Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Αφιερώματα | Νέκυια - 2 Αυγούστου 2011 08:26 πμ

Όμηρος: Νέκυια



νύχτα βαριὰ καὶ παγερὴ κρέμεται πάνω τους, σ’ αὐτοὺς

τοὺς δύστυχους βροτούς.

Στὰ μέρη ἐκεῖνα φτάνοντας, τραβήξαμε τὸ πλοῖο στὴν ἄμμο, φέραμε

καὶ τὰ πρόβατα ἒξω· ὕστερα ἐμεῖς, στοῦ Ὠκεανοῦ τὸ ρεῦμα πλάι

πηγαίνοντας, βρεθήκαμε στὸν τόπο ἐκεῖ ποὺ ἡ Κίρκη μᾶς ἐξήγησε.

Ἐκεῖ τὰ σφάγια ὁ Περιμήδης κι ὁ Εὐρυλοχος γερὰ

κρατοῦσαν· κι ἐγὼ τραβώντας μυτερὸ σπαθὶ ἀπ’ τὸν μηρό μου,

ἄνοιξα λάκκο ὣς ἕναν πήχη —φάρδος, πλάτος—

κι ἔχυνα γύρω ἀπὸ τὰ χείλη του σπονδὲς πρὸς ὅλους τοὺς νεκρούς·

πρῶτα μέλι μὲ γάλα, κρασὶ μετὰ γλυκό, τρίτο νεράκι,

καὶ πάνω ἐκεῖ πασπάλιζα λευκὸ κριθάλευρο.

Παρακαλοῦσα ἐπίμονα τὰ ἀδύναμα κεφάλια τῶν νεκρῶν·

ἂν φτάσω στὴν Ἰθάκη, τάζω ἕνα βόδι θηλυκὸ καὶ στεῖρο, τὸ καλύτερο,

νὰ σφάξω στὸ παλάτι μου, νὰ κάψω στὴν πυρὰ σκεύη πολύτιμα·

στὸν Τειρεσία χωριστά, μόνο σ’ αὐτόν, πὼς θὰ προσφέρω

κατάμαυρο κριάρι, ποὺ ξεχωρίζει στὸ κοπάδι μας.

Κι ἀφοῦ μὲ τάματα καὶ παρακάλια τὸ σμάρι τῶν νεκρῶν

λιτάνευσα, πιάνω τὰ πρόβατα, κι ἐκεῖ στὸν λάκκο κόβω

τὸν λαιμὸ τους — ἔτρεχε μαῦρο τὸ αἷμα τους. Κι εὐθὺς μαζεύτηκαν,

ἀπὸ τὸ ἔρεβος τοῦ κάτω κόσμου, ψυχὲς νεκρῶν ποὺ ὁ θάνατος τοὺς βρῆκε:

νύφες, παλικαράκια, συφοριασμένοι γέροντες,

κορίτσια τόσο τρυφερά, μὲ λαβωμένη τὴν καρδιὰ ἀπὸ τὸ πρόωρο πένθος·

πολλοὶ κι οἱ χτυπημένοι ἀπὸ κοντάρια χάλκινα,

ἄντρες ποὺ πολεμώντας ἔπεσαν, στὸ χέρι τους κρατώντας

ματοβαμμένα τὰ ὅπλα τους.

Αὐτοὶ λοιπόν, τόσοι καὶ τόσοι, γύρω στὸν λάκκο συναθροίστηκαν,

καθένας κι ἀπ’ ἀλλοῦ, σηκώνοντας ἀνήκουστη βοή· κι ἐμένα

μὲ συγκλόνισε τρόμος χλωρός.

Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, παρακινώντας τοὺς συντρόφους, πρόσταξα,

τὰ ζῶα ποὺ σφαγμένα κείτονταν ἀπὸ τὸν ἀνελέητο χαλκό,

νὰ γδάρουν καὶ νὰ κάψουν, ὑψώνοντας εὐχὲς πρὸς τοὺς θεούς,

στὸν κρατερὸ τὸν Ἅδη, στὴν τρομερὴ τὴν Περσεφόνη.

Στὴν ὥρα μου κι ἐγώ, τραβώντας ἀπὸ τὸν μηρὸ τὸ ὀξύ μου ξίφος,

ἐκεῖ στεκόμουν καὶ δὲν ἄφηνα τὰ ἀδύναμα κεφάλια τῶν νεκρῶν

νὰ σκύψουν στὸ αἷμα, προτοῦ τὸν Τειρεσία ρωτήσω γιὰ νὰ μάθω.

Πρώτη ἡ ψυχὴ τοῦ Ἐλπήνορα ἦλθε, τοῦ συντρόφου μου·

δὲν εἶχε ἀκόμη ταφεῖ στὸ χῶμα, κάτω ἀπὸ τὸ πλατὺ στέρνο τῆς γῆς,

τὸ σῶμα του· ἐμεῖς τὸ ἀφήσαμε στῆς Κίρκης τὸ παλάτι

ἄκλαυτο κι ἄταφο· μᾶς πίεζε τ’ ἄλλο βαρὺ καθῆκον.

Μόλις τὸν εἶδα δάκρυσα καὶ τὸν συμπόνεσε ἡ καρδιά μου,

ἀμέσως τὸν προσφώνησα, κι ὅπως τοῦ μίλησα,

τὰ λόγια μου πέταξαν σὰν πουλιά:

«Ἐλπήνορα, πῶς ἔφτασες ἐδῶ, κάτω στὸ ζοφερὸ σκοτάδι;

μὲ πρόλαβες πεζοπορώντας, ἐμένα μὲ τὸ μαῦρο μου καράβι».

Στὰ λόγια μου βογγώντας ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε:

«Γέννημα τοῦ Διός, γιὲ τοῦ Λαέρτη, πολυμήχανε Ὀδυσσέα,

μὲ σύντριψε ἑνὸς δαίμονα μοίρα κακὴ καὶ τὸ ἄμετρο κρασί·

στῆς Κίρκης τὸ παλάτι, στὸν ὕπνο βυθισμένος πλάγιασα στὸ δῶμα,

κι ὁ νοῦς μου σκοτισμένος δὲν μ’ ἄφησε νὰ κατεβῶ τὴν ἴδια

σκάλα τὴν ψηλὴ ποὺ ἀνέβηκα· γκρεμοτσακίστηκα μὲ τὸ κεφάλι

ἀπὸ τὴ στέγη· ἔτσι συντρίφτηκαν οἱ ἀστράγαλοι

στὸν σβέρκο μου, κι εὐθὺς στὸν Ἅδη κατέβηκε ἡ ψυχή μου.

Μὰ τώρα σὲ ξορκίζω, στὸ ὄνομα ἐκείνων πού σοῦ λείπουν,

γιὰ τὴ γυναίκα σου μιλῶ, γιὰ τὸν πατέρα ποὺ μικρὸν σ’ ἀνάθρεψε,

γιὰ τὸν Τηλέμαχο ποὺ μόνον του, μοναχογιὸ τὸν ἄφησες στὸ σπίτι.

Τὸ ξέρω, μόλις ἀφήσεις τοὺς δόμους τοῦ Ἅδη, θὰ πιάσεις

πάλι στὸ νησὶ τῆς Αἴας μὲ τὸ καλόχτιστο καράβι σου.

Ἐκεῖ λοιπὸν σὰν φτάσεις, παρακαλῶ σε, ἄρχοντά μου, νὰ μὲ θυμηθεῖς·

μὴ φύγεις καὶ μ’ ἐγκαταλείψεις ἄταφον, ἄκλαυτο,

κι ἔτσι μὲ χωριστεῖς, μήπως σοῦ γίνω ἡ ἀφορμὴ καὶ πέσει πάνω σου

ὀργὴ θεοῦ· πρῶτα κᾶψε τὸ σῶμα μου, μαζὶ καὶ τ’ ἅρματά μου,

τὰ δικά μου· ὕστερα σῆμα ἀνύψωσε γιὰ χάρη μου

στὸ περιγιάλι τῆς θαλάσσης — ἑνὸς ποὺ ἡ δυστυχία τὸν τσάκισε,

νὰ βλέπουν οἱ μελλούμενοι καὶ νὰ μὲ μνημονεύουν.

Κι ὅταν μ’ αὐτὰ τελειώσεις, στήριξε τὸ κουπὶ στὸν τύμβο μου,

αὐτὸ ποὺ εἶχα ζωντανός, ὅσο κωπηλατοῦσα μὲ τοὺς ἄλλους μου συντρόφους».

Μοῦ μίλησε, κι ἐγὼ στὸν λόγο του ἀποκρίθηκα:

«Ὦ δύστυχε, ὅσα ζητᾶς θὰ γίνουν, δὲν θὰ σοῦ λείψει τίποτε».

Οἱ δυό μας τότε, συναλλάσσοντας λόγια λυπητερά,

μέναμε ἀντίκρυ ἕνας στὸν ἄλλο: στὴ μιὰ μεριὰ ἐγώ, μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι,






Γιώργος Μυλωνάς: Από τον Πολύγνωτο στον Μπότσογλου
Κατηγορία: Νέκυια
Γιώργος Μυλωνάς: Από τον Πολύγνωτο στον Μπότσογλου

Ταξίδι στη Νέκυια Η εικαστική της πραγμάτωση στον Πολύγνωτο και τον Μπότσογλου Αθήνα 2010 Εισαγωγή Η ψυχή σαν τ’ όνειρο φτερουγίζει και φεύγει αλλά στρέψε...


Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Νέκυια
Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα

Ἀπὸ περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεῦχος 51, Αθῆναι 1980 [στη φωτογραφία ο ποιητής με τον Παν. και τη Ζηνοβία Δρακοπούλου]   Τὸ βράδυ ἐκεῖνο ἦταν βαρὺ ζεστὸ...


Τάκης Σινόπουλος: Ελπήνωρ
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Νέκυια

Ἀπὸ περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεῦχος 51, Αθῆναι 1980   Ἐλπήνορ πῶς ἦλθες… ΟΜΗΡΟΣ   Τοπίο θανάτου. Ἡ πετρωμένη θάλασσα, τὰ μαῦρα κυ­παρίσσια, τὸ χαμηλὸ ἀκρογιάλι ρημαγμένο...


Φράντς Κάφκα: Η σιωπή των Σειρήνων
Κατηγορία: Νέκυια

[Από το Parables, μτφρ. Willa και Edwin Muir, Schocken Books Inc, 1946] Απόδειξη ότι ανεπαρκή ή και παιδιάστικα τεχνάσματα μπορεί να σώσουν κάποιον από τον...


Frank Budgen: Η συνάντηση του Τζαίημς Τζόυς με τον Όμηρο
Κατηγορία: Νέκυια

Άπο το James Joyce and the Making of Ulysses, University of Indiana Press, 1960 Τον Τζόυς τον συνάντησα ξανά, κατά τύχη αυτή τη φορά, λίγο...


Γιώργος Σεφέρης: Ελπήνωρ
Κατηγορία: Νέκυια

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ Ὁ ἡδονικός ἑλπήνωρ Άπὸ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ἐκδ. ΙΚΑΡΟΣ, Ἀθήνα 2000 […] —Τ’ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο. —Ὄχι, σὲ κυνηγοῦν, πῶς δὲν τὸ βλέπεις; θέλω...


Γιώργος Σεφέρης: Πάνω σ΄έναν ξένο στίχο
Κατηγορία: Νέκυια
Γιώργος Σεφέρης: Πάνω σ΄έναν ξένο στίχο

Στήν Έλλη, Χριστούγεννα 1931 Άπό Ποιήματα, έκδ. ΙΚΑΡΟΣ, 20η ἔκδ,, Άθῆναι 2000 Εὐτυχισμένος ποὺ ἔκανε τὸ ταξίδι τοῦ Ὀδυσσέα. Εὐτυχισμένος ἂν στὸ ξεκίνημα, ἔνιωθε γερὴ...