Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ο Έφηβος

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Γράμματα

https://epopteia.gr/4142/fiontor-ntostogiefski-o-efivos/

 Ο έφηβος Δολγορούκι και η ιδέα του 

–Πῶς σέ λἐνε;

–Δολγορούκι.

-Πρίγκηψ Δολγορούκι;

-Όχι, μόνο Δολγορούκι.

-Εἶσαι πρίγκηπας;

-Ὄχι, μόνο Δολγορούκι, γιός ἑνός ὑπηρέτη,
πρώην δούλου.

-Εἶστε πρίγκηψ;

— Ὄχι μόνο Δολγορούκι, φυσικός γιός τοῦ παλιοῦ
μου ἀφεντικοῦ, τοῦ κυρἰου Βερσίλωφ.

                «
Αὐτό τό μόνο κόντευε νά  μέ κάνει τρελλό.
Θά σημειώσω σάν κανένα εἴδους ἐξαιρετικοῦ φαινομένου πώς δέν θυμοῦμαι κανέναν,
μά ἀπολύτως κανἐναν ν’ἀποτελέσει μοναδικἠ ἐξαἰρεση σ’αὐτόν τόν κανὀνα: ὅλοι μοῦ
ἔκαναν αὐτή τήν ἐρώτηση.» 1

Αὐτό
ἦταν τό μεγάλο παράπονο τοῦ Ἀρκάδιου Μακάροβιτς Δολγορούκι καἰ μετέπειτα Ἀρκάδιου
Ἀντρέγιεβιτς Βερσίλωφ. Στήν ἀρχή πίστευε πώς ἦταν γιός τοῦ δουλοπάροικου Μακάρ,
ἑνός ἥσυχου ἀνθρώπου, πού μολονότι δέν ἦταν ἐγγράμματος, ἤξερε ἀπό στήθους ὅλες
τἰς ἐντολές καἰ μερικούς βίους ἁγίων.  Αὐτός
νυμφεύτηκε τήν δεκαοκτάχρονη Σοφία Ἀντρέγιεβνα, μητἐρα τοῦ Ἀρκαδίου. Μία
τρομερή ὅμως ἕλξη συνέβη ἀνάμεσα στὀν ἄρχοντα Βερσἰλωφ καἰ τήν νεαρή γυναίκα τοῦ
δουλοπάροικου, πού ἔτρεφε ὅμως γιά τόν σύζυγό της αἰσθήματα σεβασμοῦ. Ὁ ἔφηβος
γράφει πώς ὁ Βερσίλωφ ἐξαγόρασε τήν μάνα του ἀπό  τόν Μακάρ Δολγορούκι. Ἕναν  χρόνο μετά τὀν χωρισμό τους γεννήθηκε ὁ Ἀρκάδιος
καἰ τόν μετέπειτα χρόνο ἡ ἀδελφή του. Ὅπου κι ἄν ἔμεναν οἱ Βερσίλωφ, ἡ σχέση μἐ
τὀν Μακάρ Δολγορούκι  δἐν σταμάτησε ποτέ.
Τούς ἔγραφε δυό φορές τόν χρόνο ἐπιστολές μἐ πανομοιότυπο περιεχόμενο. Τοῦ ἀπαντοῦσε
ἡ πρώην γυναίκα του στό ὕφος τῶν δικῶν του ἐπιστολῶν, ἐνῶ ὁ Βερσίλωφ δἐν ἀνακατεύτηκε
ποτέ στήν ἀλληλογραφία τους. Αὐτὀς ὁ Μακἀρ γυρνοῦσε σέ ὅλα τά μοναστήρια καί
τίς πόλεις τῆς Ρωσίας, ἦταν ἕνας περιπλανώμενος, ἀλλά τρεῖς φορἐς  τόν χρόνο πήγαινε νά φιλοξενηθεῖ στήν πρώην
γυναίκα του, πού εἶχε ξεχωριστό διαμέρισμα 
ἀπό τοῦ Βερσίλωφ.

                Στόν  παρόν δοκίμιο δἐν ἐνδιαφέρει ἡ ὑπόθεση τοῦ
μυθιστορἠματος, οὔτε ἀκόμη ἡ περίπλοκη 
σχέση τοῦ Ἀρκάδιου μἐ τὀν Βερσἰλωφ. Ὁ νἐος ἔφυγε ἀπό τἠν Μὀσχα ὅταν
τελείωσε τό Λὐκειο και πῆγε στήν Πετρούπολη, ὡς ἔνα εἶδος γραμματέως του, γιά
νά γνωρίσει καλύτερα αὐτόν  τὀν πατἐρα
πού εἶχε δεῖ μία φορά στἠν παιδική του ἡλικία, ἀλλά ἀποτελοῦσε πἀντα ἕνα αἴνιγμα.
Οὔτε ἐνδιαφέρει ἐδῶ ἡ ἰδεολογἰα τοῦ βιβλίου, μολονὀτι, ὅπως γρἀφει ὁ Δημήτρης
Μπαλτἀς 2 «τὀ μυθιστόρημα «Ἔφηβος»  δέν
στερεῖται φιλοσοφικῶν ἀναζητήσεων, καθ’ὅσον μπορεῖ νά δεῖ κανείς ὅτι ἐδῶ συζητοῦνται
τά προβλήματα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς
διχασμένης συνειδήσεως, τῆς κοινωνικῆς κριτικῆς καί ἄλλα. Φαίνεται λοιπόν οἱ
θεματολογικές ὁμοιότητες μεταξύ τῶν «μεγἀλων» ἔργων τοῦ Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι  καί τοῦ ἐφήβου εἶναι ἀρκετές.»

                Ἐδῶ
θά μᾶς ἀπασχολἠσει ἡ  ἰδἐα τοῦ ἐφήβου, ὁ ὁποῖος
ἦταν ἰδεόπληκτος, ὅπως λἰγο – πολύ, ὅλοι οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστογιἐφσκι. Στά
προηγούμενα δοκίμια τοῦ  βιβλίου ἔχουν ἐπισημανθεῖ
οἱ ἰδέες τοῦ Ὀρντίνωφ, τοῦ ἀνωνύμου ἥρωα τοῦ Ὑπογείου, τοῦ Ρασκόλνικωφ, τοῦ Ἰβάν
Καραμάζωφ και ἄλλων.

                Τὀ
πρῶτο δίλημμα τοῦ Ἀρκαδίου σχετικῶς μέ τήν ἰδέα του ἦταν τό ἑξῆς: ἤ νά πάει στό
Πανεπιστήμιο ἤ νά τό  ἀναβάλει γιἀ
τέσσερα χρὀνια, ὥστε νά μορφοποιήσει τήν ἰδέα του. Φυσικά ἐπέλεξε τό δεύτερο.
Μάλιστα στήν Πετρούπολη δέν θά φοβόταν τίποτα, γιατί δέν ἦταν μὀνος, εἶχε τἠν ἰδἐα
του. Ἂπό τήν Μὀσχα κιόλας πῆρε τήν ἀπόφαση νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό ὅλους καί νά
κρυφτεῖ μέσα στήν ἰδέα του σάν μοναχικό ζωάκι.

                «
Καἰ λέω νά τραβηχτῶ μέσα στήν ἰδέα μου, γιατί ἡ ἔκφραση αὐτή μπορεῖ νά σημαίνει
ὅλη σχεδόν τήν σκέψη μου, τήν οὐσιαστική σκέψη μου, πού γι’αὐτή ζῶ. Τἰ εἶναι «ἡ
ἰδἐα μου» θά τό πῶ σιγἀ σιγἀ, μέ 
πολλά-λόγια, παρακἀτω.»1

                Ὅταν
ὁ ἔφηβος εἶδε τήν μητἐρα του μαζί μέ τόν Βερσἰλωφ τῆς ἔδωσε ἑξῆντα μυστηριώδη
ροὐβλια πού μάζευε ἀπό τήν πρώτη ἡμέρα τῆς ἰδέας του. Ὅμως μετά δοκἰμασε τἠν τὐχη
του σέ ἕναν πλειστηριασμό καἰ ἐξοικονόμησε δἐκα ρούβλια.

                Ἔπρεπε
πάλι νά ἔχει ἕνα ἀπόθεμα γιά τήν ἰδέα του, τἠν ὁποία προφύλαγε σάν τιμαλφές. Ὁ
μεγαλύτερός του φόβος ἦταν μήπως καί τήν μἀθουν οἱ διαλεκτικοί γνώριμοι, γιατί
αὐτοί εἶχαν τήν τεχνική νά ξεπουπουλιάζουν κάθε ἰδέα. Ἔτσι ὁ ἔφηβος Δολγορούκι
τἠν εἶχε στἠν κρυψώνα της καί δέν θά τἠν φανἐρωνε σέ κανένα.

                Ὅμως
τοῦ ἦταν δύσκολο νά τήν περιγράψει, μολονότι θά τό ἤθελε πολὐ ἀρχἰζοντας ἀπό
τήν γἐννησή της. Ὅμως ἡ ἰδέα εἶναι σάν τήν ἔμπνευση, ρευστή, ἄυλη, καί δύσκολα
περιγράφεται.  Καἰ πῶς καί σέ ποιό
στάδιό  της θά ἦταν προτιμότερο νά
περιγραφεῖ; στἠν μορφή τῆς σύλληψής της ἤ στήν παροντική της μορφή. Κάθε ἰδέα
στήν κυοφορία της εἶναι δυσκολότερη ἀπό τήν ὅποια ἐφαρμογή της. Ἄλλωστε εἶναι
γεμάτη ἡ ἱστορἰα τῆς ἀνθρωπότητας ἀπό λαμπρἐς ἰδέες, πού ἔγιναν καταστροφικές
στήν πραγματοποίησή τους.

                Ἡ
ἰδέα μου, ἀποκαλύπτει ὁ ἔφηβος, εἶναι νά γίνω ἕνας Ρότσιλδ.

                «Τό
ἐπαναλαμβάνω: ἡ ἰδἐα μου εἶναι νά γἰνω ἕνας Ρὀτσιλδ· ὄχι ἁπλᾶ πλοὐσιος, ἀλλἀ ὅσο
κι οἱ Ρὀτσιλδ ἀκριβῶς. Ποιά εἶναι ἡ πρόθεσή μου, γιά ποιό λόγο, ποιούς σκοπούς ἔχω,
θά τά ποῦμε ἀργότερα. Γιά τήν ὥρα, θ’ἀποδεἰξω μόνο πώς  ἡ ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ μου εἶναι ἐγγυημένη
κατά τρόπο μαθηματικό. Τό πράμα εἶναι ἀπείρως ἁπλό, ὅλο τό μυστικό βρίσκεται σέ
δύο λἐξεις μόνο: ἐπιμονἠ καἰ συνἐχεια».2

                Αὐτά
τά βαρύγδουπα καί μεγαλεπήβολα σχέδια ἀποκαλύπτει ὁ ἔφηβος μόνον στόν ἀναγνὠστη.
Λέξη δἐν εἶπε στό γνώριμο περιβάλλον του. Παραδείγματα ἐπιμονῆς καἰ συνέχειας εἶναι
γι’ αὐτὀν οἱ ζητιάνοι, πού μετά τόν θάνατό τους ἀφήνουν θησαυρούς.

                 Ὁ ἔφηβος ἀσκεῖται στήν οἰκονομἰα: τό φαγητό
του εἶναι καθορισμένο καί λιτὀ, ἡ ἐνδυμασία του μόνον δύο κοστούμια. Τὀ πείραμά
του ἦταν δύσκολο ἀλλά ἐπιτυχές. Δέν τόν ἐνδιέφεραν τά χρήματα καθαυτά ἀλλἀ ἡ
δύναμη, πού ἐκπήγαζε ἀπό αὐτά. Γι’αὐτὀ ἀναρωτιόταν: τί τόν ἤθελε τόν τἰτλο τοῦ
βαρώνου ὁ Ρότσιλδ; καί μόνον μέ  τά  χρήματά του ἐπιβαλλόταν παντοῦ.

                «Τά
λεφτά εἶναι μιά δύναμη πού ἰσοπεδώνει ὅλες τἰς ἀνισότητες.» Αὐτό ἦταν τό
συμπέρασμα τοῦ νεαροῦ Δολγορούκι. Ἔτσι θά μάθαινε ἀργότερα τό χρηματιστήριον,
τίς τράπεζες καί ὅλα τά συναφῆ. Καί πίστευε πώς δέν θά γίνονταν οἱ τύραννοἰ του
τά λεφτἀ, κι οὔτε θά τόν μετέτρεπαν σέ τύραννο τῶν ἄλλων.

«              Μά
ξέρετε σέ τί θά χρησιμοποιήσω τόν πλοῦτο μου ; Καί ποῦ βλέπετε τήν ἀνηθικότητα
καί τήν ταπεινότητα, ἄν αὐτά τά ἑκατομμύρια πέσουν ἀπό τά κακοποιά καί  βρώμικα χέρια ἑνός πλήθους Ἑβραίων, στά χέρια
ἑνός μοναχικοῦ, λογικοῦ ἀνθρώπου, κλεισμένου στόν ἑαυτό του, πού βλέπει μ’ ἕνα
διαπεραστικό μάτι τόν κόσμο;»

                Μετά
φανταζόταν  τίς ἀντιδράσεις τῶν ἀνθρώπων,
ὅταν θά μάθαιναν πώς ἦταν πλούσιος. Ἡ ἀριστοκρατία θά ἔτρεχε νά τόν συναντήσει,
οἱ «πρόστυχες» γυναῖκες θά γοητεύονταν ἀπό τά λεφτά του, ἐνῶ οἱ πιό λογικές θά ἤθελαν
νά γνωρίσουν ἕνα παράξενο πλάσμα, κλεισμένο στόν ἑαυτό του. Στό μεταξύ ζει καί
συμπεριφέρεται ἀλλόκοτα μπλέκοντας  στίς ἱστορίες
τῶν ἀνθρώπων.           Πηγαινοέρχεται στά
σπίτια τους καί περιγράφει στόν ἀναγνώστη τἀ ἔργα, τίς  ἡμέρες, τά συναισθήματα καί τίς ἰδέες τους.
Προσπαθεῖ νά μήν μετέχει, θέλει νά εἶναι δυνατός. «Ἐγώ ἔχω ἀνάγκη μόνο ἀπό αὐτό
πού μπορεῖ νά άποχτήσει κανείς μέ τή δύναμη καί δέν μπορεῖ νά ἀποκτηθεῖ δίχως
της: τή γαλήνια καί μοναχική συνείδηση τῆς δύναμης. Αὐτός εἶναι ὁ πιό τέλειος ὁρισμός
τῆς ἐλευθερίας, πού τόσος κόσμος ἀγωνίζεται γι’αύτήν!» Δέν θέλει νά ἔχει
τύψεις, οὔτε συναισθήματα.  Τίποτε δέν
λογαριάζει μπροστά στήν ἰδέα, ὅπως ὅλοι 
οἱ ἰδεόπληκτοι, πού ἀπομακρὐνονται ἀπό τόν κόσμο, δοσμένοι στήν μοναξιά
τους.

                Κι
ἔφτασε ἡ ὥρα πού πῆγε στήν ρουλέτα, μολονότι ἀνήλικος. Κι ὅπως ὁ Ἕρμαν, ἥρωας
τοῦ Πούσκιν ἀπό τό «Ντάμα Πίκα», λυπημένος ἀπό τό ὄνειρό του περιπλανήθηκε
στούς δρόμους τῆς Πετρούπολης, ἔτσι κι ὁ ἔφηβος Δολγορούκι ( ὅπως γράψαμε στό
δοκίμιο «ὁ Πούσκιν,  ὁ Ντοστογιέφσκι καί
τά τυχερά παιχνίδια»), ἀναφέρεται στά πρωινά τῆς Πετρούπολης.

                «Θά
σημειώσω ὅμως, ἐντελῶς περαστικά, πώς τά πρωινά τῆς Πετρούπολης, τά πιό πεζά,
θά ἔλεγε κανείς, ὅλης τῆς γήινης σφαίρας, γιά μένα εἶναι τά φανταστικότερα, τά
ποιητικότερα τοῦ κόσμου. Αὐτή ‘ναι ἡ γνώμη μου, ἤ γιά νά ἐκφρασθῶ καλύτερα, ἡ ἐντύπωση
πού μοῦ προκαλοῦν, μά … φτάνει ὥς ἐδῶ. Τό ἄγριο ὄνειρο τοῦ Ἕρμαν τῆς «Ντάμα
Πίκα» (κολοσσιαῖος τὐπος, ὄχι συνηθισμένος, ἀληθινός τύπος Πετρουπολίτη καί τῆς
πετροπουλίτικης περιόδου!) ἐπιβεβαιώνεται πιό πολύ ἀκόμη, μοῦ  φαίνεται, ἀπ’αὐτά τἀ πετροπουλίτικα πρωινά,
τά κίτρινα, ὑγρά καί καταχνιασμένα. Ἑκατό φορές διασχίζοντας τούτην τήν ὁμίχλη,
εἶδα αὐτό τό παράξενο, μά συγγενικό ὅραμα (μ’ἐκεῖνο τοῦ Ἔρμαν.»  

Καί πιό κάτω συνεχίζει….» Ὅταν θά διαλυθεῖ καί
θά σηκωθεῖ τούτη ἡ καταχνιά, δέν θά πάρει μαζί της ὁλάκερη τούτη τήν κίτρινη
καί γλοιώδη πολιτεία, δέ θά σηκωθεῖ κι αὐτή μαζί μέ τήν καταχνιά γιά νά χαθεῖ
σάν καπνός, ἀφήνοντας στή θέση της τό παλιό φιλανδέζικο τέλμα καί στή
μέση—μέση, ἄν τό θέλει κανείς  ἔτσι γιά ὀμορφιά,
τόν μπρούτζινο καβαλάρη ἀπάνω στό παραλυμένο του ἄτι, μέ τήν φλογερήν ἀνάσα;
Δέν θά ‘ξερα , κοντολογῆς, νά ἐκφράσω τίς ἐντυπώσεις μου, ἀφοῦ  ὅλα αὐτά δέν εἶναι παρά καθαρή φαντασία,
ποίηση σέ τελευταίαν  ἀνάλυση, καί συνεπῶς
ἀνοησίες. Συχνά ἀναρωτήθηκα ὡστόσο, κι ἀκόμη ἀναρωτιέμαι, γιά τοῦτο δῶ τ’ὁλότελα
παράλογο: «Κοίτα τους πού ὅλοι τρέχουν καί βιάζονται. Καί, ποιός ξέρει; Μπορεῖ
νά  μήν εἶναι ὅλ’αὐτά παρά ἕνα ὄνειρο
μονάχα. Ἴσως-ἴσως καί νά μήν ὑπάρχει οὔτε 
ἕνας ἀληθινός, αὐθεντικός ἄνθρωπος. Μήτε μιά ἀληθινή πράξη. Κάποιος θά
ξυπνήσει, ξαφνικά, τοῦτος ἐδῶ πού βλέπει τ’ ὄνειρο, κι ὅλα θά σβήσουνε.»

                Ὅλες
αὐτές οἱ σκέψεις  του εἶναι προϊόντα
προηγμένης ἐφηβικῆς συνείδησης.

Πῆγε στή ρουλἐτα, λέγει ὁ ἔφηβος, σάν νἀ βρισκὀταν
ἐκεῖ ἡ σωτηρία καί ἡ διέξοδος. Ὅμως ἐκεῖ συνἐβη κἀποιο κακὀ. Ἕνας ἀπό τούς
γνώριμους, ὁ Ἀφέντρωφ, ἔκλεψε ἕνα μεγάλο πόσο, ἀλλἀ κατηγορήθηκε ὁ Δολγοροὐκι.
Κανένας δέν ὑπερασπίστηκε τἠν ἀθωότητά του, καἰ μολονὀτι τὀν ἔσυραν στό διπλανὀ
δωμάτιο καί τόν ἔψαξαν, δέν τόν πίστεψαν. Ἐκεῖνος ὅμως ἀφρίζοντας φώναξε πώς ἡ
ρουλέτα ἀπαγορευόταν ἀπό τήν ἀστυνομία καί πώς θά τούς κατἠγγειλε ὅλους.

                Ὅταν
βρέθηκε  μόνος, γεμάτος θλίψη ἀναλογιζὀταν,  πῶς θά ἀποδείκνυε τήν ἀθωὀτητἀ του. Νά φύγω
γιἀ τήν Ἀμερική; ἀναρωτιόταν. Καί ἡ ἰδέα μου; ποιά ἰδέα; τί σημαίνει πιά ἡ ἰδέα;
Καί σέ πενήντα χρόνια θά βρεθεῖ κάποιος νά πεῖ, πὠς πραγματοποιοῦσα τήν ἰδἐα  μου κλέβοντας χρήματα στήν ρουλέτα. Ὡστόσο ἐξακολουθοῦσε
νά θεωρεῖ τἠν «ἰδέα» καταφύγιό του, μέχρι 
πού οἱ ἀνθρώπινες συναναστροφές καί συνάφειες τἠν ἔβαλαν σέ δεύτερο ἐπίπεδο.
Μέ τήν έφηβική του ὁρμή ἐξηγεῖ στούς άναγνώστες του τί ἀπέγινε ἡ ἰδέα του. Ἀκολουθεῖ
τήν νέα του ζωή, δηλώνει μέ σαφήνεια. «Μά αὐτή ἡ καινούργια ζωή, αύτός ὁ
καινούργιος δρόμος πού άνοίγεται μπροστά μου εἶναι ἀκριβῶς ἡ «ἰδέα» μου, ἡ ἴδια
ἡ ἀλλοτινή, μά κάτω ἀπό ἐντελῶς διαφορετική μορφή, σέ σημεῖο πού δέν θά ἀναγνωριζότανε
πιά.»

                Ὁ
ἔφηβος ἑτοιμάζεται νά φοιτήσει στό Πανεπιστήμιο. Δέν ἔγινε βεβαίως Ρότσιλδ ἀλλά
αὐτή ἡ πίστη κράτησε τόν νοῦ του ἀνεπηρέαστο ἀπό τίς ἰδέες τῶν ἄλλων καί κυρίως
ἀπέδειξε πώς μία ἰδἐα εἶναι  τό καταφὐγιο
στή ζωἠ. Βεβαίως ἡ ἰδέα τοῦ νεαροῦ δέν φθάνει τίς ὑψηλές ἰδέες τῶν ἄλλων ἰδεόληπτων
ντοστογιεφσκικῶν ἡρώων. Εἶναι ἁπλῆ καί πρωτότυπη ὡς σύλληψη ἀλλά δύσκολη στήν ἐφαρμογή
της. Ἀκόμη καί τά πειράματα πού ἔκανε (οἰκονομἰα, πλειστηριασμός, ρουλέτα) ἦταν
χαριτωμένα στήν ἐφηβική του ἀθωότητα ἀλλά καί λίαν ἐπικίνδυνα.

                Τελικῶς
τί προσκομίζει ἡ ἰδέα τοῦ ἐφήβου στή γενική μας ἀντίληψή περί ίδέας;

                Ἡ
συγκεκριμένη ἰδέα, χωρίς ἀποδεικτικά στοιχεῖα καί διανοητικές τεθλασμένες, ἀποτελεῖ
μἰα  ἀκτινογραφία αὐτῆς καθαυτῆς τῆς ἰδέας.  Γίνεται ἕνα εἶδος ἀρχέτυπου. Εὐκρινῶς
παρακολουθοῦμε τά στάδιά της: σὐλληψη, προσπάθεια ἐφαρμογῆς, ἐπιτυχία ἤ ἀποτυχἰα
ἀλλἀ τελικῶς καταφὐγιον καἰ μἠτρα γιά τήν γέννηση μιᾶς νέας ἰδέας.

Σημειώσεις

Φιοντόρ
Ντοστογιέφσκι Ὁ ἔφηβος μτφρ. Ἄρη Δικταίου έκ, Κ.Μ

Άρθρο Δημ. Μπαλτᾶ δρ, Φιλοσοφίας Παν/μίου Ἀθηνῶν. «Θεός, κόσμος, ἄνθρωπος» στόν «Ἔφηβο» τοῦ Ντοστογιέφσκι διαδίκτυο, Πεπτουσία Ὀρθοδοξἰας, Πολιτισμός Ἐπιστῆμες 24/9/13

Εικόνα: Φώτης Κόντογλου