Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 | Αφιερώματα | Νέκυια - 3 Αυγούστου 2011 20:20 μμ

Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα


Ἀπὸ περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεῦχος 51, Αθῆναι 1980

[στη φωτογραφία ο ποιητής με τον Παν. και τη Ζηνοβία Δρακοπούλου]

 

Τὸ βράδυ ἐκεῖνο ἦταν βαρὺ ζεστὸ κι ἀσάλευτο.

Ὁ ἀγέρας μάκραινε τὶς φλόγες τῶν κεριῶν

κατὰ τὴν ὀροφή. Κουρτίνες βαθυκόκκινες

σκέπαζαν τὰ παράθυρα καὶ ἡ αὐστηρὴ Σιγὴ

μὲ βῆμα σιγανὸ πλανιότανε στὴν ἔρημη

κλεισμένη σάλα.

Ὅταν πιὰ κουρασμένος ἀπὸ τὸ σοφὸ βιβλίο

τὰ μάτια ἀνύψωσα, ξάφνου εἶδα γύρα

πλῆθος βουβὲς μορφὲς ποὺ κοίταγαν ἀσάλευτα

βαθιὰ κι αὐξαίνανε ἤρεμα κοιτάζοντας

ὁλοένα. Τότε ρώτησα μὲ σοβαρὴ φωνή:

Φίλοι, τί συναχτήκατε καὶ τί γυρεύετε ἐδῶ πέρα;

Δὲν ἀποκρίθηκαν μονάχα κοίταγαν κατάματα

καὶ πίσω ὁλοένα πλήθαιναν σὰν ἄνεμος

ποὺ γιόμισε ὅλη ἡ σάλα.

Κάπου ἰδωμένα πρόσωπα, μορφὲς ἀπαντημένες

στῆς ζωῆς τὸ κύλισμα, στὰ πιὸ δύσκολα χρόνια

σὲ καταχνιὲς σὲ ὑπόγεια σὲ φονιάδων δρόμους,

στὸ αἷμα ἐπιδέξια στὸ μαχαίρι στὸ βιασμό.

Καὶ πάλε ἐρώτησα μ’ ἀτάραχη φωνή:

Τί καρτερᾶτε ἀμίλητοι, πῶς μπήκατε ἐδῶ μέσα;

Κι ὅπως δὲν ἀποκρίνονταν μὲ συνεπῆρε ἡ ὀργή:

Σκυλιὰ καταραμένα τί γυρεύετε; μιλῆστε.

Κουφάρι ἐσὺ τυφλό, τί θές; γοργὰ ἀποκρίσου,

γιατί τὸ χέρι μου μὲ βιάζει τὸ ἀνυπόμονο.

Τότε ἀποκρίθηκε ἥσυχα: Φίλε, θυμήσου

πρὶν ἀπὸ χρόνια ἀμέτρητα μὲ τύφλωσες. Τὸ φῶς

δῶσε μου πίσω ποὺ στερήθηκα. Ξάφνου ἄστραψε

μέσα μου ὁ κόκκινος θυμὸς κ’ εἶπα: Τυφλὲ

χάσου ἀπ’ τὰ μάτια μου πρὶν σὲ κερδίσει ὁ θάνατος.

Δὲ μίλησε, μόνο μὲ κοίταγε βαθιὰ κ’ ἐπίμονα.

Δὲ βάσταξα, ἔστριψα κι ἀντίκρισα κάποιον Λουκᾶ

νεκρὸ σαράντα χρόνια τώρα μὲ μιὰ τρομερὴ

φάουσα στὸ πρόσωπο. Πιὸ πίσω τὸν Ἰσαὰκ

χτικιάρη ποὺ τὸν πῆρε ἕνα πικρὸ βόλι στὴν Ἀλβα­νία,

δίπλα τὸν Μάρκελλο, πιὸ πέρα τὸν Ἀλέξαντρο

ποὺ τὸν ἐγκρέμισα τὴ νύχτα σὲ μιὰ στέρνα σκοτεινή.

Κι ὅλοι τοῦτοι μὲ κοίταγαν βουβοὶ κι ἀσάλευτοι

μὲ τὰ πρησμένα μάτια τοὺς καθὼς συνάζονταν

καὶ πλήθαιναν τριγύρα μὲς στὴν αἴθουσα.

Τότε ἀνατρίχιασα βαθιὰ μὰ ὡστόσο μπόρεσα

καὶ φώναξα μὲ δυνατὴ φωνή: Σκυλιά,

δαίμονες φύγετε κι ἀδειάστε τὴ γωνιά. Γιὰ σᾶς

δὲν ἔχω τίποτα. Καὶ λέγοντας μπῆκα στὴν κάμαρα

τοῦ ὕπνου μὲ τὴν κρυφὴν ἐλπίδα πὼς θὰ γλίτωνα.

Μὰ τότε πιὰ ἡ ὀργὴ κι ὁ σκοτεινὸς θυμός

μοῦ ‘πρηξαν τὰ ρουθούνια. Ἀμέτρητες μορφὲς

καρτέραγαν ἐκεῖ κι ἀσάλευτες μὲ κοίταγαν.

Ἀπὸ τ’ ἀνοιχτὰ παράθυρα ὁ ἀγέρας σιγανὸς

μὲ μιὰ μουρμούρα ὑπόκωφη τὶς αὔξαινε

γύρα καὶ συνωθούντανε ἀκατάπαυστα στὴν κάμαρη.

Κι ἀνάμεσά τους εἶδα μὲ χακὶ τὸν Μπίλια,

τὸν Μπίλια ἐκεῖνον ποὺ ἦταν τόσο βρώμικος στὸ μέ­τωπο

κι ἀπόρεσα βαθιὰ καὶ τὸν ἐρώτησα μὲ τρέμουσα φω­νή:

Μπίλια πῶς βρέθηκες ἐδῶ; πῶς ἦρθες τέτοιαν ὥρα;

Δὲ μίλησε μόνο ποὺ χαμογέλασε γλυκὰ

κ’ ὕστερα σοβαρὸς ἐβάλθηκε νὰ στρώνει τὸ τραπέζι

μ’ ἕνα μακρὺ μαῦρο τραπεζομάντιλο ποὺ ἀκούμπαγαν

τὰ κρόσια του στὸ πάτωμα κι ἄναψε ἀπάνου τρεῖς

λευκὲς λαμπάδες σὲ τρεῖς ἀσημένιους κεροστάτες.

Ὁ τρόμος τότε μοῦ ‘λυσε τὰ γόνατα κ’ ἡ μνήμη

σαλεύοντας βαθιὰ μὲς στὴν ὑπόστασή μου ἀνάσυρε

καθὼς ὁ δύτης ἀπὸ τοῦ πελάγου τὸ βυθὸ κάποια πα­λιὰ

λησμονημένη ὑπόσχεση στὸ νεκρὸ φίλο Ἐλπήνορα.

Καὶ ξάφνου καθὼς ἕνα φῶς ἐλάχιστο μὲς σὲ βαθιὰ

σκοτεινὴ γαλαρία ζυγώνει αὐξαίνοντας ὁλοένα,

ἔτσι μεγάλωσε στὸν ταραγμένο νοῦ μου ἡ εἰκόνα του

κι ὀρθώθηκε ὁλοζώντανος στὰ μάτια μου ὁ Ἐλπήνωρ.

Τὸ βλέμμα του μὲ κοίταγε γλυκὸ κι ἀσάλευτο.

Τὰ χείλη του κινήθηκαν κ’ ὕστερα πάλε σφάλιξαν

καὶ θάρρεψα πὼς ἄκουσα νὰ φτάνει ὥς τὴν ἀκοή μου

ἡ ὑπόκωφη μουρμουριστὴ φωνὴ του: Φίλε

καιρὸ μὲ ξέχασες. Μήτε ἕνα δεῖπνο γιὰ νεκρὸ

μήτε μνημόσυνο δὲν ἔταξες γιὰ τὸν Ἐλπήνορα.

Πικρὸς ὁ θάνατός μου ἀκόμα συνεχίζεται

καὶ μὲ παιδεύει ἀκόμα πιὸ πικρὸς καὶ μαῦρος

ὅσο περνάει ὁ χρόνος. Λύτρωσέ με φίλε.

Ἔτσι ἄκουσα κ’ ἡ τύψη ὀρθώθηκε σὰ σύννεφο

μπροστά μου καὶ τὰ μάτια μου θολώσανε

ξάφνου ἀπὸ δάκρυα σκοτεινὰ καθὼς ὁ ποταμὸς

φουσκώνει τὸ χινόπωρο μὲ τὴν πυκνὴ βροχή.

Κι ὅταν πιὰ λιγοστέψανε καὶ σφούγγισα

τὰ βλέφαρα μὲ τὴν παλάμη κ’ ὕψωσα τὸ βλέμμα μου

γιὰ νὰ κοιτάξω τὸν Ἐλπήνορα δὲν εἶδα τίποτα.

Κ’ ἡ κάμαρα κ’ ἡ σάλα εἶχαν ἀδειάσει ξάφνου.

Ἀπὸ τ’ ἀνοιχτὰ παράθυρα φύσαγε ἕνας ζεστὸς ἀγέ­ρας.

Τὸ φῶς φτιασιδωμένο καὶ θανάσιμα θολὸ

χυνότανε παντοῦ κι ὁ νοσοκόμος




Αγοραίος

Αγοραίος
ΕΛΙΤ ΚΑΙ ΜΑΖΑ: Ομάδα μαθητών Λυκείου στο Μουσείο Μπενάκη, να δουν την έκθεση, συνοδεία καθηγητών τους. Αλλά να που εμφανίστηκε ο Σκαρμούτσος, τηλεοπτικός μάγειρας, και...

Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Νέκυια
Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα

Ἀπὸ περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεῦχος 51, Αθῆναι 1980 [στη φωτογραφία ο ποιητής με τον Παν. και τη Ζηνοβία Δρακοπούλου]   Τὸ βράδυ ἐκεῖνο ἦταν βαρὺ ζεστὸ...


Τάκης Σινόπουλος: Ελπήνωρ
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Νέκυια

Ἀπὸ περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τεῦχος 51, Αθῆναι 1980   Ἐλπήνορ πῶς ἦλθες… ΟΜΗΡΟΣ   Τοπίο θανάτου. Ἡ πετρωμένη θάλασσα, τὰ μαῦρα κυ­παρίσσια, τὸ χαμηλὸ ἀκρογιάλι ρημαγμένο...


Olof Gigon: H απαρχή της Ελληνικής φιλοσοφίας
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Φιλοσοφία
Olof Gigon: H απαρχή της Ελληνικής φιλοσοφίας

Εποπτεία, τεύχος 45, Μάιος 1980. Μετάφραση: Μαρία Μέντζου Το ελληνικό πνεύμα πρωτοφανερώθηκε στην ποίη­ση. Ο κόσμος του ομηρικού έπους και όχι κάποια θρησκευτική ή πολιτειακή παράδοση...


Φώτης Καλλίας: Η έννοια του ασυνειδήτου και το πρόβλημα της ψύχωσης
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Ψυχολογία
Φώτης Καλλίας: Η έννοια του ασυνειδήτου και το πρόβλημα της ψύχωσης

Εποπτεία, τεύχος 43, Φεβρουάριος 1980 [1].  Αναδημοσιεύουμε τιμώντας τη μνήμη του αγαπητού συγγραφέα   φεῦ-φεῦ, φρονεῖν ὡς δεινὸν ἔνθα μὴ τέλη λύει φρονοῦντι. Ταῦτα γὰρ...


Χόρχε Λουίς Μπόρχες: Ο Καθρέφτης και το Προσωπείο
Κατηγορία: Έτος 5, 1980, τεύχη 42-52 / Η Αυγή της Λογοτεχνίας

Από περιοδικό «Εποπτεία», Αύγουστος 1980, σελ. 765-767.  Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης [Ο κόπος της μετάφρασης (μ΄άλλα λόγια ο κόπος να συμφιλιωθεί ένα απειθάρχητο δευτερογενές υλικό με...


Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.