Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Αφιερώματα | Νέκυια - 2 Αυγούστου 2011 08:26 πμ

Όμηρος: Νέκυια



φυλάγοντας τὸ αἷμα· στὴν ἄλλη ἡ σκιά τοῦ ἑταίρου,

μιλοῦσε κι ἔλεγε πολλά.

Κι ἦλθε ἡ ψυχὴ τῆς μάνας μου — εἶχε στὸ μεταξὺ πεθάνει,

ἡ Ἀντίκλεια, κόρη τοῦ μεγαλόκαρδου Αὐτολύκου,

ποὺ ζωντανὴ τὴν ἄφησα πηγαίνοντας στὴν ἅγια Τροία.

Τὴν εἶδα, καὶ τὰ μάτια μου γέμισαν δάκρυα, λύπη ἡ ψυχή μου·

ὡστόσο τὴν ἐμπόδισα στὸ αἷμα νὰ σιμώσει,

μ’ ὅλο ποὺ μ’ ἔτρωγε ὁ καημός, προτοῦ τὸν Τειρεσία

ρωτήσω γιὰ νὰ μάθω.

Κι ἦλθε καὶ τοῦ Θηβαίου Τειρεσία ἡ ψυχή· κρατοῦσε

τὸ χρυσό του σκῆπτρο, ἀμέσως μ’ ἀναγνώρισε καὶ μὲ προσφώνησε:

«Γέννημα τοῦ Διός, γιὲ τοῦ Λαέρτη, πολυμήχανε Ὀδυσσέα,

πῶς καὶ γιατί, ὦ δύστυχε, τὸ φῶς τοῦ ἥλιου ἐγκαταλείποντας,

ἦλθες ἐδῶ νὰ βρεῖς νεκροὺς σ’ αὐτὸν τὸν ἔρμο τόπο;

Ὡστόσο τώρα ἀπὸ τὸν λάκκο παραμέρισε καὶ πέρα κάνε

μὲ τὸ κοφτερὸ σπαθί σου· αἷμα νὰ πιῶ, γιὰ νὰ σοῦ πῶ

τὴν πάσα ἀλήθεια».

Ὑπάκουσα στὰ λόγια του κι ἀμέσως ὑποχώρησα, τὸ ξίφος μου

μὲ τ’ ἀργυρὰ καρφιὰ μπῆκε ξανὰ στὴ θήκη του· ἐκεῖνος ἤπιε

ἀπὸ τὸ μαῦρο αἷμα, καὶ τότε γύρισε στὸ μέρος μου

κι ἔτσι μοῦ μίλησε ὁ τέλειος μάντης:

«Τὸν νόστο σου γυρεύεις, γλυκὸν σὰν μέλι, Ὀδυσσέα περίφημε·

ὅμως κάποιος θεὸς θὰ σοῦ σταθεῖ στὸν δρόμο σου φραγμός· γιατὶ

δὲν τὸ πιστεύω πὼς θὰ ξεχάσει ὁ Κοσμοσείστης ἐκείνη τὴν ὀργὴ

ποὺ ἄναψε μέσα του, ὅταν χολώθηκε μαζί σου, ποὺ τύφλωσες

τὸν ἴδιο του τὸν γιό.

Παρ’ ὅλα αὐτά, ἔστω μὲ βάσανα καὶ πάθη, μπορεῖ καὶ νὰ νοστήσετε,

φτάνει νὰ συγκρατήσεις τὶς ὁρμές σου, ἐσὺ κι οἱ σύντροφοί σου,

ὅταν θ’ ἀράξεις κάποτε μὲ τὸ καράβι σου γερὸ

στῆς Θρινακίας τὸ νησί, γλιτώνοντας ἀπὸ τὸ μπλάβο πέλαγο·

θὰ βρεῖτε ἐκεῖ βόδια νὰ βόσκουν θηλυκά, πρόβατα μαλλιαρὰ —

στὸν Ἥλιο ἀνήκουν, ποὺ τὰ πάντα βλέπει ἀπὸ ψηλά, τὰ πάντα ἀκούει.

Ἀνίσως καὶ δὲν τὰ πειράξεις, στὸν νόστο σου προσηλωμένος,

μπορεῖ, ἔστω μὲ βάσανα καὶ πάθη, νὰ φτάσετε καὶ στὴν Ἰθάκη·

ἂν ὅμως τὰ πειράξεις, τότε προβλέπω ὄλεθρο

γιὰ τὸ καράβι σου καὶ τοὺς συντρόφους· ἀλλὰ καὶ σύ, ποὺ ἴσως γλιτώσεις,

λέω πὼς ἀργὰ κι ἄσχημα θὰ γυρίσεις πίσω,

θὰ χάσεις ὅλους τους συντρόφους,

θὰ ταξιδέψεις σὲ καράβι ξένο· ὅμως κι ἐκεῖ, στὸ σπίτι σου, σὲ περιμένουν

ἄλλες συμφορές, μνηστῆρες ἀλαζόνες, ποὺ μαδοῦν τὸ βιό σου,

ποὺ θέλουν τὴν ἰσόθεη γυναῖκα σου δική τους,

τάζοντας δῶρα γιὰ τὴ νύφη.

Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, γυρίζοντας, θὰ ἐκδικηθεῖς τὴν ἀδικία αὐτή.

Ὅταν ὡστόσο τοὺς μνηστῆρες, στὸ παλάτι,

μὲ τὸν χαλκὸ ποὺ κόβει τοὺς σκοτώσεις, εἴτε μὲ δόλο ἢ καὶ φανερά,

τότε πιάσε στὸ χέρι σου κουπὶ καλὰ ἁρμοσμένο,

καὶ κίνησε ὥσπου νὰ φτάσεις σ’ ἀνθρώπους ποὺ δὲν εἶδαν θάλασσα,

ποὺ ἁλατισμένο δὲν τρῶν τὸ φαγητό τους·

δὲν ξέρουν κὰν τὰ πλοῖα, βαμμένα κόκκινα στὰ μάγουλά τους,

ἢ τὰ καλὰ κουπιά, ποὺ γίνονται φτερὰ τῶν καραβιῶν.

Καὶ θὰ σοῦ πῶ κι ἄλλο σημάδι πεντακάθαρο — μὴν τὸ ξεχάσεις·

ὅταν στὸν δρόμο σου βρεθεῖ ὁδοιπόρος

νὰ πεῖ πὼς λιχνιστῆρι φέρνεις στὸν ὄμορφό σου ὦμο,

τότε κι ἐσὺ μπῆξε στὸ χῶμα τὸ καλάρμοστο κουπί,

καὶ πρόσφερε θυσίες καλὲς στὸν μέγα Ποσειδώνα —

κριάρι, ταῦρο, κάπρο ποὺ καβαλάει γουρούνια·

ὕστερα γύρνα στὴν πατρίδα σου, ἐκεῖ θυσίασε

μιὰν ἑκατόμβη στοὺς ἀθάνατους θεοὺς ποὺ τὸν πλατὺ οὐρανὸ κατέχουν,

σ’ ὅλους μὲ τὴ σειρά.

Ὁ θάνατός σου, λέω, θὰ σὲ βρεῖ ἀπόμακρα ἀπ’ τὴ θάλασσα,

ἥσυχος καὶ γλυκός, τέτοιος θὰ ‘ρθεῖ γιὰ νὰ σὲ σβήσει

σὲ βαθιά, μεστὰ γεράματα· καὶ γύρω σου λαοί,

ὅλοι θὰ ζοῦν εὐτυχισμένοι. Αὐτὸς ὁ λόγος μου,

ἀλάνθαστος κι ἀληθινός».

Ἔτσι μοῦ μίλησε, κι ἐγὼ τοῦ ἀνταποκρίθηκα:

«Τὸ ξέρω τώρα, Τειρεσία· τὴ μοίρα μου τὴν ἔκλωσαν μόνοι τους οἱ θεοί.

Ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο νὰ μοῦ πεῖς, μὴν κρύψεις τὴν ἀλήθεια·

βλέπω μπροστά μου τὴν ψυχὴ τῆς πεθαμένης μάνας μου,

ἀμίλητη κοντὰ στὸ αἷμα, νὰ μὴν μπορεῖ τὸν ἴδιο της τὸν γιὸ

στὰ μάτια νὰ ἀντικρίσει, κὰν νὰ τὸν προσφωνήσει.

Ὦ μάντη, πές μου πῶς θὰ γίνει ν’ ἀναγνωρίσει τὸ ποιὸς εἶμαι,

πὼς εἶμαι ζωντανός;».

Ἔτσι τοῦ μίλησα κι αὐτὸς πῆρε τὸν λόγο ἀμέσως, εἶπε:

«Εὔκολη συμβουλὴ θὰ πῶ, γιὰ νὰ τὴν στοχαστεῖς·






Γιώργος Μυλωνάς: Από τον Πολύγνωτο στον Μπότσογλου
Κατηγορία: Νέκυια
Γιώργος Μυλωνάς: Από τον Πολύγνωτο στον Μπότσογλου

Ταξίδι στη Νέκυια Η εικαστική της πραγμάτωση στον Πολύγνωτο και τον Μπότσογλου Αθήνα 2010 Εισαγωγή Η ψυχή σαν τ’ όνειρο φτερουγίζει και φεύγει αλλά στρέψε...


Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Νέκυια
Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα

Ἀπὸ περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεῦχος 51, Αθῆναι 1980 [στη φωτογραφία ο ποιητής με τον Παν. και τη Ζηνοβία Δρακοπούλου]   Τὸ βράδυ ἐκεῖνο ἦταν βαρὺ ζεστὸ...


Τάκης Σινόπουλος: Ελπήνωρ
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Νέκυια

Ἀπὸ περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεῦχος 51, Αθῆναι 1980   Ἐλπήνορ πῶς ἦλθες… ΟΜΗΡΟΣ   Τοπίο θανάτου. Ἡ πετρωμένη θάλασσα, τὰ μαῦρα κυ­παρίσσια, τὸ χαμηλὸ ἀκρογιάλι ρημαγμένο...


Φράντς Κάφκα: Η σιωπή των Σειρήνων
Κατηγορία: Νέκυια

[Από το Parables, μτφρ. Willa και Edwin Muir, Schocken Books Inc, 1946] Απόδειξη ότι ανεπαρκή ή και παιδιάστικα τεχνάσματα μπορεί να σώσουν κάποιον από τον...


Frank Budgen: Η συνάντηση του Τζαίημς Τζόυς με τον Όμηρο
Κατηγορία: Νέκυια

Άπο το James Joyce and the Making of Ulysses, University of Indiana Press, 1960 Τον Τζόυς τον συνάντησα ξανά, κατά τύχη αυτή τη φορά, λίγο...


Γιώργος Σεφέρης: Ελπήνωρ
Κατηγορία: Νέκυια

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ Ὁ ἡδονικός ἑλπήνωρ Άπὸ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ἐκδ. ΙΚΑΡΟΣ, Ἀθήνα 2000 […] —Τ’ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο. —Ὄχι, σὲ κυνηγοῦν, πῶς δὲν τὸ βλέπεις; θέλω...


Γιώργος Σεφέρης: Πάνω σ΄έναν ξένο στίχο
Κατηγορία: Νέκυια
Γιώργος Σεφέρης: Πάνω σ΄έναν ξένο στίχο

Στήν Έλλη, Χριστούγεννα 1931 Άπό Ποιήματα, έκδ. ΙΚΑΡΟΣ, 20η ἔκδ,, Άθῆναι 2000 Εὐτυχισμένος ποὺ ἔκανε τὸ ταξίδι τοῦ Ὀδυσσέα. Εὐτυχισμένος ἂν στὸ ξεκίνημα, ἔνιωθε γερὴ...