Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Αφιερώματα | Νέκυια - 2 Αυγούστου 2011 08:26 πμ

Όμηρος: Νέκυια



ἔλα, κι ἐδῶ στὸν Ἅδη, δένοντας χέρια νὰ σφιχταγκαλιαστοῦμε

οἱ δυό μας, παρηγοριὰ νὰ βροῦμε στὸν φριχτό μας θρῆνο.

Ἐκτος καὶ ἄν, ἀγέρωχη ἡ Περσεφόνη, μόνον τὸν ἄδειον ἴσκιο σου

μοῦ στέλνει, νὰ ὀδύρομαι βαριά, καὶ πιὸ πολὺ ν’ ἀναστενάζω».

Ἔτσι τῆς μίλησα, κι ἡ σεβαστή μου μάνα τότε μοῦ ἀποκρίθηκε:

«Ἀλίμονο, παιδί μου δύσμοιρο ὅσο κανεὶς ἄλλος στὸν κόσμο,

ὄχι δὲν σ’ ἀπατᾶ ἡ Περσεφόνη, ἡ θυγατέρα τοῦ Διός.

Αὐτὴ εἶναι ἡ μοίρα τῶν βροτῶν, ὅταν κάποιος πεθαίνει·

δὲν συγκρατοῦνε πιὰ τὰ νεῦρα του τὶς σάρκες καὶ τὰ κόκαλά του·

ὅλα τους τὰ δαμάζει τὸ μένος τῆς πυρᾶς

ποὺ λαμπαδιάζει, ἀφοῦ ἡ ζωή του φύγει κι ἀφήσει τὰ λευκά του ὀστὰ –

μόνο ἡ ψυχὴ πάει πέταξε, σὰν ὄνειρο, καὶ φτερουγίζει.

Ὡστόσο εἶναι πιὰ καιρὸς τὸ φῶς νὰ ἐπιθυμήσεις,

καὶ μὴν ἀργεῖς· μάθε κι αὐτά, ὅλα ποὺ βλέπεις γύρω σου,

γιὰ νά, μπορεῖς νὰ τὰ ἱστορήσεις κάποτε στὴ γυναίκα σου».

Οἱ δυό μας συναλλάσσαμε τὰ λόγια μας ἀκόμη, ἀλλὰ

πλησίασαν κι ἄλλες γυναῖκες τώρα — ἡ φημισμένη Περσεφόνη

τὶς παρότρυνε· ὅσες ὑπῆρξαν σύζυγοι καὶ θυγατέρες

διάσημων ἡρώων.

Ἐκεῖνες γύρω ἀπὸ τὸ μαῦρο αἷμα σμάρι συναθροιστῆκαν,

κι ἀναρωτήθηκα ἐγὼ πῶς νὰ τὶς ξεχωρίσω καὶ καθεμιὰ νὰ τὴν ρωτήσω.

Κι ὅπως τὸ συλλογίστηκα, αὐτὴ ἡ ἀπόφαση μοῦ φάνηκε ἡ καλύτερη·

τὸ κοφτερὸ σπαθὶ τραβώντας ἀπὸ τὸ σφιχτὸ μερί μου,

δὲν ἄφησα νὰ πιοῦν τὸ μαῦρο αἷμα ὅλες μαζί.

Ἔτσι μὲ τὴ σειρά, ἡ μιὰ πίσω ἀπ’ τὴν ἄλλη πίνοντας αἷμα,

τὸ γένος της ἐξιστοροῦσε, κι ἐγὼ τὶς ρώτησα ὅλες.

[…]

Πῆρε ὁ Ἀλκίνοος ξανὰ τὸν λόγο, τὸν φώναξε μὲ τὸ ὄνομά του:

«Ὦ Ὀδυσσέα, μ’ ὅλα ποὺ βλέπουμε μπροστά μας,

κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σὲ πεῖ ἀπατεώνα ἢ ψεύτη,

ὅπως εἶναι πολλοὶ ποὺ βόσκουν πάνω σ’ αὐτὴ τὴ μαύρη γῆ,

ἄνθρωποι σκορπισμένοι ποὺ ψέματα σκαρώνουν,

ὅσα δὲν βάζει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου.

Ἐσένα ὡστόσο καὶ τὰ λόγια σου ἔχουν μορφὴ καὶ τὸ μυαλό σου λάμπει·

ξέρεις τὴν τέχνη νὰ ἱστορεῖς, σὰν ἀοιδὸς μὲ ἄρτια γνώση,

καὶ τῶν Ἀργείων τὰ βάσανα καὶ τὰ δικά σου

πάθη τὰ λυπητερά.

Μὰ τώρα πές μου κάτι ἀκόμη, τὸ ἐξηγεῖς μὲ κάθε ἀκρίβεια·

ἀνίσως εἶδες κάτω ἐκεῖ κάποιους ἀπ’ τοὺς ἰσόθεους ἑταίρους,

ὅσοι στὴν Τροία βρέθηκαν μαζί σου κι ὅσους τοὺς βρῆκε ὁ θάνατος.

Ἡ νύχτα αὐτὴ εἶναι μεγάλη, ἀτελείωτη· δὲν ἔφτασε ἡ ὥρα

ἀκόμη νὰ κοιμηθοῦμε στὸ παλάτι· πές μου

λοιπὸν τὰ θαυμαστά σου ἔργα· κι ἐγὼ θά ‘μενα ξάγρυπνος

ὥσπου νὰ ξημερώσει ἡ θεία αὐγή, ἂν δέχεσαι κι ἐσύ, μέσα στὸ σπίτι μου

νὰ μοῦ ἱστορήσεις τὰ δικά σου πάθη».

Τοῦ ἀνταπάντησε μιλώντας ὁ Ὀδυσσέας πολυμήχανος:

«Ἀλκίνοε βασιλιά, ποὺ διαπρέπεις σ’ ὅλον τὸν λαό σου,

ἔχουν τὴν ὥρα τους κι οἱ διηγήσεις ποὺ μακραίνουν, ἔχει

τὴν ὥρα του κι ὁ ὕπνος. Ἂν ὅμως φλέγεσαι κι ἄλλο ν’ ἀκούσεις,

δὲν εἶμαι ἐγὼ ποὺ θὰ τὸ ἀρνιόμουν· μπορῶ κι ἄλλες πικρότερες

νὰ σοῦ ὁμολογήσω ἱστορίες, τὰ πένθη τῶν ἑταίρων μου ποὺ χάθηκαν

μετά· ἐνῶ στὴν Τροία ξέφυγαν τὴν ταραχὴ τῆς μάχης καὶ τοὺς στεναγμούς,

ἐπῆγαν τοῦ χαμοῦ στὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς —

κι ὅλα γιὰ χάρη μιᾶς ὀλέθριας γυναίκας.

Ἀφοῦ λοιπὸν τὶς σκόρπισε ἡ Περσεφόνη ἁγνή,

κάθε ψυχὴ κι ἀλλοῦ, τὶς τρυφερὲς γυναῖκες,

ἦλθε τοῦ Ἀγαμέμνονα ἡ ψυχή, γιοῦ τοῦ Ἀτρέα,

λυπημένη· γύρω της συναθροίστηκαν κι ἄλλες ψυχές, ὅσοι

στὸ ἀρχοντικό του Αἰγίσθου ἔπεσαν μαζί του

κι ἐκεῖ τοὺς βρῆκε ὁ θάνατος.

Μόλις ἐκεῖνος ἤπιε ἀπὸ τὸ μαῦρο αἷμα, ἀμέσως μὲ ἀναγνώρισε,

πῆρε νὰ κλαίει σπαραχτικά, τὸ δάκρυ του ἔτρεχε ποτάμι,

ἁπλώνοντας τὰ χέρια του, ποθοῦσε νὰ μ’ ἀγγίξει·

ὅμως δὲν μπόρεσε, γιατί τοῦ εἶχε λείψει ἡ δύναμη,

ἐκείνη ἡ ρώμη, ποὺ ἄλλοτε στήριζε τὰ εὐλύγιστά του μέλη.

Κι ὅπως τὸν εἶδα, δάκρυσα, πλημμύρισε ἡ ψυχή μου ἔλεος,

τὸν φώναξα μὲ τὸ ὄνομα καὶ πέταξαν

τὰ λόγια μου σὰν τὰ πουλιά:

«Ἀτρείδη τιμημένε, ὦ Ἀγαμέμνονα, μὲ τὸν λαὸ καὶ τὸν στρατό σου,

ποιὰ μοίρα νὰ σὲ δάμασε, ποιὸς ἀνελέητος θάνατος;

Μήπως σὲ τσάκισε ὁ Ποσειδώνας στὰ καράβια σου,

σ’ ἅρπαξε θύελλα φριχτή, μ’ ἀνέμους φοβερούς;






Γιώργος Μυλωνάς: Από τον Πολύγνωτο στον Μπότσογλου
Κατηγορία: Νέκυια
Γιώργος Μυλωνάς: Από τον Πολύγνωτο στον Μπότσογλου

Ταξίδι στη Νέκυια Η εικαστική της πραγμάτωση στον Πολύγνωτο και τον Μπότσογλου Αθήνα 2010 Εισαγωγή Η ψυχή σαν τ’ όνειρο φτερουγίζει και φεύγει αλλά στρέψε...


Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Νέκυια
Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα

Ἀπὸ περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεῦχος 51, Αθῆναι 1980 [στη φωτογραφία ο ποιητής με τον Παν. και τη Ζηνοβία Δρακοπούλου]   Τὸ βράδυ ἐκεῖνο ἦταν βαρὺ ζεστὸ...


Τάκης Σινόπουλος: Ελπήνωρ
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Νέκυια

Ἀπὸ περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεῦχος 51, Αθῆναι 1980   Ἐλπήνορ πῶς ἦλθες… ΟΜΗΡΟΣ   Τοπίο θανάτου. Ἡ πετρωμένη θάλασσα, τὰ μαῦρα κυ­παρίσσια, τὸ χαμηλὸ ἀκρογιάλι ρημαγμένο...


Φράντς Κάφκα: Η σιωπή των Σειρήνων
Κατηγορία: Νέκυια

[Από το Parables, μτφρ. Willa και Edwin Muir, Schocken Books Inc, 1946] Απόδειξη ότι ανεπαρκή ή και παιδιάστικα τεχνάσματα μπορεί να σώσουν κάποιον από τον...


Frank Budgen: Η συνάντηση του Τζαίημς Τζόυς με τον Όμηρο
Κατηγορία: Νέκυια

Άπο το James Joyce and the Making of Ulysses, University of Indiana Press, 1960 Τον Τζόυς τον συνάντησα ξανά, κατά τύχη αυτή τη φορά, λίγο...


Γιώργος Σεφέρης: Ελπήνωρ
Κατηγορία: Νέκυια

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ Ὁ ἡδονικός ἑλπήνωρ Άπὸ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ἐκδ. ΙΚΑΡΟΣ, Ἀθήνα 2000 […] —Τ’ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο. —Ὄχι, σὲ κυνηγοῦν, πῶς δὲν τὸ βλέπεις; θέλω...


Γιώργος Σεφέρης: Πάνω σ΄έναν ξένο στίχο
Κατηγορία: Νέκυια
Γιώργος Σεφέρης: Πάνω σ΄έναν ξένο στίχο

Στήν Έλλη, Χριστούγεννα 1931 Άπό Ποιήματα, έκδ. ΙΚΑΡΟΣ, 20η ἔκδ,, Άθῆναι 2000 Εὐτυχισμένος ποὺ ἔκανε τὸ ταξίδι τοῦ Ὀδυσσέα. Εὐτυχισμένος ἂν στὸ ξεκίνημα, ἔνιωθε γερὴ...