Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία


Πάτροκλος Θεοφάνους, Επί ώρες πλάνης



Μέσα σ’ αυτό τον οθνείο χώρο είδα ξάφνου τη γριά. Μαυροφορεμένη, με τα λίγα μαλλιά της λυτά και γκρίζα, καθόταν κουβαριασμένη, με τα λιπόσαρκα χέρια τυλιγμένα στα γόνατά της, το κεφάλι χωμένο στην άξενη λακούβα και κάποτε ίσως αγκαλιά της.

Στάθηκα με την πνοή στα δόντια, περιμένοντας να γυρίσει να με δει. Εκείνη έμενε στην ίδια θέση, ακίνητη σαν πράξη που δεν μπορούσες να σβύσεις. Πήγα με προσοχή κοντά της. Έβγαζε κείνη τη χαμηλή  μυρωδιά του γέρικου κορμιού. Δεν έκανε καμιά κίνηση, τίποτε που να δείχνει πως με βλέπει, κι όμως την άκουσα να μου μιλά, χωρίς στίξη, σαν οι λέξεις νάναι πέτρες που τις πετά το παιδί στο νερό της λίμνης παίζοντας:

«Τι τα θελεις πια   χρονια τωρα ψαχνεις ποιος εισαι   τι νοημα θαχει μια εξηγηση του περιττού  και ποιες ειν οι αιτίες σου περ απο τις πραξεις  ποιο ειναι το κινητρο περ απο το θελω   ποιο ειναι το θελω περ απο το πεινασμενο ματι»

Προσπαθούσα να την καταλάβω ανασυντάσσοντας μέσα μου τα λόγια της.

«Κι άχρηστο νάναι, και κακό νάναι, δεν μπορώ να ζω χωρίς να με καταλαβαίνω, Σίβυλλα.» Ο μικρός όγκος της μπρος μου άρχισε να κινείται αμυδρά, σε μιαν θαρρείς αυτιστική ταλάντωση. «Δεν το μπορώ νάμαι ξένος και σε μένα τον ίδιον», απόσωσα.

Τότε, σήκωσε αργά το κεφάλι. «Εμπα μεσα στο αδειο λοιπον» απάντησε.

Έβλεπα για πρώτη μου φορά, εντυπωσιασμένος,  το πρόσωπό της: το δέρμα της στεγνό, προσπαθούσε λες να βρει το κόκκαλό της,  το στόμα της είχε χάσει τα δόντια και τα χείλη έσφιγγαν όχι από πείσμα μα καλύπτοντας ασύνειδα το κενό, τα μάτια της θολό χαλάζι,  οι κρόταφοί της μπασμένοι λίγο μέσα τόσο που το μέτωπο να προεξέχει ελαφρά, τα μαλλιά πίσω κι αφρόντιστα.

Όσο την κοιτούσα, τόσο ένιωθα πως κάτι άλλαζε αργά. Το πρόσωπό της άρχισε να μου μοιάζει παράδοξα οικείο, να μου θυμίζει αόριστα κάποιον, την κοίταξα με ένταση και πήγα να τη ρωτήσω έκπληκτος: «Γιαγιά, εσύ είσαι;» μα η φωνή δεν βγήκε ποτέ, γιατί το βλέμμα της άπλωσε γύρω μου, με τύλιξε όλον. Δεν ξέρω πώς,  είδα πως έχω βρεθεί σε άλλο χώρο.

Γύρω μου μόνο το άμορφο. Όχι το αποτύπωμα που ρίχνουν αόρατες μορφές,  μόνο μεριές σε τοίχο ή πάτωμα που η αμεσότητα του φωτός ακυρωνόταν. Ήταν βλέμματα ανταπόκρισης που κρύφτηκαν φοβισμένα, επιθυμίες που δεν προχώρησαν αν και κάποτε σφοδρές, χειρονομίες που δεν τόλμησαν να γίνουν, βήματα ορμητικά που πέσαν στο κενό της αμφιβολίας, ψαξίματα που διακόπηκαν για λόγους ξεχασμένους, προσπάθειες που δεν κατέληξαν. Είδα τις ανέκφραστες σκιές που αφήνει το ανολοκλήρωτο, η τραυματισμένη γεγονότητα.  Είδα ότι τούτες οι σκιές είχαν για μαύρο ήλιο τους τον μέσα φόβο και το αδιάκοπο στάγμα της ντροπής.

Κι όσο έμενα αποφασισμένος εδώ που έφθασα τώρα να μη γυρίσω πίσω χωρίς να τόχω δει πιά ολόκληρο και ξεκάθαρο το πρόσωπο της Λάχεσης, τόσο το γκρίζο μέσα μου αναδεύονταν, στριγγιά η ταπείνωση κυνηγούσε ασταμάτητα το πρόσωπο που έχτιζα, κι οι αλλόκοτες σκιές γύπες διψασμένοι για πράξη, άρπαζαν κομμάτια απ΄ τα  καρφωμένα στο βράχο σωθικά  μου για να ζήσουν.

«Πατέρα», ούρλιαξα, «που είσαι;»

Δεν μπόρεσα να καταλάβω από που έβγαινε  η φωνή μου, από που  η δική του.

«Έχω φύγει πιά για πάντα», ίσως αποκρίθηκε. «Ανδρώθηκες με το φόβο πως χτίζω τα βάραθρά σου και με ξορκίζεις βάζοντάς με στο στερέωμά σου. Δεν είμαι στο πρόσωπό σου, είμαι στην προβολή του».

«Ήθελα να σου μοιάσω», είπα θλιμμένα.

«Ήθελες να σου μοιάσω», αντήχησε η ίδια θλίψη.

Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά μου. Έσφιξα τα βλέφαρά μου και τα σκούπισα με την ανάστροφη.

Κ’ ήταν  πάλι μπρος μου μόνο το πρόσωπο της Σίβυλλας, με το βλέμμα στραμμένο σε μένα και σ΄ αυτό που πράγματι είμαι, και πολύ πέρ΄απ΄αυτό.

Τα δάκρυα ξαναβγήκαν.

«Να σεβεσαι το μεγα συνορο   να σεβεσαι  το δερμα σου» μου είπε, πετώντας πάντα τις λέξεις της. «Πισω απ αυτο εισαι περ΄απ΄αυτο είναι». Προσπάθησα να την καταλάβω. «Και  δερμα της ψυχης ο λογος», είπε και βυθίστηκε στον εαυτό της.

 






Η δική μας Ελένη Λαδιά
Κατηγορία: Γράμματα
Η δική μας Ελένη Λαδιά

Η Ελένη Λαδιά είναι κατά κόσμον βραβευμένη λογοτέχνης, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και άλλα που επιβεβαιώνουν αυτή τη φήμη. Επιτρέψτε μου να σας γνωρίσω την πέραν αυτών...


Ψυχομαντεία
Κατηγορία: Γράμματα
Ψυχομαντεία

 Βρισκόμαστε στό Τριτοπατρεῖον τοῦ Κεραμεικοῦ.  Ἄβατο τότε ἀλλά τώρα σκορπισμένα ἐρείπια, ἀφημένα στήν πρόσβαση τοῦ κάθε ἐπισκέπτη. Δυό λίθινοι ὅροι στέκονται ὥς σήμερα καί πάνω...


Δαιμονολογία
Κατηγορία: Γράμματα
Δαιμονολογία

(στην ελληνική μυθολογία) Ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας πίστευε πώς τά πάντα στόν κόσμο ἦταν διαποτισμένα ἀπό τήν ἐνέργεια ἀγαθοποιῶν καί κακοποιῶν δαιμόνων. Ἐπειδὴ, κατά τόν Decharme,...


Οι Θεές
Κατηγορία: Γράμματα
Οι Θεές

Ὁ φυσιολογικός ἄνθρωπος ξεχνᾶ· ὁ συγγραφεύς καί τό ὄνειρο ποτέ. Μεγαλώνοντας βεβαιώνομαι περισσότερο γιά τήν συμπαντική μνήμη ἤ μνήμη θεοῦ ἤ μνήμη τοῦ κόσμου ἤ...


Φυσιογνωμίες τόπων
Κατηγορία: Γράμματα
Φυσιογνωμίες τόπων

Ἀλεξάνδρεια τοῦ 1991 μ.Χ. (τίτλος κατά τό καβαφικόν πρότυπον) ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ Η ΑΛΛΟΤΕ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΗ ΠΟΛΗ; Ἐνῶ στό Κάιρο τό βαρύ, τό ἁπλόχωρο κι ἀνατολιτικο οἱ...


Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι
Κατηγορία: Γράμματα
Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι

Στήν ἐφηβεία μου εἶχα ἕναν διακαή πόθο: νά βρεθῶ στήν πόλη τοῦ ὀνείρου τρελά ἐρωτευμένη. Διέθετα τήν πόλη καί τό αἴσθημα· ἔλειπε μόνον τό πρόσωπο....


Ποταμίσιοι έρωτες
Κατηγορία: Γράμματα
Ποταμίσιοι έρωτες

Λόγος τῆς ἀφηγήτριας Ἐπιστρέφω ἀπό ἕνα ταξίδι πού διήρκησε χρόνια. Δέν ἔχει σημασία ποῦ ἤμουν. Τό ταξίδι μου, ὅπως ἄλλωστε ὅλα τά ταξίδια, εἶχε ὀμορφιά,...