Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Έτη 1991 - 1994 | Αρχείο | Φιλοσοφία - 3 Ιουνίου 2011 03:07 πμ

Garry Wills: Όλιβερ, ή η πείνα των αισθημάτων



Υπήρχε κόσμος εκεί -άνδρες και γυναίκες- ­φως, φασαρία. Ήταν σαν μια νέα ζωή γι’ αυ­τόν. Όρμησε μπροστά κατευθείαν, με το κεφάλι -χυμώντας ανάμεσα στα ρείκια και τη φτέρη- και πηδώντας αυλόπορτα και φράχτη το ίδιο παράφορα όπως κι ο σκύλος ο οποίος έτρεχε πιό γρήγορα απ’ αυτόν, γαυγίζοντας δυνα­τά… Γυναίκες και παιδιά στρίγγλιζαν, άνδρες ενθάρρυναν ο ένας τον άλλον κι έδιναν κουρά­γιο με θορυβώδεις κραυγές. Ο μεταλλικός ήχος των μηχανοκίνητων αντλιών και το τίναγμα κι ο συριγμός του νερού καθώς έπεφτε πάνω στα ξύλα που καίγονταν προστίθονταν στο τρομα­κτικό βουητό. Φώναζε κι αυτός, επίσης, μέχρι που βράχνιασε˙ και δραπετεύοντας από την ανάμνηση και τον εαυτό του ρίχτηκε μέσα στο πυκνό πλήθος.

Χωνόταν εδώ κι εκεί εκείνη τη νύχτα: πότε δουλεύοντας στις αντλίες, και πότε τρέχοντας ανάμεσα στους καπνούς και τις φλόγες, αλλά μη σταματώντας ποτέ ν’ απασχολείται εκεί όπου ο θόρυβος και οι άνθρωποι ήσαν πυκνό­τεροι. Ανεβοκατεβαίνοντας σκάλες, επάνω σε στέγες, πάνω σε πατώματα που σιόντουσαν και τρέμανε κάτω από το βάρος του, κάτω από τούβλα και πέτρες που έπεφταν, παντού, μέσα στη μεγάλη πυρκαϊά, βρισκόταν αυτός· αλλά ήταν μια ζωή μαγεμένη και δεν είχε ούτε γρατζουνιά, ούτε μελανιά, ούτε ανησυχία, ούτε σκέψη, ως το πρωΐ πού ξημέρωσε πάλι και το μόνο που απόμενε ήταν καπνός και μαυρισμέ­να ερείπια.

Μόλις όμως πέφτει η αναταραχή, ο Μπιλ νιώθει πάλι απομονωμένος: κοίταζε γύρω του καχύποπτα, γιατί οι άνδρες κουβέντιαζαν σε ομάδες και φοβόνταν πως αυτός θάταν το θέμα της κουβέντας τους. «Γλύστρησε μακρυά τους με το Στόχο, ελπίζοντας πως δεν θα τον παρατηρήσουν. Όταν με δυσκολία παίρ­νει το δρόμο πίσω για το κρησφύγετό του, ακόμη και οι πρώην συντρόφοι του προσ­παθούν να τον αποφύγουν.»

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που φτάνει να αισθά­νεται την ανάγκη της ανθρώπινης κοινωνίας, δεν υπάρχει κανείς που να τον δέχεται. Είναι σαν ένας αστροναύτης, τιναγμένος έξω από την ατμόσφαιρα των ανθρώπινων πραγμάτων, που μόνιμο πρόβλημά του έχει την επανείσοδό του σ’ αυτήν. Η ενότητα της κοινότητας που παραβίασε γίνεται συμπαγέστερη και τον αποκρούει. Ακόμη και στη φτηνή διασκέδα­ση της ταβέρνας ο Σάϊκς μένει για πολύ λίγο. Τον τρομοκρατεί ένας γυρολόγος που διαλαλεί τα προ­σόντα του απορρυπαντικού του -αφαιρεί «λεκέδες νε­ρού, λεκέδες μπογιάς, λεκέδες πίσσας, λεκέδες λά­σπης, λεκέδες αίματος.» Συνειδητοποιεί ότι όλοι μι­λούν γι’ αυτόν, διότι μιλούν για τον συνηθισμένο σπιτικό κόσμο στον οποίον αυτός δεν μπορεί να λά­βει μέρος. Γι’ αυτόν κάθε τι το ανθρώπινο δολοφονή­θηκε στο μοναδικό αναγνωρίσιμο ανθρώπινο ον, ακόμη και γι’ αυτόν τον ίδιο που το δολοφόνησε. Δολοφό­νησε τον κόσμο και δεν μπορεί να μπει μέσα σ’ ό,τι κατέστρεψε. Δεν μπορεί ν’ αντέξει την μόνη μορφή συντροφιάς που ακόμη τον καταδέχεται, την συντροφιά του Στόχου. Κάθε ίχνος ανθρώπινο που ακόμα είναι προσκολλημένο σ’ αυτόν στρέφεται εναντίον του, γίνεται το μονοπάτι που μπορούν να πάρουν οι διώκτες του.

Δύο χρόνια μετά από τότε που ο Ντίκενς έγραψε το σημαδεμένο με καυτό σίδερο τέλος της ιστορίας του, ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε, που σ’ αυτό το στάδιο παρακολουθούσε τα γραπτά του Ντίκενς πολύ προσεκτικά, έγραψε το «Ο Άνθρωπος του Πλήθους,» στο οποίο ο αφηγητής ακολουθεί ολόκληρη νύχτα έναν άνθρωπο με εντυπωσιακά βασανισμένη όψη, καθώς ο άνθρωπος τρέχει από τη μια πολυάνθρωπη σκηνή στην άλλη, αναζητώντας πάντοτε την παρουσία των άλλων αλλά παραμένοντας μόνος κι ανώνυμος ανάμεσά τους. Τελικά, την αυγή, ο αφηγητής τον αφήνει, έχοντας πεισθεί ότι τα μυστικά του είναι τόσο φοβερά που κά­ποιο έλεος τα έκρυβε και δεν μπορούσες να τα κατα­λάβεις.

Ο Ντίκενς ο ίδιος ένιωθε την ανάγκη ν’ ανακα­τεύεται με το πλήθος το οποίο τούδινε σιγουριά. Ένιωθε ακαταμάχητη την ανάγκη να επαναλαμβάνει πάνω στη σκηνή το έγκλημα του Σάϊκς. Όταν δεν ένιωθε καλά στην υγεία του και όταν τον καταπονούσε η ανάγκη για καινούργιο ακροατή­ριο. Αναμμένος στο τέλος της παράστασης, ήθελε μερικές φορές να ξαναρχίσει τη δοκιμασία από την αρχή. Όταν οι φίλοι του τον συγκρατούσαν, περι­πλανιόταν έξω μόνος, μέσα στους δρόμους, νιώθον­τας να θέλει κάποιο δικό του έγκλημα. Όταν βούλια­ζε προς τα κάτω ένιωθε έκσταση, υπερέβαινε τον εαυ­τό του όταν κατέβαζε το μυαλό του στην συνείδηση του Σάϊκ για το κάθε τι που του αρνιόντουσαν. Ο ντεντέκτιβ του Τσέστερτον, ο πατήρ Μπράουν, λέει πως για να βρεις τον εγκληματία πρέπει να διαπρά­ξεις μέσα στο μυαλό σου κάποιο έγκλημα, να γίνεις εγκληματίας.






Laura Bohannan: Ο Άμλετ στη Ζούγκλα
Κατηγορία: Έτη 1991 - 1994 / Φιλοσοφία

Έκθετος στην κριτική των ιθαγενών Τιβ Τι γίνεται όταν μια κοινωνική ανθρωπολόγος -πιστεύει στην παγκοσμιότητα της κουλτούρας και για ν’ αποδείξει την ορθότητα της πίστης...


T.S.Eliot: Οι ευθύνες του λογοτέχνη
Κατηγορία: Έτη 1991 - 1994 / Φιλοσοφία

Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης, περ. Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, Μάιος 1945, αναδημ. στο περ. Εποπτεία, Ὀκτώβριος 1993. Εμφάσεις από την Εποπτεία. ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΠΡΩΤΑ νὰ ὁρίσω μὲ ποιὰ...


Garry Wills: Όλιβερ, ή η πείνα των αισθημάτων
Κατηγορία: Έτη 1991 - 1994 / Φιλοσοφία
Garry Wills: Όλιβερ, ή η πείνα των αισθημάτων

Υπήρχε κόσμος εκεί -άνδρες και γυναίκες- ­φως, φασαρία. Ήταν σαν μια νέα ζωή γι’ αυ­τόν. Όρμησε μπροστά κατευθείαν, με το κεφάλι -χυμώντας ανάμεσα στα ρείκια...


Παν. Δρακόπουλος, Η κρίση που ζούμε
Κατηγορία: Έτη 1991 - 1994 / Παν. Δρακόπουλος / Φιλοσοφία
Παν. Δρακόπουλος, Η κρίση που ζούμε

Πρώτη δημοσίευση: Εποπτεία, Οκτώβριος 1991, με τίτλο Το άξιον συζητήσεως κώμα. Η ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ της νεοελληνικής κοινωνίας έχει ήδη αποκτήσει έναν όγκο, ίσως...