Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία


Άρης Δικταίος: Ο Όμηρος, το Επίγραμμα, η Επιγραφή, η Γραφή



Ἦ ρά τις αἰχμήτω, Ξενόκλεες, ἀνδρὸς ἐπιστὰς

σῆμα τὸ σὸν προσιδὼν γνώσεται ἐνορέας.(34)

[Ἀλήθεια, Ξενοκλῆ, ἂν κανεὶς τὸ μνῆμα σου κοιτάξη,

θὰ μάθη ἀμέσως τί θὰ πῆ ἀνδρεία ἑνὸς μαχητῆ.],

στὸ ἐπιτύμβιο τοῦ 6ου μὲ ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰῶνα. ποὺ βρέθηκε στὴν Ἀκαρνανία:

Προκλείδους τόδε σῆμα κεκλήσεται ἐγγὺς ὁδοῖο,

ὃς περὶ τῆς αὐτοῦ γῆς θάνε μαρνάμενος.(35)

[Τὸ μνῆμα πλάι στὴ δημοσιὰ θὰ τὸ ποῦν: Τοῦ Προκλείδη,

ποὺ πέθανε μαχόμενος γιὰ τὴ δική του γῆ.],

στὸ ἐπιτύμβιο τοῦ 3ου αἰῶνα, ποὺ βρέθηκε στὸ Κοτιάειο τῆς Φρυγίας:

Ἀέναον τόδε σῆμα πατὴρ εἵδρυσε θυγατρί,

ἀθανάτην μνήμην μνημόσυνον δάκρυον·

μὴ (…) τύμβον, ἀλλ’ ἀναγνοὺς πάριθι.(36)

[Αἰώνιο τὸ μνῆμα αὐτὸ ἔφτιαξε ὁ πατέρας γιὰ τὴν κόρη,

μνήμη γιὰ νὰ ‘χη ἀθάνατη, ὡς μνημόσυνο δακρύων·

μὴ (δῆς) τὸν τάφο (μοναχά), μὰ πέρνα, ἀφοῦ διαβάσης.]

καὶ στὸ ἐπιτύμβιο τοῦ 3ου ἢ 2ου αἰῶνα, ποὺ βρέθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια:

Ὁ τύμβος οὐκ ἄσαμος· ἁ δέ τοὶ πέτρος

τὸν κατθανόντα σημανεῖ, τὶς καὶ τίνος…(37)

[Δὲν εἶναι ὁ τάφος ἄγραφος· τὶ ἡ πέτρα αὐτὴ ὀνομάζει

τὸν πεθαμένο: ποιός ἦταν καὶ τίνος ὁ γιὸς ἦταν…].

Καὶ τὸ ἀντίστροφο: ὅπου γίνεται λόγος γιὰ στήλη, δὲν ἀναφέρεται τὸ «σῆμα», ὅπως στὰ ἐπιτύμβια 180 καὶ 181, στὸν Κάιμπελ, ποὺ εἴδαμε ἤδη, κι ὅπως στὸ VII 140 τοῦ Ἀρχίου:

Καὶ γενέταν τοῦ νέρθε καὶ οὔνομα καὶ χθόνα φώνει,

στάλα, καὶ ποίᾳ κηρὶ δαμεὶς ἔθανε…

[Τ’ ὄνομα, τὸν πατέρα του καὶ τὴν πατρίδα, λέγε,

στήλη, αὐτοῦ πού ‘ναι κάτω σου, κι ἀπὸ ποιὰ μοῖρα

πέθανε δαμασμένος],

καὶ στὸ ἐπιτύμβιο τοῦ 4ου αἰῶνα, ποὺ βρέθηκε στὸν Πειραιά:

Οὔνομα μὲν τοὐμὸν καὶ ἐμοῦ πατρὸς ἥδ’ ἀγορεύει

στήλη καὶ πάτραν…(38)

[Ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου ὀνομάζει ἡ στήλη τούτη

καὶ τὴν πατρίδα μου…],

κι ὅπως τὸ VII 427 τοῦ Ἀντιπάτρου Σιδωνίου:

Ἁ στάλα, φέρ’ ἴδω, τίν’ ἔχει νέκυν. ἀλλὰ δέδορκα

γράμμα μὲν οὐδέν που τμαθὲν ὕπερθε λίθου…

[Ἡ στήλη, ἂς πάω νὰ δῶ, ποιὸν νεκρὸν ἔχει. Μὰ δὲ βλέπω

κανένα γράμμα πουθενὰ πάνω στὴν πέτρα…].

Τὴν ἔκπληξη ν αὐτὴ ἀκριβῶς, ποὺ ἐκφράζει ὁ ἐκ Σιδῶνος Ἀντίπατρος, στὸ τελευταῖο τοῦτο ἐπίγραμμα, μὴ βλέποντας γραφὴ πάνω στὴ στήλη, δοκιμάζουμε κ’ ἐ­μεῖς ἀναφορικὰ μὲ τοὺς Η 89-90 στίχους αὐτοὺς τῆς «Ἰλιάδος». Ἐρωτητέον, ἑπομένως, καὶ πάλι: ἂν δὲν τὸ ἔβλεπε κανεὶς χαραγμένο, γραμμένο, πάνω στὴ στήλη, πῶς ἀλλιῶς θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ πῆ ἀποφασιστικὰ ἕνας ἄνθρωπος τοῦ μέλλοντος, καὶ φυσικὰ καὶ τοῦ ἀπωτέρου μέλλοντος, ποὺ θὰ τύχαινε νὰ ταξιδέψη σ’ ἐκεῖνα τὰ μέρη, πὼς ὁ τάφος αὐτὸς εἶναι τοῦ Τάδε γενναίου, ποὺ τὸν σκότωσε ὁ μεγάλος Ἕκτορας; Πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ ξέρουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ μέλλοντος, πού, ταξιδεύον­τας, θὰ ἔρριχναν ἄγκυρα στὸ νησὶ τῆς Κίρκης, καὶ βλέ­ποντας, ἐκεῖ, δίπλα στὴν ἀφρισμένη θάλασσα, ἕναν τά­φο, ὅτι ὁ τάφος αὐτὸς εἶναι ἑνὸς συγκεκριμένου Ἐλπήνορα; Ὄχι, βέβαια, ἀπὸ τὸ κουπί, πού, ἄλλωστε, δὲ θ’ ἀργοῦσε νὰ σαπίση καὶ νὰ γίνη σκόνη, μήτε κι ἀπὸ τὴν παράδοση μονάχα. Γιατί, ἂν θεωρήσωμε ἀρκετὴ τὴν παράδοση, γιὰ τὴ διαιώνιση τοῦ ὀνόματος τοῦ Τάδε, ἀλ­λὰ καὶ τῆς δόξας τοῦ Ἕκτορα (ποὺ ἔπαιξε τὸν ρόλο τῆς δαμάστριας μοίρας σύμφωνα μὲ τὸν δεύτερο στίχο τοῦ VII 140, γι’ αὐτόν) στὴν πρώτη περίπτωση, ἀφοῦ πρό­κειται γιὰ κατοικημένη περιοχή, — στὴ δεύτερη περίπτωση, αὐτὴ τοῦ Ἔλπήνορα, ἡ ὕπαρξη μιᾶς τέτοιας παράδοσης εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητη, ἀφοῦ πρόκειται γιὰ ἕνα ἀκατοίκητο ἀπὸ ἀνθρώπους νησί, ἤ ἔστω, κατοι­κημένο ἀπὸ ἕνα θηλυκὸ ξωτικὸ καὶ τὸ ὑπηρετικὸ προσω­πικό του, ὁλόκληρο ἀπὸ ξωτικὰ κι αὐτό, ποὺ μεταμορ­φώνει ὅσους ἀράζουν στὸ ἐρημονήσι του σὲ γουρούνια…

  1. Ομηρικά επιγράμματα

Ὁ Ὅμηρος ἐγνώριζε, λοιπόν, ὅτι οἱ Ἀχαιοὶ καὶ οἱ Τρῶες, ἂς ποῦμε τοῦ 1200, ἐπέγραφαν τὴν ἐπιτύμβια στήλη τῶν νεκρῶν τους; Τὸ λιγώτερο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ πῆ κανεὶς ἀπάνω σ’ αὐτὸ εἶναι: ὁ Ὅμηρος ἀπό­διδε, ἁπλούστατα, τὰ ἐξ ἰδίων ἀλλοτρίοις, — τὶς ταφικὲς συνήθειες τῆς ἐποχῆς του θεωροῦσε πάρα πολὺ φυ­σικὸ νὰ τὶς μεταθέτη καὶ στὴν παλαιότερη ἐποχὴ ποὺ περιγράφει. Ὅσο γιὰ τὸ περισσότερο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ πῆ κανείς, εἶναι: ἀνεξάρτητα ἂν ὁ Ὅμηρος ἐγνώ­ριζε ἢ ὄχι τὴ φθογγικὴ γραφὴ (κι ἡ Φιλολογία, βοηθού­μενη ἀπὸ τὴν Ἀρχαιολογία, τείνει ὅλο καὶ πιὸ πολὺ νὰ πιστέψη, ὅτι τὴ γνώριζε), θὰ πρέπη νὰ γνώριζε, ὁπωσδήποτε, τὴν ὕπαρξη τῆς Γραμμικῆς Β, ἔτσι, ποὺ πίστευε, ἢ ποὺ φαίνεται νὰ πίστευε, ὅτι προϋποθέτον­τας ἐνεπίγραφη τὴ στήλη, στὸν τάφο τοῦ Ἴλου, νὰ ποῦμε, κατὰ τὴ μυκηναϊκὴ ἐποχή, δὲν ἔπεφτε, ὅπως κάμποσες ἄλλες φορές, σὲ ἀναχρονισμό, μπροστὰ μά­λιστα σ’ ἕνα ἀκροατήριο, πού, ἔχοντας γραφή, δὲ θὰ παραξενευόταν, ἀκούγοντας, ὅτι οἱ πρόγονοί του κ’ οἱ συγκαιρινοί τους ἐπέγραφαν τὶς ἐπιτύμβιες στῆλες τους. Θὰ τὸ παραξένευε, ὅμως, ἂν ἄκουε νὰ τοῦ λὲν τὸ ἀντί­θετο: ὅτι, δηλαδή, δὲν τὶς ἐπέγραφαν. Γιατί θὰ ἦταν παράλογο, βέβαια, νὰ πιστέψη κανείς, ἐπειδή μᾶς λεί­πουν τὰ σχετικὰ ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα, ὅτι οἱ Ἕλλη­νες, ὕστερα ἀπὸ τὸ 1200 (ἐποχὴ τῶν τελευταίων πι­νακίδων μὲ τὴ Γραμμικὴ Β, ποὺ βρέθηκαν), εἶχαν μεί­νει πάλι χωρὶς γραφή, ἴσαμε τὴν ἐποχὴ τῆς παραλαβῆς τοῦ βορειοσηματικοῦ ἀλφαβήτου, περὶ τὸν 10ον ἤ, ἔστω, τὸν 9ον αἰῶνα. Ἀφοῦ ὁ Hermann Diels,(39) ποὺ κιόλας στὰ 1899, μπαίνοντας σὲ πειρασμὸ μὲ τὰ «καδμήια» ἢ «φοινικήια γράμματα» τοῦ Ἡροδότου, ὑπόθετε, ἀρκετὰ ριψοκίνδυνα, κεῖνον κεῖ τὸν καιρό, πὼς ἡ ἔκφραση αὐ­τὴ συνιστοῦσε ἀντιδιαστολὴ πρὸς μίαν ἄλλη γραφή, γνωστὴ στοὺς Ἕλληνες, καὶ τόνιζε προφητικά, πώς: «δὲν ἀπομένει παρὰ νὰ βροῦμε τὴν ἄλλη τούτη γραφή», δικαιώθηκε ὕστερα ἀπὸ ἑξήντα τόσα χρόνια, μὲ τὴν ἀνάγνωση τῆς Γραμμικῆς Β, ἀπὸ τοὺς Ventris καὶ Chadwick, δὲ βλέπω γιατί θὰ πρέπη νὰ περιμένωμε, ὁπωσδήποτε, τὴν ἀνεύρεση ἀρχαιολογικῶν πειστηρίων, γιὰ ν’ ἀποδειχτῆ κάτι ποὺ εἶναι ἀπὸ μόνο του φανερό.(40)






Γιώργος Σεφέρης: Παραλλαγές πάνω στο βιβλίο
Κατηγορία: Η Αυγή της Λογοτεχνίας
Γιώργος Σεφέρης: Παραλλαγές πάνω στο βιβλίο

Ἀπὸ Δοκιμές, ἐκδ. Ίκαρος Αθήνα 2003 [οι εμφάσεις είναι από την Άμπελο] […] Ἕνας ἀρχαῖος συγγραφέας ἐπαινεῖ τὸν Πεισίστρατο ἐπειδὴ ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ ἔδειξε...


Χόρχε Λουίς Μπόρχες: Ο Καθρέφτης και το Προσωπείο
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Η Αυγή της Λογοτεχνίας

Από περιοδικό «Εποπτεία», Αύγουστος 1980, σελ. 765-767.  Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης [Ο κόπος της μετάφρασης (μ΄άλλα λόγια ο κόπος να συμφιλιωθεί ένα απειθάρχητο δευτερογενές υλικό με...


Δ. N. Mαρωνίτης: Χρόνος και σήματα
Κατηγορία: Η Αυγή της Λογοτεχνίας

Το Βήμα, Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008 Και να θες κάποτε, δεν μπορείς εύκολα να σταματήσεις, οπότε η συνέχεια γίνεται υποχρεωτική. Στην προκείμενη περίπτωση παρατείνεται πρώτα...


Άρης Δικταίος: Ο Όμηρος, το Επίγραμμα, η Επιγραφή, η Γραφή
Κατηγορία: Η Αυγή της Λογοτεχνίας
Άρης Δικταίος: Ο Όμηρος, το Επίγραμμα, η Επιγραφή, η Γραφή

Ἀπὸ τὸ ὁμότιτλο ἔργο, ἐκδ. Δωδώνη, Ἀθήνα 1973 Η επιτύμβια στήλη Γραφή πριν τον Όμηρο Η ενεπίγραφη στήλη Ομηρικά επιγράμματα Η αθανασία του ονόματος –...


Εμμανουήλ Βουτυράς: Η Εισαγωγή του Αλφάβητου
Κατηγορία: Η Αυγή της Λογοτεχνίας
Εμμανουήλ Βουτυράς: Η Εισαγωγή  του  Αλφάβητου

Από το «Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, από τις Αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα» επιστημονική επιμέλεια Α.-Φ. Χρηστίδης. εκδ. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη], 2007....


Νάσος Βαγενάς: Σύμβολα της λογοτεχνικής γλώσσας
Κατηγορία: Η Αυγή της Λογοτεχνίας
Νάσος Βαγενάς: Σύμβολα της λογοτεχνικής  γλώσσας

Το Βήμα, 21 Δεκεμβρίου 2008 Επισημείωση στην πρόσφατη σειρά των επιφυλλίδων μου με θέμα την οργανική μορφή του έργου τέχνης και τη σημερινή αμφισβήτησή της...


Joachim Latacz: Όμηρος, ο θεμελιωτής της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας
Κατηγορία: Η Αυγή της Λογοτεχνίας
Joachim Latacz: Όμηρος, ο θεμελιωτής της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας

από το βιβλίο: ‘Ομηρος, o θεμελιωτής της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας’. Μετάφραση Εβίνα Σιστάκου, Επιμ. Αντώνης Ρεγκάκος. Εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2000 (όπου και οι παραπομπές)   Η...