Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία


Πάτροκλος Θεοφάνους, Επί ώρες πλάνης



«Ω επίβουλε», απαντά, «τα μάτια σου είναι το κλειδί της πόρτας  πούναι ο κόσμος σου. Δεν υπάρχει τρόπος να δεις τον κόσμο με τα μάτια τα δικά μου, που μεσ’ τον γνόφο ακολουθούν τ’ αχνάρια της θεϊκής βούλησης, καθώς κι εγώ, τυφλός για όσα γίνονται στο φως της μέρας κι αμφίφυλος ως είμαι, δεν θα μπορέσω να τη δω ποτέ την ομορφιά της Κίρκης, μήτε θα νιώσω το στέρνο μου βαρειά ν’ ανασαίνει για κείνην.»

«Θέλω να μείνω αυτός που είμαι», μούγκρισα, «μα με άλλη μοίρα. Αν το κορμί μου είναι ν΄αλλάξει, ας γίνει. Αν αυτά τ’ απομεινάρια οι ναύτες μου πρέπει ν’ αλλάξουν, κάν’ το. Αν  το ποιοί ΄ναι οι Αχαιοί και ποιοί οι Τρώες πρέπει κι αυτό ν’ αλλάξει, ας γίνει έτσι! Μόνο στην κόρη το χέρι μην απλώσεις.»

«Μέσα σ’ αυτό το χώρο και φοράς το φρυγικό σκουφί της περηφάνειας σου;» αντείπε με κατάπληξη. «Γυναίκας έρως σ’ έφερε ως εδώ, δίνοντάς σου για όπλο έναν ακόμα δούρειο τρόπο –αλλιώς πώς θα τα πέρναγες τα τείχη του θανάτου. Κι όμως, ακόμα, τ’ ολοκάθαρο δεν το νιώθεις, ω μιαρέ! Τι μου ζητάς; Ο κόσμος δεν υπάρχει πέρα απ’ όσα νιώθουμε γι’ αυτόν, και δεν θα τον νιώσεις ποτέ παρά μόνο μέσα από την ευτέλεια και την αρχοντιά σου, μεσ’ από τους φόβους και την πίστη σου. Η κόρη δεν θα γερνά ποτέ για σένα. Ο κόσμος δεν υπάρχει πέρα απ’ όσα νιώθουμε γι αυτόν, ναυαγισμένε, γιατί ο κόσμος είναι αυτό που χτίζουμε κι ο τρόπος που το χτίζουμε!»

Σώπασε ξάφνου. Έδωσα μια κλωτσιά στ’ άψυχο σφάγιο εμπρός μου. «Για νάχεις άλλη μοίρα», είπε στέρεα καρφώνοντας τις λέξεις, «θες άλλο κόσμο· και τούτο πάλι, θέλει άλλη ψυχή. Διάλεξε.»

Έκανα να τον αρπάξω απ’ το λαιμό, μα το χέρι μου λύγισε μπρος στο άσαρκο φάσμα. «Κι όλοι τούτοι π’ άλλαξαν το δρόμο τους, παρμένοι από πεθυμιά όλως ξένη τους ως τότε, πώς τόκαναν, έ;» μούγκρισα· «η Ελένη, πούναι η Ελένη; Έφυγε από τα δώματα της Σπάρτης, έφυγε κι από της Τροίας το αντιμάμαλο! Πανιά στη Τρίτη πια ζωή της έχει ανοίξει!»

Στέναξε ο γέρος. «Τη σκιά σου δεν την αλλάζεις εσύ, μα ο χώρος που πάνω του πέφτει», είπε κι ‘εκανε να φύγει. «Μάθε το λοιπόν: δεν είν’ αλήθεια πως ήμουν ένα ήσυχο παιδί και ξάφνου είδα γυμνή την Αθηνά που με τύφλωσε τάχατες οργισμένη. Δεν θα μπορούσα ποτέ να δω θεά γυμνή, αν η ματιά μου δεν ετοιμαζότανε γι’ αυτό. Δεν είν ‘ αλήθεια πως ήσουν γενναίος και σοφός που τ’ άφησε όλα για να πάει στην Τροία. Εκεί στην Τροία έγινες αυτό που είσαι, ο εαυτός σου είναι χτισμένος από τις πέτρες των τειχών της που γκρέμιζες, κι από τις οιμωγές όσων έχεις πληγώσει.»

Και καθώς άρχισε να χάνεται, καθώς τον έπαιρνε το κύμα της επιστροφής, μου φώναξε σαν από μακρυά:

«Αν δεν μ’ είχες μέσα σου σαν πιθανότητα, μήτε θα μ’ έβλεπες  μήτε θα μ’  άκουγες, μήτε θαρχόσουν ποτέ να με βρεις αν δεν περίμενες να σου εξηγήσω τ’ άγνωστά σου.»

 

Άφησα πίσω μου την είσοδο του Άδη και βάδισα προς τους συντρόφους μου. Σταγόνα  σταγόνα το φως έπεφτε πάνω στον κόσμο. Κι έπειτα, να και η φωνή ενός από τους ναύτες μου: «Βασιλιά, εκεί που πήγες φαίνεται νά’ ναι όμορφο μέρος ν’ αράξουμε για σήμερα. Ήσυχο μέρος. Κι εκείνο το μικρό ρέμα καθαρού νερού θα μας χρειαστεί!»

Του έκανα νόημα πως ναι, ας κατέβουν λοιπόν κι ας τραβήξουν το πλοίο μας εδώ. Γι’ αυτούς, δεν έχει κάνει μάγια η Κίρκη. Γι αυτούς, δεν ειν’ ο Αχέροντας τούτο το νερό. Και η σπηλιά γι’ αυτούς, θε νάναι καταφύγιο για βροχερή νυχτιά – τί άλλο; Αυτοί, το μόνο που ζητούν ειν’ ένα μέρος να ξεκουραστούν, να ψήσουν το λαρδί τους και να ρευτούν στην αστροφεγγιά.

 

 

  1. Σίβυλλα

 

 

Βημάτιζα μέσα στο ρουμάνι για χρόνο ακατάληπτο, και τόχα νιώσει πως δεν προχωρώ αλλά επιστρέφω – κάθε μου βήμα κι ένα γύρισμα σ’ αυτό που κι όλας ήμουν. Έσπρωχνα τα πυκνά κλαριά με τα μικρά κι αγκαθωτά τους φύλλα, να περάσω ανάμεσό τους, εισβολέας ενός χώρου που με περιέχει. Στο πλάι βράχοι κάθετοι, στοιβαγμένοι πρόχειρα ο ένας πάνω στον άλλον, κι απ΄ ανάμεσά τους να βγαίνουν πεισματάρες ρίζες, αποφασισμένες να διεκδικήσουν το χώμα σπυρί σπυρί, να πιούν τη βροχή σταγόνα σταγόνα. Η μέρα μου είχε απλώσει κι όλας τα πανιά της γι αλλού, και το φως γύρω μου δεν της ανήκε.  Δεν ήταν μήτε της νύχτας και του καθαρού ουρανού το ασήμι.  Ήταν σκληρό αποτύπωμα ώχρας, ανταύγεια της προς τα μέσα επιμονής.






Η δική μας Ελένη Λαδιά
Κατηγορία: Γράμματα
Η δική μας Ελένη Λαδιά

Η Ελένη Λαδιά είναι κατά κόσμον βραβευμένη λογοτέχνης, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και άλλα που επιβεβαιώνουν αυτή τη φήμη. Επιτρέψτε μου να σας γνωρίσω την πέραν αυτών...


Ψυχομαντεία
Κατηγορία: Γράμματα
Ψυχομαντεία

 Βρισκόμαστε στό Τριτοπατρεῖον τοῦ Κεραμεικοῦ.  Ἄβατο τότε ἀλλά τώρα σκορπισμένα ἐρείπια, ἀφημένα στήν πρόσβαση τοῦ κάθε ἐπισκέπτη. Δυό λίθινοι ὅροι στέκονται ὥς σήμερα καί πάνω...


Δαιμονολογία
Κατηγορία: Γράμματα
Δαιμονολογία

(στην ελληνική μυθολογία) Ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας πίστευε πώς τά πάντα στόν κόσμο ἦταν διαποτισμένα ἀπό τήν ἐνέργεια ἀγαθοποιῶν καί κακοποιῶν δαιμόνων. Ἐπειδὴ, κατά τόν Decharme,...


Οι Θεές
Κατηγορία: Γράμματα
Οι Θεές

Ὁ φυσιολογικός ἄνθρωπος ξεχνᾶ· ὁ συγγραφεύς καί τό ὄνειρο ποτέ. Μεγαλώνοντας βεβαιώνομαι περισσότερο γιά τήν συμπαντική μνήμη ἤ μνήμη θεοῦ ἤ μνήμη τοῦ κόσμου ἤ...


Φυσιογνωμίες τόπων
Κατηγορία: Γράμματα
Φυσιογνωμίες τόπων

Ἀλεξάνδρεια τοῦ 1991 μ.Χ. (τίτλος κατά τό καβαφικόν πρότυπον) ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ Η ΑΛΛΟΤΕ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΗ ΠΟΛΗ; Ἐνῶ στό Κάιρο τό βαρύ, τό ἁπλόχωρο κι ἀνατολιτικο οἱ...


Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι
Κατηγορία: Γράμματα
Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι

Στήν ἐφηβεία μου εἶχα ἕναν διακαή πόθο: νά βρεθῶ στήν πόλη τοῦ ὀνείρου τρελά ἐρωτευμένη. Διέθετα τήν πόλη καί τό αἴσθημα· ἔλειπε μόνον τό πρόσωπο....


Ποταμίσιοι έρωτες
Κατηγορία: Γράμματα
Ποταμίσιοι έρωτες

Λόγος τῆς ἀφηγήτριας Ἐπιστρέφω ἀπό ἕνα ταξίδι πού διήρκησε χρόνια. Δέν ἔχει σημασία ποῦ ἤμουν. Τό ταξίδι μου, ὅπως ἄλλωστε ὅλα τά ταξίδια, εἶχε ὀμορφιά,...