Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία


Πάτροκλος Θεοφάνους, Επί ώρες πλάνης


Πέρα μακριά, στην πατρίδα, ο άνεμος φύσηξε και τα καράβια κίνησαν για την Τροία, χάρις στο αλλόκοτο σφάγιο, που καθώς κερί, φωτίζει μόνον όσο καίγεται.

 

  1. Κάλχας

 

Τότε σηκώθηκε ο άριστος μάντης, γνώστης των όσων γίνονται, θα γίνουν κι έχουν γίνει, αυτός πούφερε άλλωστε των Αχαιών τα πλοία στην Τροία τάζοντας την κόρη του βασιλιά στον άνεμο και τα νερά του Αιγαίου, εκεί που τους την άρπαξε απ΄την πεινασμένη αγκαλιά η θεά μάνα – καθένας μας κι ένα προσκυνητάρι.

«Μεσ’ στ’ όνειρό σου έρχεσαι, και μόνο μέσα εκεί μου μένεις», είπε. «Τάξε μου πρώτα, κι έπειτα θα μάθεις ό,τι πρέπει.»

Κι όρκους φρικτούς που εκείνος όρισε όμωσα, δικές του νάναι δέκα μέρες της ζωής μου, σ’ εγρήγορσή μου κι όχι στ’ όνειρό μου, πλάι στο δυοσμαρίνι ν’ ανασάνει και να χαϊδέψει μεσ’ από τις άκρες των δακτύλων μου τις μικρές χρυσόρωγες στο στήθος τ’ αμπελιού.

Λύγισε στα γόνατά του τότε, κι έσκυψε το κεφάλι του στη γης. Το χέρι του κρατούσε το ραβδί της εξουσίας τρέμοντας, κι η φωνή πούβγαλε είχε μέσα της βαθύ ρουμπίνι το αίμα του ανείπωτου.

«Ω, Αλλόκοτε, ω σπέρμα χρόνων μοναξιάς βγαλμένε από τη μήτρα της γυναίκας σου, ω και κρυφέ και ξένε, να μάθεις από μένα θες; Βαρειόμοιρε, ποθεί ο θνητός, μα ο πόθος θνητός δεν είναι. Όσο είσαι κι όχι όσο ζεις θ’ ακολουθάς τ’ αχνάρι της Άρκτου της μικρής, στήνοντας τ’ αυτί ν’ ακούσεις την ανάσα των άστρων με το δέρμα σου έκθετο στης νύχτας το δάγκωμα. Όσο είσαι κι όχι όσο ζεις θα θες να νιώσεις τη ζέστα κάτω απ’ το φτερό του πουλιού, εκεί που το μελιχρό πούπουλο θρέφεται με το νέκταρ του χαδιού νύχτα ζεστή. Όσο είσαι κι όχι όσο ζεις,  θα μαζεύεις όλο στοργή τα μικρά πετράδια από την πάχνη του Νοέμβρη που ρίχνει πευκοβελόνα στο κυκλάμινο του πόθου της.»

Σώπασε ο γερο-μάντης μα δε σταμάτησε να τρέμει. Κι έπειτα, γυρνώντας το κεφάλι και διαβάζοντας το ίδιο μου το πρόσωπο θαρρείς,

«Σκοτεινό, πιο σκοτεινό κι από μοίρα το βήμα σου, σκύλε!», είπε, «τι θέλεις από τ’ ανείπωτο ν’ ακούσεις;»

«Είπες και την έφερα παιδούλα, γέρο, τάζοντάς της τον φωτεινό έρωτα. Κι εσύ την άρπαξες κι ήθελες να τη μακελέψεις για ν’ αρχίσει ο χαλασμός. Μη μου πεις λέξη για το αν τη γλύτωσα απ΄ τα χέρια σας, όταν έτρεχα μακριά σας ενώ έμενα γονατισμένος μπρός στην  καλόγνωμη θεά ! Εσένα μέτρα: πώς τη βλέπεις τώρα τη μαντεία σου, έπειτα απ΄ όσα  έρημα κι αλογάριαστα εγίναν; Νιώθεις καλά που το σταρένιο δέρμα χάδι του ήλιου, το λιανό κορμί επιτολή του έρωτα, τους μηρούς πυλώνες του άγουρου εφηβαίου, τό ΄ταξες στον αφανισμό; Νιώθεις πως χρέος σου ήταν στ’ αλήθεια να σκορπίσεις το αίμα της παιδούλας πάνω απ’ τη Τροία και την Ελλάδα, να τη στάξεις την πνοή της στο ποτό του ανέμου;»

«Φύγε μακρυά μου Σκύλε», μούγκρισε. «Ούτε η τυφλή μαντεία μου ούτε κι ο πλάνης νους σου μπορούν το ακέραιο να μετρήσουν. Το που σωστό οι άνθρωποι ονομάζουν, είναι δεν είναι άρωμα φασκόμηλου στην ξερική βουνοπλαγιά, πριν ο ήλιος αντρέψει. Γύρνα και ρίξε τη ματιά σου πίσω σου, σ’ όλα τα χρόνια σου που είναι δεν είναι μάταια, κι απάντησε του λόγου σου στην Άρτεμη: πόσ’ απ’ τα λάθη σου και πόσ’ απ’ τα σωστά σου μπορούσες έτσι να τα δεις κάτω από τον μεσούρανο ήλιο της απόφασης; Πες της λοιπόν, ποιο είν’ το χρώμα της πράξης για το μάτι της τίγρης;»

«Αν σβύσω το χρώμα, σβύνω και το νόημα», είπα ξέπνοος.

Ο γερo-μάντης διάβασε την όψη μου ακόμη μια φορά, και μούπε με φωνή γερμένη στην κουπαστή της αλήθειας: «Πολλά χρόνια παλεύεις με τα κύμματα, και σ’ έσκαψαν πια τ’αλάτι κι ο αφρός, χαραγμένο ειν’ το πρόσωπό σου απ’ τα σπασμένα σου κουπιά». Έπειτα, έστρεψε πάλι το πρόσωπο στη γης. Το δέρμα του διάστικτο με των χρόνων τις κηλίδες. Το κορμί του στρεβλωμένο πιά, απ΄ την αφροντισιά και το πέρασμα της ώρας. «Στο δείλι του», σκέφτηκα, «στο δείλι του βρίσκεται». Με το δάχτυλο σχημάτισε στο χώμα εμπρός του, στο χώμα που άρχισε να τον καλοβλέπει πιά,  μια γραμμή ίσια.




Αγοραίος

Αγοραίος
ΒΑΛΚΑΝΙΚΑ Ελέχθη ότι με τη συμφωνία των Πρεσπών «οι ΗΠΑ κέρδισαν τα Βαλκάνια διώχνοντας τη Ρωσία», αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Ακόμη κι αν δεν...

Νατάσα Κεσμέτη, Μικρή εἰσαγωγή στήν πνευματικότητα τῆς ποιήτριας Kathleen Raine καί δύο ἀποδόσεις ἀντίστοιχων ποιημάτων της
Κατηγορία: Γράμματα
Νατάσα Κεσμέτη,  Μικρή εἰσαγωγή στήν πνευματικότητα τῆς ποιήτριας Kathleen Raine καί δύο ἀποδόσεις ἀντίστοιχων ποιημάτων της

Ἡ Κathleen Raine (1908 – 2003 ) ἦταν μιά ποιήτρια συγκροτημένη γύρω ἀπό συγκεκριμένο ἄξονα στήν ζωή καί τήν τέχνης της. Ὁ ξεκάθαρος προσανατολισμός της...


Πάτροκλος Θεοφάνους, Επί ώρες πλάνης
Κατηγορία: Γράμματα / ΤΕΥΧΟΣ 1 ΙΟΥΛΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2017
Πάτροκλος Θεοφάνους, Επί ώρες πλάνης

  Σφίγγα   «Φύγε! Φύγε από μπρός μου σιχαμερό ζώο!» φώναξα μόλις την είδα. Εκείνη έμεινε ακίνητη, με το ανθρώπινο κεφάλι και το λιονταρίσιο της...


Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.