Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία


Πάτροκλος Θεοφάνους, Επί ώρες πλάνης


 

  1. Σφίγγα

 

«Φύγε! Φύγε από μπρός μου σιχαμερό ζώο!» φώναξα μόλις την είδα. Εκείνη έμεινε ακίνητη, με το ανθρώπινο κεφάλι και το λιονταρίσιο της κορμί σε μιαν εγρήγορση τόσο έντονη πούμοιαζε απολίθωση  κεραυνού. Μόνο το βλέμμα έδειχνε τη ζωντάνια της όλη. «Φύγε από μπρός μου!», είπα με τα δόντια σφιγμένα, και μη βλέποντάς την να υπακούει έστριψα να φύγω, μη δείχνοντάς της πως εγώ είμαι αυτός που υποχωρεί κι αλλάζει δρόμο.

Στρίβοντας στον πλατύ φρυγμένο κάμπο με το λυπόθυμο χώμα, τον άδειο από πουλιά και πράσινο, την είδα πάλι μπρός μου, πάλιν ακίνητη και πανέτοιμη. Τότε γύρισα με μιας, αποφασισμένος να γυρίσω πίσω στην μισογκρεμισμένη κι άδεια πόλη, να  καταφύγω και πάλι στο σκισμένο σκηνικό της εφηβείας μου, χωρίς πια να με νοιάζει αν το βλέπει πως κάνω τα πάντα να την αποφύγω. Μα νάτην και πάλι εμπρός μου, στην ίδια ακριβώς στάση, με το κορμί της στο χρώμα της σκόνης και τa μάτια της ίδια θάλασσα στ΄ ανοιχτά.

Φοβισμένος από την παντού εμφάνισή της, ρώτησα με μια φωνή που δεν έκρυβε τον πανικό μου: «Που είσαι; Που στέκεσαι; Πως σε βρίσκει κανείς;» Κι άκουσα τη φωνή της να βγαίνει με τον ήχο του χρόνου από το στήθος της, χωρίς ν’ ανοίξει το στόμα της, χωρίς να πειραχτεί το χαμόγελό της αμφίσημο: «Στην ίδια πάντα θέση. Εμπρός σου.»

Έμεινα  κοκαλωμένος. Ένιωσα τις παλάμες μου υγρές. Άρχισα τότε να της μιλώ, με τη φωνή μου θυμωμένη  που την ένιωθα να γυρίζει σιγά σιγά σε παράπονο, και ίσως σε παράκληση.

«Δεν θέλω να σ’ ακούω, ούτε να σε βλέπω. Ξέρω πως δεν είσαι γιά καλό, πως μόνο στ΄αμπάρια της κόλασης πρέπει νάσαι δεμένη. Δεν έχεις τίποτε ακέραιο πάνω σου, τίποτε ίσιο μέσα σου. Επιθυμίες έχεις, που τις λές δυνάμεις, μα δεν μπορούν ούτε ξερό φύλλο να λυγίσουν. Τί ‘ναι οι δυνάμεις σου οι περίφημες μπροστά στην πετρωμένη Ανάγκη; Ικανή μόνο να μου δείχνεις πόσο γυμνός είμαι, ποτέ δεν έριξες στην παγωμένη πλάτη μου ένα ρούχο. Ικανή να με φοβίζεις όποια καταραμένη ώρα σ΄αντικρύσω, δεν μπόρεσες ποτέ ν’ αρπάξεις τους δείχτες του ρολογιού και να τους ανοίξεις να περάσω. Να σπρώξεις πέρα την ανημπόρια μου που μου δείχνεις, παλεύοντας έστω μια φορά γιά μένα, δεν το έκανες ποτέ».

Το κακό ζώο έμεινε για λίγο σιωπηλό, κι έπειτα φάνηκε πως μίλησε: «Η δύναμη γεννιέται μόνο την αυγινή ώρα της προσπάθειας και χάνεται την ώρα την εσπερινή».

«Τι θέλεις τώρ’  από μένα;» στρίγγλισα. «Θαρρείς πως δεν ξέρω ότι με παγιδεύεις κάθε φορά π’  ανοίγεις το στόμα σου; Είσαι η εξαπάτησή μου, κι αν είσαι στ΄αλήθεια ταυτοτική μου, τότε δικά σου είν’ όλα όσ΄ ανήκουστα  εγίναν ή δεν εγίναν. Εσύ έβαλες τον αδελφό μου να σκοτώσει τον πατέρα του και να βρει τη μάνα του μόνη γυναίκα, εσύ τον έκανες να βγάλει τα ίδια του τα μάτια, τιμωρώντας τον εαυτό του για τα δικά σου άθλια έργα !»

Το ζώο δεν άλλαξε καθόλου. Μόνον είπε: «Θα το πρόσεξες, ελπίζω, ότι ο  Οιδίποδας δεν μπορούσε να δει όσο είχε τα μάτια του,  κι άρχισε να βλέπει μόνον όταν τάβγαλε.  Και μέ σένα, μπορεί και ν’ άλλαζε κάτι  -ποιός ξέρει;- αν καταλάβαινες πως μου λες μόνον όσα διαβάζεις στα μάτια μου.»

«Τι διαβάζω λοιπόν;» αναρωτήθηκα. «Τίναξες στον αέρα το σπιτικό μου και μ’ έχεις από παιδί στους  δρόμους με το σχοινί περασμένο στο λαιμό, να ζητάω μια συγχώρεση που ποτέ δεν θα χαράξει στο δικό  μου ορίζοντα».

Το ζώο έμεινε ήσυχο. «Όσα δεν έχουμε και δεν κρατήσαμε είναι μανιασμένα σκυλιά κάτω απ’ τα παράθυρά μας τις ώρες της νύχτας. Όσα φέρνουν στους άλλους θαυμασμό για μας είναι χαδιάρες γάτες πλάϊ μας. Όσα θαυμαστά είναι δικά μας και για μας μόνο, είν΄ έξω από τα δώματά μας, παρέα με τους άλλους δούλους, κλεισμένα στη σιωπή.»

 

Κι έπειτα, πες μου: πως έγινε κι άρχισαν όλα πάλι απ΄ την αρχή, πως έγινε και με μιας όλα τα χαμένα βρεθήκαν στο Τολέδο, πως μ΄έφεραν εκεί οι Φαίακες, τυλιγμένον στη δαντέλα και στο κέντημα, έτοιμον  να μου χαριστούν όλα μ’ όλο το πλούτο τους  και το θάμπος μου;




Αγοραίος

Αγοραίος
ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΕΜΠΛΟΚΕΣ Το ζήτημα δεν είναι τι ο ιδρυτής μιας θρησκείας δίδαξε, το ζήτημα είναι τι κατανοεί και τι χτίζει μέσα σε αυτή την κατανόηση...

Πάτροκλος Θεοφάνους, Επί ώρες πλάνης
Κατηγορία: Γράμματα / ΤΕΥΧΟΣ 1 ΙΟΥΛΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2017
Πάτροκλος Θεοφάνους, Επί ώρες πλάνης

  Σφίγγα   «Φύγε! Φύγε από μπρός μου σιχαμερό ζώο!» φώναξα μόλις την είδα. Εκείνη έμεινε ακίνητη, με το ανθρώπινο κεφάλι και το λιονταρίσιο της...


Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.