Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Έτη 1991 - 1994 | Αρχείο | Φιλοσοφία - 3 Ιουνίου 2011 03:07 πμ

Garry Wills: Όλιβερ, ή η πείνα των αισθημάτων



Ομολογουμένως, ο Όλιβερ δεν αντιλαμβάνεται ακόμη την εγκληματική πρόθεση που υπάρχει μέσα σ’ αυτά τα καμώματα· αλλά ακόμη κι όταν τον ξανασυνέλαβε η «οικογένεια» του Φέηγκιν, ζει μια συν­τροφικότητα που δεν υπήρχε στο ορφανοτροφείο:

«Μερικές φορές ο γέρος τους έλεγε ιστορίες για κλοπές που είχε κάνει όταν ήταν νεώτερος, ανακατεμένες με τόσα πολλά κωμικά και πα­ράδοξα που ο Όλιβερ δεν μπορούσε να μη γε­λάει με την καρδιά του, και να κρύβει ότι δια­σκέδαζε, παρά τα ανώτερα και καθόλου σύμ­φωνα με τον υπόκοσμο αισθήματά του».

Στο ορφανοτροφείο, ο Όλιβερ είχε μόνο ένα φίλο, τον Ντικ, που ήταν πολύ αδύναμος για να το σκάσει μαζί του. Ο υποσιτισμός μέσα στους κρατικούς θαλάμους αποστράγγιζε κάθε πρωτοβουλία – εκτός από επινοήσεις που είναι γεν­νήματα καννιβαλικής απελπισίας. Ο Όλιβερ εξανα­γκάζεται, στην περίφημη σκηνή της τραπεζαρίας, να ζητήσει «κι άλλο φαγητό» (έχοντας και τη σιωπηλή συγκατάθεση των άλλων) διότι οι τρόφιμοι του πτωχοκομείου φοβούνταν ο ένας τον άλλον τόσον όσο και αυτούς που τους διοικούσαν.

Για τρεις μήνες, ο Όλιβερ Τουΐστ και οι σύν­τροφοί του υπέφεραν το βασανιστήριο της αρ­γής λιμοκτονίας. Στο τέλος, ήταν τόσο λιμασμένοι κι άγριοι από την πείνα, ώστε ένα αγόρι, ψηλό για την ηλικία του κι ασυνήθιστο σε τόση πείνα (μιας κι ο πατέρας του είχε ένα μι­κρό μαγέρικο), με σκοτεινό ύφος άφησε να εν­νοηθεί από τους συντρόφους του πως φοβάται, εκτός κι αν είχε άλλο ένα κύπελλο χυλό την ημέρα, ότι μπορεί κάποια νύχτα να φάει το αγόρι που κοιμόταν δίπλα του – ένα αδύναμο νεαρό αγόρι τρυφερής ηλικίας. Το μάτι του ήταν άγριο από την πείνα και οι άλ­λοι, σιωπηρά, τον πίστεψαν.

Ακόμη και οι συνεργάτες του Φέηγκιν, παρ’ όλο το φόβο τους ότι κάποιος απ’ αυτούς θα καταδώσει («ξεράσει») τους άλλους, ποτέ δεν φθάνουν σε μια τέ­τοια αντικοινωνική εξαχρείωση όπως αυτή. Στην μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κινηματογρα­φική ερμηνεία του Τουΐστ, ο Ντέηβιντ Λην απέδωσε τέλεια την θλιβερή ατμόσφαιρα του ορφανοτροφείου χρησιμοποιώντας εικόνες από στρατόπεδα ναζιστι­κών φυλακών.

Για τον Όλιβερ, η προαγωγή του από το ορφανοτροφείο στη σύμβαση μαθητείας -μια άλλη μορφή δουλείας- (όταν μετά την ανταρσία του ορφανοτροφείου πουλήθηκε ως δουλάκι στο γραφείο κηδειών) σήμαινε μια «φυσιολογική κοινωνικοποίηση». Ο μαθητευόμενος, τελευταίος στην επαγγελματική κλίμα­κα, πρόκειται κατ’ αρχήν να διδαχθεί ότι υπάρχει κλίμακα και ότι η θέση του βρίσκεται στο χαμηλότε­ρο σημείο της. Ο Νώε Κλέηποουλ, επιβεβαιώνοντας το νόμο πως όσο χαμηλότερο το αξίωμα τόσο μεγαλύτερη η παρεμβατικότητα, κάνει κήρυγμα στον Όλιβερ για το κοινωνικό του επίπεδο:

«-Φαντάζομαι, ρε ορφανοτροφείο, πως δεν ξέρεις ποιος είμαι, έ; συνέχισε το φιλάνθρωπο αγόρι. Στο μεταξύ, τσούλαγε από την κορυφή του στύ­λου, προς δόξαν της βαρύτητος.

-Όχι, κύριε, απάντησε ο Όλιβερ.

-Είμαι ο κύριος Νώε Κλέηποουλ, είπε τό φι­λάνθρωπο αγόρι, κι εσύ είσαι κατώτερός μου».

Η «τρώγλη» του Φέηγκιν είναι ελκυστική διότι μια τέτοια φωλιά απείθαρχων, που τους έχουν απορρίψει τα στρώματα της αξιοσέβαστης κοινωνίας, επιτρέπει ένα βαθμό οικειότητας που μοιάζει με ισότητα. Το επίπεδο και ο βαθμός αναμειγνύονται. Ο τρόπος που προσφωνούσε ο Φέηγκιν -«My dear»- («Αγαπητέ μου») φέρνει στα κατακάθια της κοινωνίας έναν απόηχο από τις στερεότυπες εκφράσεις που χρησιμο­ποιούν οι γοητευτικοί κύκλοι των ευγενών (στα σπί­τια των Μπράουνλοου και Μέηλη) στα οποία θα μπει αργότερα ο Όλιβερ.

Στα ανώτατα και κατώτατα κοινωνικά στρώματα υπάρχει μια ελευθερία που την απειλούν όσοι αγωνί­ζονται ν’ αποκτήσουν μια θέση στο μεσαίο. Ο δε Όλιβερ επιτυγχάνει την ελευθερία και άνοδο στο ανώτατο στρώμα μόνο αφού πρώτα έπεσε στο κατώ­τατο.

Αρκετά συχνά μας διαφεύγει πως ο Όλιβερ υπήρ­ξε παραβάτης του νόμου πριν ακόμη ο Ντότζερ τον βρει στους δρόμους του Λονδίνου, αφού δραπετεύον­τας από το γραφείο κηδειών, ο Όλι­βερ διαλύει χωρίς να έχει το δικαίωμα, ένα συμβό­λαιο. (Το απείθαρχο δουλάκι θα γίνει το σύμβολο ευρύτερων επαναστατικών δυνάμεων στο Μπάρνεμπυ Ρατζ, το οποίο ο Ντίκενς σχεδίαζε όταν έγραφε τον Τουΐστ). Ο Όλιβερ έχει την κλασική δικαιολογία για το έγκλημά του: η κοινωνία είναι εκεί­νη που τον έκανε παράνομο. Καταπάτησε τους κα­νόνες διότι οι κανόνες ήσαν απάνθρωποι. Είναι η αίσθηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την οποία διατηρεί στην ιδανική εικόνα που έχει σχημα­τίσει για τη μητέρα του, αυτή που τον κάνει ν’ αντιτί­θεται στο σύστημα με κάθε του πράξη. Κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει ούτε να τον επαινέ­σει για την ανταρσία του εναντίον των μικρών μερί­δων του φαγητού, αφού οι άλλοι τον εξανάγκασαν να το κάνει. Σωστά όμως ο Μπηντλ Μπαμπλ βλέπει, ότι η άρνηση του Όλιβερ να αποδεχθεί την υποταγή στους όρους της σύμβασης που έχει υπογραφτεί με τον νεκροθάφτη, εκφράζει τον αντικομφορμισμό του αγοριού, την αποστροφή του προς την εξουσία.






Laura Bohannan: Ο Άμλετ στη Ζούγκλα
Κατηγορία: Έτη 1991 - 1994 / Φιλοσοφία

Έκθετος στην κριτική των ιθαγενών Τιβ Τι γίνεται όταν μια κοινωνική ανθρωπολόγος -πιστεύει στην παγκοσμιότητα της κουλτούρας και για ν’ αποδείξει την ορθότητα της πίστης...


T.S.Eliot: Οι ευθύνες του λογοτέχνη
Κατηγορία: Έτη 1991 - 1994 / Φιλοσοφία

Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης, περ. Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, Μάιος 1945, αναδημ. στο περ. Εποπτεία, Ὀκτώβριος 1993. Εμφάσεις από την Εποπτεία. ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΠΡΩΤΑ νὰ ὁρίσω μὲ ποιὰ...


Garry Wills: Όλιβερ, ή η πείνα των αισθημάτων
Κατηγορία: Έτη 1991 - 1994 / Φιλοσοφία
Garry Wills: Όλιβερ, ή η πείνα των αισθημάτων

Ομολογουμένως, ο Όλιβερ δεν αντιλαμβάνεται ακόμη την εγκληματική πρόθεση που υπάρχει μέσα σ’ αυτά τα καμώματα· αλλά ακόμη κι όταν τον ξανασυνέλαβε η «οικογένεια» του...


Παν. Δρακόπουλος, Η κρίση που ζούμε
Κατηγορία: Έτη 1991 - 1994 / Παν. Δρακόπουλος / Φιλοσοφία
Παν. Δρακόπουλος, Η κρίση που ζούμε

Πρώτη δημοσίευση: Εποπτεία, Οκτώβριος 1991, με τίτλο Το άξιον συζητήσεως κώμα. Η ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ της νεοελληνικής κοινωνίας έχει ήδη αποκτήσει έναν όγκο, ίσως...