Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία


Χόρχε Λουίς Μπόρχες: Ο Καθρέφτης και το Προσωπείο


Από περιοδικό «Εποπτεία», Αύγουστος 1980, σελ. 765-767.  Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης

[Ο κόπος της μετάφρασης (μ΄άλλα λόγια ο κόπος να συμφιλιωθεί ένα απειθάρχητο δευτερογενές υλικό με τις εξ ίσου απειθάρχητες, αλλά εγγενείς αδυναμίες του μεταφραστή), αφιερώνεται με αγάπη στον Τάκη Σινόπουλο. Α.Κ.]

Μετά τη μάχη του Κλόνταρφ[1] στην οποία ταπεινώθηκαν οι Νορβηγοί, ο βα­σιλιάς της Ιρλανδίας κάλεσε τον ποιητή και του είπε:

«Ακόμα και τα πιο τρανά κατορθώματα χάνουν τη λάμψη τους αν δεν τα στιλβώσεις με λέξεις. Θέλω να υμνήσεις τη νίκη μου και να με δοξάσεις. Εγώ θα ‘μαι ο Αινείας· εσύ, ο Βιργίλιός μου. Είσαι ικανός ν’ αναλάβεις αυτό το έργο που θα μας κάνει και τους δύο αθάνατους;»

«Ναι, Βασιλιά» είπε ο βάρδος. «Εγώ είμαι όλαν. Πέρασα δώδεκα χειμώνες σπουδάζοντας τη μετρική. Ξέρω απέξω τους τριακόσιους εξήντα θρύλους που πάνω τους βασίζεται η αληθινή ποίηση. Οι κύκλοι του Όλστερ και του Μούνστερ[2] βρίσκονται μέσα στις χορδές της άρπας μου. Οι νόμοι μού επιτρέπουν να μεταχειρίζομαι τις πιο αρχαίες λέξεις της γλώσσας μας και τις πιο λεπτότεχνες μεταφορές. Κατέχω την απόκρυφη γραφή που προστατεύει την τέχνη μας απ’ την αδιακρισία του όχλου. Μπορώ να τραγουδήσω έρωτες, ζωοκλέφτες, πολέμους και ταξίδια. Ξέρω τη μυθολογική γενεαλογία όλων των βασιλικών οί­κων της Ιρλανδίας. Γνωρίζω τις ιδιότητες των φυτών, δικανική αστρολογία, μα­θηματικά και κανονικό δίκαιο. Έχω νικήσει τους αντιπάλους μου σε δημόσι­ους αγώνες. Έχω ασκηθεί στη σάτιρα, που προξενεί δερματικές αρρώστιες, ακόμα και λέπρα. Ξέρω να δουλεύω το σπαθί, καθώς το ‘δειξα στη μάχη σου. Ένα μόνο δεν ξέρω: πώς να σ’ ευχαριστήσω για το δώρο που μου κάνεις».

Ο Βασιλιάς, που τον κούραζαν τα πολλά λόγια, ιδίως των άλλων, του είπε μ’ ανακούφιση:

«Όλα αυτά τα ξέρω πολύ καλά. Τώρα δα μου μήνυσαν πως ήδη στην Αγ­γλία το αηδόνι τραγούδησε. Όταν περάσουν οι βροχές και τα χιόνια, κι όταν γυρίσει το αηδόνι απ’ τη νοτιά, θα τραγουδήσεις τον παιάνα σου μπροστά στους αυλικούς μου και μπροστά στο Κολέγιο των Ποιητών. Σου δίνω έναν ολόκληρο χρόνο. Θ’ ακονίσεις κάθε γράμμα, κάθε λέξη. Κι η ανταμοιβή σου, τώρα πια το ξέρεις, θα ‘ναι αντάξια τόσο της βασιλικής μου συνήθειας όσο και κάθε εμπνευσμένης ξαγρύπνιας σου».

«Βασιλιά, τι πιο μεγάλη ανταμοιβή απ’ το να σ’ αντικρίζω!» είπε ο ποιη­τής που, εκτός από ποιητής, ήταν και αυλοκόλακας.

Υποκλίθηκε κι αποσύρθηκε, ενώ κιόλας στο μυαλό του στριφογύριζε ένας στίχος.

Σαν πέρασε ο χρόνος, ένας χρόνος με εξεγέρσεις και θανατικά, ο ποιητής παρουσίασε τον πανηγυρικό του. Τον απήγγειλε αργά, με σιγουριά, χωρίς να ρίξει ούτε μία ματιά στο χειρόγραφο. Ο Βασιλιάς έδειχνε την ευχαρίστησή του κουνώντας το κεφάλι. Όλοι έκαναν το ίδιο, ακόμα κι αυτοί που, στρι­μωγμένοι στις πόρτες, δεν έπιαναν ούτε λέξη.

Μετά, μίλησε ο Βασιλιάς.

«Δέχομαι το έργο σου. Είναι μια δεύτερη νίκη. Έδωσες σε κάθε λέξη το αληθινό της νόημα, και σε κάθε ουσιαστικό, το επίθετο που του ‘χαν δώσει οι αρχαίοι ποιητές. Σ’ ολόκληρο τον ύμνο σου δεν υπάρχει ούτε μία εικόνα που να μη την είχαν χρησιμοποιήσει οι κλασικοί. Ο πόλεμος είναι ένας όμορφος ανθρωποΰφαντος ιστός, το αίμα είναι το νερό του σπαθιού[3] . Η θάλασσα έχει τους θεούς της, τα σύννεφα προλέγουν το μέλλον. Δούλεψες αριστοτεχνικά τη ρίμα, την παρήχηση, τη συνήχηση, τον πληθυντικό, τα τε­χνάσματα της υψηλής ρητορικής, τη σοφή εναλλαγή των μέτρων. Ακόμα κι αν χανόταν ολόκληρη η λογοτεχνία της Ιρλανδίας –omen absit[4] -, θα μπο­ρούσαμε να την ανασυστήσουμε από την κλασική σου ωδή, χωρίς να ‘χουμε χάσει τίποτα. Τριάντα γραφιάδες να την αντιγράψουν, από δώδεκα φο­ρές ο καθένας».

Σώπασε για λίγο και συνέχισε:

«Όλα αυτά είναι ωραία, κι ωστόσο δε συνέβη τίποτα. Το αίμα δεν κυλάει πιο γρήγορα στις φλέβες μας. Τα χέρια δεν απλώθηκαν να πιάσουν τα τόξα. Κανείς δεν έχασε το χρώμα του. Κανείς δεν έβγαλε μια πολεμική ιαχή, κα­νείς δεν όρθωσε το στήθος του στους Βίκινγκ. Σ’ ένα χρόνο από τώρα, ποι­ητή, θα χειροκροτήσουμε έναν καινούργιο ύμνο σου. Ως δείγμα της εκτίμη­σής μας, δέξου αυτόν τον ασημένιο καθρέφτη».

«Κατάλαβα κι ευχαριστώ» είπε ο ποιητής.

Τ’ άστρα στον ουρανό ξανάπιασαν τον φωτεινό τους δρόμο. Το αηδόνι ξανατραγούδησε στα σαξονικά δάση, κι ο ποιητής ξαναγύρισε με το χειρόγρα­φό του, που ήταν μικρότερο απ’ το προηγούμενο. Δεν το απήγγειλε απέξω· το διάβασε με ολοφάνερη αβεβαιότητα, παραλείποντας μερικά κομμάτια, σαν να μη τα καταλάβαινε ούτε ο ίδιος ή σαν να μην ήθελε να τα βεβηλώσει. Ήταν παράξενη η ωδή. Δεν ήταν μια περιγραφή της μάχης – ήταν η ίδια η μάχη. Μέσα στο αρειμάνιο χάος της, μάχονταν μεταξύ τους ο Θεός που είναι Τρεις και Ένας, οι παγανιστικές θεότητες της Ιρλανδίας κι εκείνοι που έμελ­λε να πολεμήσουν, εκατοντάδες χρόνια αργότερα, στην αρχή της Παλαιάς Έδδας. Το ίδιο περίεργη ήταν και η φόρμα του. Ένα ουσιαστικό στον ενικό ήταν υποκείμενο κάποιου ρήματος στον πληθυντικό. Οι προθέσεις ξέφευ­γαν απ’ την καθιερωμένη χρήση τους. Η σκληρότητα εναλλασσόταν με την τρυφερότητα. Οι μεταφορές ήταν αυθαίρετες – ή έτσι έδειχναν.




Αγοραίος

Αγοραίος
ΕΚΛΟΓΕΣ   Οι εκλογές στην Ιταλία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ , την Ελλάδα και αλλού, συνιστούν σφαίρες κατά της δημοκρατίας. Τα βάζουμε με τους ηγέτες –...

Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Νέκυια
Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα

Ἀπὸ περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεῦχος 51, Αθῆναι 1980 [στη φωτογραφία ο ποιητής με τον Παν. και τη Ζηνοβία Δρακοπούλου]   Τὸ βράδυ ἐκεῖνο ἦταν βαρὺ ζεστὸ...


Τάκης Σινόπουλος: Ελπήνωρ
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Νέκυια

Ἀπὸ περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεῦχος 51, Αθῆναι 1980   Ἐλπήνορ πῶς ἦλθες… ΟΜΗΡΟΣ   Τοπίο θανάτου. Ἡ πετρωμένη θάλασσα, τὰ μαῦρα κυ­παρίσσια, τὸ χαμηλὸ ἀκρογιάλι ρημαγμένο...


Olof Gigon: H απαρχή της Ελληνικής φιλοσοφίας
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Φιλοσοφία
Olof Gigon: H απαρχή της Ελληνικής φιλοσοφίας

Εποπτεία, τεύχος 45, Μάιος 1980. Μετάφραση: Μαρία Μέντζου Το ελληνικό πνεύμα πρωτοφανερώθηκε στην ποίη­ση. Ο κόσμος του ομηρικού έπους και όχι κάποια θρησκευτική ή πολιτειακή παράδοση...


Φώτης Καλλίας: Η έννοια του ασυνειδήτου και το πρόβλημα της ψύχωσης
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Ψυχολογία
Φώτης Καλλίας: Η έννοια του ασυνειδήτου και το πρόβλημα της ψύχωσης

Εποπτεία, τεύχος 43, Φεβρουάριος 1980 [1].  Αναδημοσιεύουμε τιμώντας τη μνήμη του αγαπητού συγγραφέα   φεῦ-φεῦ, φρονεῖν ὡς δεινὸν ἔνθα μὴ τέλη λύει φρονοῦντι. Ταῦτα γὰρ...


Χόρχε Λουίς Μπόρχες: Ο Καθρέφτης και το Προσωπείο
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Η Αυγή της Λογοτεχνίας

Από περιοδικό «Εποπτεία», Αύγουστος 1980, σελ. 765-767.  Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης [Ο κόπος της μετάφρασης (μ΄άλλα λόγια ο κόπος να συμφιλιωθεί ένα απειθάρχητο δευτερογενές υλικό με...


Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.