μια πρώτη δυνατότητα απ’ όπου η φιλοσοφική σκέψη θα μπορούσε βέβαια να βρει διέξοδο αλλά που δεν ήταν εντούτοις σε θέση, να δοκιμάσει και να επιχειρήσει;

Γι’ αυτό τίθεται η δεύτερη ερώτηση:

Ποια αποστολή, στο τέλος της φιλοσοφίας, επιφυ­λάσσεται ακόμα στη σκέψη;

Κάθε απόπειρα να στρέφει κανείς το βλέμμα προς την αποστολή, ίσως, της σκέψης γυρίζει πίσω για να λάβει υπόψη το σύνολο που είναι η ιστορία της φιλο­σοφίας. Από τούτο και μόνο μια τέτοια σκέψη οπω­σδήποτε παραμένει πολύ πιο χαμηλά απ’ το μεγαλείο των φιλοσόφων.

Αυτή η σκέψη προσπαθεί μόνο, απέναντι στο παρόν, να κάνει ν’ ακουστεί σ’ ένα προανάκρουσμα, κά­τι που απ’ τα βάθη των αιώνων, ακριβώς στην αρχή της φιλοσοφίας, ειπώθηκε ήδη γι’ αυτήν χωρίς να το έχει από μόνη της σκεφθεί.

Υποβολή του ερωτήματος της αποστολής της σκέψης, σημαίνει: καθορισμό αυτού που, μέσα στον ορίζοντα της φιλοσοφίας, αφορά τη σκέψη, αυτού που για τη σκέψη δεν παύει να είναι ερώτηση, αυτού που είναι το κεντρικό σημείο της ερώτησης. Αυτό είναι στα γερμανικά το die sache: το θέμα προς συζήτηση, αυτό που ονομάζει τόσο ο Hegel όσο και ο Husserl. Τι είναι λοιπόν αυτό που παραμένει ανέγγιχτο από σκέψη, τόσο μέσα στην καθαυτό αποστολή της φιλο­σοφίας όσο και μέσα στη μέθοδο που δεν της ανήκει λιγώτερο;

Με τον Hegel, πχ. η θεωρητική διαλεκτική είναι ο τρόπος σύμφωνα με τον οποίο η αποστολή της φιλο­σοφίας, δηλαδή η υποκειμενικότητα, ξεκινώντας απ’ τον εαυτό της και για τον εαυτό της, μπαίνει στη διά­σταση της παρουσίας και έτσι εκτίθεται σ’ ένα παρόν. Μια τέτοια παρουσία αναγκαστικά συμβαίνει μέσα σε μια ωρισμένη διαύγεια. Μόνο μέσω αυτής της διαύ­γειας αυτό που εμφανίζεται μπορεί να γίνει ορατό, δη­λαδή να παρουσιαστεί. Αλλά αυτή η ίδια η διαύγεια έχει την ανάπαυσή της μέσα στην ελευθερία, που εί­ναι ακόμα περισσότερο σε κάλυψη του Ανοικτού.

Ονομάζουμε αυτή τη κατάσταση ανοίγματος που μόνη κάνει δυνατό σε οτιδήποτε να δοθεί στην δρά­ση: die Lichtung. Το ουσιαστικό Lichtung παραπέμπει στο ρήμα lichten. Το επίθετο licht είναι η ίδια λέξη με το leight (ελαφρός). Etwas lichten σημαίνει: κάνω κάτι ελαφρό, το κάνω ανοιχτό κι ελεύθερο, πχ. ξεκαθαρίζω σ’ ένα μέρος τό δάσος, το ξελαφρώνω από τα δένδρα. Το ελεύθερο διάστημα που έτσι εμφανίζεται είναι το Lichtung. Τίποτε το κοινό ανάμεσα στο Licht, που σημαίνει ελαφρό, ξελαφρωμένο και το άλλο επίθετο li­cht που είναι το φωτεινό ή λαμπερό. Πρέπει να προσέξουμε για να καταλάβουμε τη διαφορά μεταξύ του Lichtung (ξέφωτο) και Licht (φως). Αλλά το φως μπορεί να επισκεφθεί το ξέφωτο, ό,τι έχει το ανοικτό, και να κάνει να παιχνιδίσει σ’ αυτό το φως με το σκοτάδι. Δεν είναι όμως ποτέ το φως που αρχικά δη­μιουργεί το Ανοικτό του ξέφωτου· είναι αντίθετα αυ­τό, το φως που προϋποθέτει εκείνο, το ξέφωτο. Το ξέ­φωτο, το Ανοικτό, δεν είναι μόνο ελεύθερο για το φως και τη σκιά, αλλά επίσης και για τη φωνή και για όλα όσα ηχούν και αντηχούν. Το Lichtung είναι ξέ­φωτο και για την παρουσία και για την απουσία.

Ίσως μια μέρα η σκέψη, θα μπορούσε να μην κι­νείται πλέον απ’ τη θέση της αλλά ν’ αναρωτιέται επι­τέλους εάν το ελεύθερο ξέφωτο του Ανοικτού δεν ή­ταν ακριβώς ο τόπος όπου η ευρύτης του διαστήμα­τος και οι ορίζοντες του χρόνου όπως και ότι μέσα σ’ αυτά παρουσιάζεται και χάνεται, περιέχονται και γί­νονται δεκτά.

Η φιλοσοφία μιλάει βέβαια για το φως του πνεύ­ματος αλλά δε φυλάγεται απ’ το ξέφωτο του Ανοι­κτού. Το lumen naturale, το φως του πνεύματος, δεν κάνει άλλο παρά να παιχνιδίζει μέσα στο Ανοικτό. Συναντάει βέβαια το Ανοικτό του ξέφωτου, το συνι­στά εντούτοις τόσο λίγο, όσο μάλλον το χρειάζεται για να μπορέσει να απλωθεί σ’ ό,τι είναι παρόν μέσα στο Ανοικτό. Εν τούτοις, απ’ τη μια άκρη της φιλο­σοφίας στην άλλη, το Ανοικτό που ήδη κυριαρχεί μέσα στο ίδιο το είναι, μέσα στην κατάσταση παρου­σίας, σαν τέτοιο παραμένει ανέγγιχτο από σκέψη. Η συνέπεια είναι ότι όχι λιγώτερο σκοτεινό παραμένει το γιατί και πώς ο καθορισμός του είναι του όντος δεν παύει να αλλάζει απ’ τη μια άκρη της φιλοσοφίας στην άλλη. Από πού ο πλατωνικός καθορισμός της κατάστασης παρουσίας σαν ιδέα αντλεί τη νομιμότη­τά του; Αναφορικά σε τι η ερμηνεία της παρουσίας σαν ενέργεια μπορεί ν’ αποτελέσει νόμο; Αυτές τις ε­ρωτήσεις απ’ τις οποίες τόσο παράξενα μένει μακρυά η φιλοσοφία, δε μπορούμε ούτε καν να τις θέσουμε, όσο δεν αποκτήσαμε την εμπειρία εκείνου που χρειά­στηκε ν’ αποκτήσει ο Παρμενίδης: της Αλήθειας*, της κατάστασης της μη-κάλυψης.

Αν μεταφράζω επίμονα τη λέξη Αλήθεια με το «κατάσταση μη-κάλυψης» δεν το κάνω από ανάγκη προς την ετυμολογία αλλά από συνείδηση αυτού που έχω να κάνω για να του παραμείνω πιστός στοχαζόμενος αυτό που έχει ονομαστεί: είναι και σκέψη. Το να μην είναι σε κάλυψη είναι για να πούμε έτσι, το στοιχείο στους κόλπους του οποίου τόσο το είναι όσο και η σκέψη είναι το ένα για το άλλο και είναι το ίδιο. Μόνο μέσα στο στοιχείο του Lichtung, μέσα στο ξέφωτο του Ανοικτού, τόσο το είναι όσο και η σκέψη, η ίδια η αλήθεια μπορεί να είναι αυτό που εί­ναι. Η αλήθεια, η μη-κάλυψη σαν ξέφωτο παρου­σίας, δεν είναι ακόμα η αλήθεια στην κοινή έννοια της ορθότητας και εγκυρότητας των αναλογιών. Είναι λοιπόν κάτι λιγώτερο απ’ την verité; Δεν είναι περισ­σότερο;

Ας εμπιστευθούμε μια τέτοια ερώτηση σαν απο­στολή στη σκέψη. Αυτό που είναι η αλήθεια στον ί­διο της τον εαυτό παραμένει σε κάλυψη. Πρόκειται για αποτέλεσμα απλής σύμπτωσης; Μήπως δεν είναι πα­ρά το αποτέλεσμα μιας παράλειψης από μέρους της ανθρώπινης σκέψης; Ή μήπως βαδίζει έτσι γιατί το ν’ αποτραβηχτεί, να παραμείνει σε κάλυψη, με μια λέξη η λήθη ανήκει στην Αλήθεια, όχι σαν απλή προσ­θήκη, ούτε όπως η σκιά ανήκει στο φως αλλά σαν την ίδια την καρδιά της Αλήθειας; (Ποίημα του Παρμενίδη, 1,29).

Εάν ήταν έτσι, τότε το Lichtung, το Ανοικτό μέ­σα στο ξέφωτό του, δεν θα ήταν μόνο το άνοιγμα ε­νός κόσμου της παρουσίας.

Εάν ήταν έτσι, τότε θα ήταν μόνο μ’ αυτή την ε­ρώτηση που θα μπαίναμε σ’ ένα δρόμο που οδηγεί στην αποστολή της σκέψης, όταν η φιλοσοφία φτάνει στο τέλος.

Πώς να μάθουμε αν είναι έτσι; Γι’ αυτό, αυτό που πρώτα έχουμε ανάγκη είναι μια παιδεία της σκέψης. Από πού αυτή η παιδεία πρέπει να κάνει να βγει η σκέψη; Δεν είναι απ’ την ίδια την φιλοσοφία; Το πρώτο βήμα σ’ αυτό το μονοπάτι ήταν το Sein und Zeit. Αλλά το μονοπάτι που πήραμε και η αποστολή της σκέψης διακρινόμενη καλύτερα, απαιτούν τώρα έ­ναν καθορισμό πιο συναφή με το θέμα που άλλοτε ενδεικνυόταν κάτω απ’ τον τίτλο Sein und Zeit. Ο τί­τλος πρέπει τώρα να ηχεί έτσι: Anwesenheit und Lichtung.