Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 | Αρχείο | Ψυχολογία - 23 Ιουλίου 2011 23:12 μμ

Φώτης Καλλίας: Η έννοια του ασυνειδήτου και το πρόβλημα της ψύχωσης


Εποπτεία, τεύχος 43, Φεβρουάριος 1980 [1].  Αναδημοσιεύουμε τιμώντας τη μνήμη του αγαπητού συγγραφέα

 

φεῦ-φεῦ, φρονεῖν ὡς δεινὸν ἔνθα μὴ τέλη λύει φρονοῦντι. Ταῦτα γὰρ καλῶς ἐγὼ εἰδὼς διώλεσ’ οὐ γὰρ ἄν δεῦρ’ ἰκόμην.

[Τειρεσίας: Αλίμονο, τρομερή είναι η σοφία όταν δεν βοηθάει αυτόν που την έχει. Τόξερα καλά αυτό, αλλά μου ξέφυγε απ τό νου· αλλιώς δεν θα ‘ρχόμουν εδώ.]

Οιδίπους Τύραννος, 316-18

A reconnaitre le drame de la folie, la raison est a son affaire, sua res agitur…

(J. Lacan, Ecrits, σελ. 574)

Mια μέρα ο Γρηγόρης Samsa, ένας από μας, ξυπνά, βγαίνει απ’ το δωμάτιό του κι αντιλαμβάνεται ότι απ’ τους ανθρώπους γύρω του κανείς, μα κανείς δεν καταλαβαίνει τι τους λέει. «Τι τους συμβαίνει διάολε» σκέφτε­ται. «Δεν είναι δυνατόν όλοι να τρελάθηκαν. Είναι πολλοί και είμαι μόνος». Ωστόσο δεν ήταν εφιάλτης. «Κι αν εγώ είμαι…» λέει στον εαυτό του.

Δεν δίνω εδώ τον ορισμό της ψύχωσης· υποβάλλω την ιδέα ότι η τρέλα έχει σαν τόπο κατοικίας της το χώρο ακριβώς εκείνον όπου βρίσκεται απορριμένο ό,τι μια ανθρώπινη κοινότητα αποκλείει ριζικά από την «κατανόησή» της. Η εικόνα ταύτισης που ο ψυ­χωτικός θέλει δική του, απορρίπτεται από τους συναν­θρώπους του.

Παρά τον «Αίαντα» δύσκολο μας είναι σήμερα να γνωρίζουμε τί σήμαινε η τρέλα για έναν σύγχρονο του Σοφοκλή. Ίσως του φαινόταν δυστυχία (πάθος στην αρχαία και όχι εγελιανή έννοια της λέξης)2, αλ­λά μας λείπουν τα στοιχεία που θα χρειαζόμασταν για να στηρίξουμε μιαν απόλυτα πειστική ερμηνεία. Έ­κτοτε, κανονικό δίκαιο και καρτεσιανό Cogito, ο νομι­κός και ο επιστημονικός λόγος, έχουν σχεδόν καταπνί­ξει την αντίληψη της τρέλας, σίγουρα διαφορετική απ’ τη δι­κή μας, που είχαν ίσως άλλες εποχές και άλλοι πολι­τισμοί. Γράφοντας την «Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή», ο Michel Foucault θέλησε βέβαια — κι αυτό είναι το μεγάλο προτέρημα του μνημειώδους συγγράμματος του3 — να γράψει μιαν ιστορία της ί­διας της τρέλας. Της ίδιας. Δίνοντάς της τον λόγο, ο Foucault θέλησε να γίνει η τρέλα υποκείμενο του βι­βλίου του. «Ιστορία, όχι της ψυχιατρικής — γράφει — αλλά της τρέλας, πριν από κάθε αιχμαλωσία της απ’ την γνώση». Αρκεί όμως να κλειδώσει κανείς σ’ ένα συρτάρι τα εννοιολογικά εργαλεία της ψυ­χιατρικής για να ξαναβρεί την αθωότητα της επαφής του και να σπάσει κάθε συνενοχή με την ορθολογική και πολιτική τάξη που κρατάει δέσμια την τρέλα; 4

Απαραίτητο διάβημα — νομίζω —, αλλά όχι αρκε­τό. Και δύσκολο, αν σκεφτούμε πως υπάρχουν κείμε­να τρελών (υπαινίσσομαι εδώ τα Απομνημονεύματα του δικαστού D.S.Schreber) που αθέλητα μετατρέπουν τον αδαή αναγνώστη τους σε ψυχίατρο, εγκλωβισμέ­να εν μέρει στο ίδιο είδος αντικειμενικού λόγου με εκείνον της ψυχιατρικής (η Nervens-sprache του Sch­reber είναι η γλώσσα του Fleschig, του ψυχίατρου που τον νοσήλευε)5. Παρ’ όλα αυτά, απέραντη απόστα­ση χωρίζει τη θετική γνώση, που στο όνομα διαφό­ρων θεωριών προσδιορίζει το σύμπτωμα και κατα­τάσσει εντομολογικά το «σημείο» —με την μάταιη ελπί­δα πως η ονομασία του ισοδυναμεί με κατανόησή του, και με την αυταπάτη πως η ερμηνεία είναι αίτιο των συμπτωμάτων—, από μια εκ των ένδον γνώση σαν του Schreber ή του Wolfson η οποία παίρνει ξάφνου τον λόγο και προκλητικά αποκαλύπτει στην ιερατικά κατεστημένη γνώση κάτι που η σιωπή της της είχε απο­κρύψει. Πόσες αναλύσεις, πόσες θεωρίες, πόσα μηνύ­ματα επί μηνυμάτων υποτάσσουν τον λόγο της τρέλας σε μια άγονη ταξιθέτηση, αντιμετωπίζοντάς τον σαν νάτανε νεκρός!6

Επισημαίνουμε εδώ, με υπερβολική ίσως συντομία, μιαν αδυναμία προσπέλασης της οποίας η ψυχανάλυ­ση μόνο μας επιτρέπει να πάρουμε το μέτρο, εισάγοντας το σημείο εκείνο απ’ όπου μπορούν να μελετη­θούν τα ψυχικά φαινόμενα, χωρίς το υποκείμενο που είναι φορέας τους να καταδικάζεται στη σιωπή: υπο­δείχνοντάς το σαν ασυνείδητο υποκείμενο επιθυμίας.

Γι’ αυτό, η άρθρωση και η ανάπτυξη του ερωτή­ματος μας υποχρεώνει να στραφούμε προς τον Freud, όταν η εμπειρία της τρέλας έπαυσε να είναι βλαστήμια ή σημασία που κανείς δεν μπορεί να ανε­χθεί, όταν η μιλιά της έγινε δεκτή σαν σημαίνουσα απόλυτα διαφορετική από τις άλλες, μα όχι λιγότερο σημαίνουσα, μιλιά όχι φλύαρη κι ανόητη αλλά απο­κλεισμένη απ’ την σώφρονα λογική του λογισμού μας.

Μ’ αυτήν την έννοια, ναι η ψυχανάλυση είναι η με­γάλη παραβίαση των απαγορεύσεων της σκέψης, κα­θώς το ήθελε ο Freud. Όχι με την έννοια ότι έλυσε το πρόβλημα της ψύχωσης, όπως εξ άλλου δεν το έ­λυσε μήτε η αντιψυχιατρική (η αντιψυχιατρική: ένα κίνημα νοήματος, απελευθέρωσης του ψυχιάτρου). Την άποψη αυτή δεν την υποστηρίζω μόνο ή κυρίως σε στενά θεραπευτική βάση, εννοώντας δηλαδή ότι οι ψυχαναλυτές όπως έχει ειπωθεί απ’ την Ida Macalpine στον πρόλογο της αγγλικής έκδοσης του Schreber, εγγυώνται την «θεραπεία»7 της ψύχωσης σ’ όλες τις περιπτώσεις όπου δεν πρόκειται για ψύχωση. Θεωρώ ότι η θεραπεία είναι πριν απ’ όλα ένα αίτημα, αίτημα που φέρεται απ’ την φωνή του πάσχοντος και που περνάει συνεπώς από μονοπάτια και κώδικες που δεν είναι οποιοιδήποτε, που είναι οι κώδικες της νεύρω­σης (και ιδιαίτερα της υστερίας). Γι’ αυτό το λόγο ακριβώς η ψυχανάλυση συναντά στην ψύχωση το πιο ενδόμυχο, το πιο ακαταμάχητο βασάνισμά της. Απουσία μετάθεσης (Transfert) καθώς πίστευε ο Freud, αποδίδοντας σ’ αυτό την αδυναμία του αναλυ­τή, ή μάλλον μετάθεση ιδιάζουσας μορφής, απόλυτα διαφορετική απ’ την νευρωτική — καθώς σήμερα μας φαίνεται σωστότερο —, η σχέση του ψυχωτικού με τον συνομιλητή του αποκλείει πάντως το κοινό εκεί­νο σημασιολογικό έδαφος που κάνει δυνατή την εκ μέρους του διατύπωση ενός αιτήματος νοήματος κι ενός ερμηνεύσιμου ερωτήματος. Η τρέλα δεν είναι λοιπόν terra incognita που μπορεί κανείς να εποικίσει με την βοήθεια της δικής του αναλυτικής γνώσης, ανακαλύπτοντας ό,τι ανέκαθεν γνώριζε καλά. Το αίνιγμά της ο ψυχαναλυτής οφείλει να το δεχθεί σαν αί­νιγμα δικό του (της δικής του στάσης και μετάθεσης), και σαν αίνιγμα της ίδιας της ψυχανάλυσης σαν θεωρίας. Ο ψυχωτικός όταν μιλάει, εκείνος στον οποίο απευθύνεται ή βρίσκεται εντός του, είναι καθαρό αντικείμε­νο ενδοβολής του, ακυρωμένος σχεδόν σαν Άλλο υποκείμενο ή γίνεται ηχώ του ιδανικού του — ιδανικοποιημένο εγώ, δηλ. μη-εγώ— οπότε η μιλιά του δεν είναι δική του, ο ίδιος δεν είναι παρά ο «φωνογράφος της αλήθειας των άλλων»8. Τονίζοντας τις ειδικές δυσκολίες της κλινικής ή και της απλής ομιλούσας σχέσης του ψυχωτικού με τον συνομιλητή του, δεν αποκλείω a priori την ψύχωση απ’ το φροϋδικό πεδίο ούτε την θεωρώ ολοκληρωτικά ανεξερεύνητη ή μη-εξερευνήσιμη απ’ την ψυχανά­λυση. Άλλο όμως η θεωρία, όσο γόνιμη κι αν είναι αυτή — κι ας μην ξεχνάμε ότι ο Freud δεν δίσταζε να ονομάζει την θεωρητική κατασκευή του για την ψύ­χωση ισοδύναμη της παραληρηματικής κατασκευής—, κι άλλο η κλινική εμπειρία. Διότι είναι γεγονός ότι οι ψυχωτικοί μιλούν την ίδια γλώσσα με εμάς και πως αν δεν υπήρχε αυτό το στοιχείο γλωσσικής κοινότη­τας δεν θα καταλαβαίναμε τίποτε απολύτως. Κι όμως στην έκφανση του λόγου, στη σχέση σημασίας με ση­μασία υπάρχει κάτι (τί;) που κάνει τον λόγο του ψυχωτικού μη-ερμηνεύσιμο (εννοώ ψυχαναλυτικά) παρά το ότι (ή εξ αιτίας του ότι;) ο αναλυτής έχει την (ψευδ)αίσθηση πως βρίσκει εκεί ό,τι συνήθως ανακα­λύπτει σαν λόγο του ασυνειδήτου. Γνωρίζουμε με πό­ση φαινομενική ευκολία ο σχιζοφρενής αποδέχεται κάποτε τις τολμηρότερες ερμηνείες… και την μηδαμινότητα του αποτελέσματός τους. Ο ασθενής μπορεί να υιοθετήσει το φαντασιακό σύστημα του θεραπευτή, μπορεί μέσα σ’ αυτή τη σχέση να αισθανθεί εντοπίσιμος, να ταυτισθεί με τα σημαίνοντα της αναλυτικής γνώσης. Στη πραγματικότητα, καταλαβαίνει καλά ότι ο αναλυτής αρνιέται ακόμη μια φορά το νόημα και την λειτουργία της σκέψης του προς όφελος μιας αλήθειας που ο ίδιος αυτός αναλυτής απαιτεί να επι­βάλλει. Αρχική και σκληρή ετερότητα της τρέλας, που την κάνει δυσπρόσιτη στην ψυχανάλυση της κα­θαρά φροϋδικής αυθεντικότητας. Θεωρία και κλινική, τομείς έρευνας στενά και αναπόσπαστα δεμένοι, το πρόβλημα αρχίζει — ευτυχώς! — απ’ την στιγμή που δεν συμπίπτουν, απ’ την στιγμή που υπάρχει απόστα­ση μεταξύ τους9 που μας δίνει το δικαίωμα να μιλάμε για αναλυτικό κίνημα.




Αγοραίος

Αγοραίος
ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΕΜΠΛΟΚΕΣ Το ζήτημα δεν είναι τι ο ιδρυτής μιας θρησκείας δίδαξε, το ζήτημα είναι τι κατανοεί και τι χτίζει μέσα σε αυτή την κατανόηση...

Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Νέκυια
Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα

Ἀπὸ περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεῦχος 51, Αθῆναι 1980 [στη φωτογραφία ο ποιητής με τον Παν. και τη Ζηνοβία Δρακοπούλου]   Τὸ βράδυ ἐκεῖνο ἦταν βαρὺ ζεστὸ...


Τάκης Σινόπουλος: Ελπήνωρ
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Νέκυια

Ἀπὸ περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεῦχος 51, Αθῆναι 1980   Ἐλπήνορ πῶς ἦλθες… ΟΜΗΡΟΣ   Τοπίο θανάτου. Ἡ πετρωμένη θάλασσα, τὰ μαῦρα κυ­παρίσσια, τὸ χαμηλὸ ἀκρογιάλι ρημαγμένο...


Olof Gigon: H απαρχή της Ελληνικής φιλοσοφίας
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Φιλοσοφία
Olof Gigon: H απαρχή της Ελληνικής φιλοσοφίας

Εποπτεία, τεύχος 45, Μάιος 1980. Μετάφραση: Μαρία Μέντζου Το ελληνικό πνεύμα πρωτοφανερώθηκε στην ποίη­ση. Ο κόσμος του ομηρικού έπους και όχι κάποια θρησκευτική ή πολιτειακή παράδοση...


Φώτης Καλλίας: Η έννοια του ασυνειδήτου και το πρόβλημα της ψύχωσης
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Ψυχολογία
Φώτης Καλλίας: Η έννοια του ασυνειδήτου και το πρόβλημα της ψύχωσης

Εποπτεία, τεύχος 43, Φεβρουάριος 1980 [1].  Αναδημοσιεύουμε τιμώντας τη μνήμη του αγαπητού συγγραφέα   φεῦ-φεῦ, φρονεῖν ὡς δεινὸν ἔνθα μὴ τέλη λύει φρονοῦντι. Ταῦτα γὰρ...


Χόρχε Λουίς Μπόρχες: Ο Καθρέφτης και το Προσωπείο
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Η Αυγή της Λογοτεχνίας

Από περιοδικό «Εποπτεία», Αύγουστος 1980, σελ. 765-767.  Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης [Ο κόπος της μετάφρασης (μ΄άλλα λόγια ο κόπος να συμφιλιωθεί ένα απειθάρχητο δευτερογενές υλικό με...


Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.