Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Έτος 10, 1985, τεύχη 97-107 | Αρχείο | Φιλοσοφία - 27 Οκτωβρίου 2011 09:31 πμ

Umberto Eco: Πώς έγραψα «Το όνομα του Ρόδου»



Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αν ένα μυθιστόρημα είναι διασκεδαστικό, κερδίζει την αποδοχή του κοινού. Λοιπόν, για μια ορισμένη περί­οδο, εθεωρείτο ότι η αποδοχή αυτή ήταν κακό σημάδι: αν ένα μυθιστότημα ήταν δημοφιλές, αυτό συνέ­βαινε διότι δεν έλεγε τίποτα νέο και έδινε στο κοινό μόνο αυτό που το κοινό ήδη περίμενε.

Ωστόσο, πιστεύω πως το να πεις, «Αν ένα μυθιστόρημα δίνει στον αναγνώστη αυτό που περίμε­νε, γίνεται δημοφιλές», είναι διαφο­ρετικό από το να πεις, «Αν ένα μυθιστόρημα είναι δημοφιλές, αυτό συμβαίνει διότι δίνει στον αναγνώ­στη ό,τι περίμενε απ’ αυτό».

Η δεύτερη πρόταση δεν είναι πάντα αληθινή. Φτάνει να θυμηθούμε τον Ντυφώ και τον Μπαλζάκ η, περισσότερο πρόσφατα, Το Τνεκεδένιο Ταμπούρλο και το Εκατό Χρόνια Μοναξιάς.

Μπορεί να πει κανείς ότι η εξίσωση «δημοτικότητα=έλλειψη α­ξίας» υποστηρίχθηκε από την πολε­μική στάση μερικών συγγραφέων, εμού περιλαμβανομένου, που σχη­ματίσαμε στην Ιταλία το Gruppo 63. Και πριν ακόμη από το 1963, το επιτυχημένο βιβλίο ταυτιζόταν με το μυθιστόρημα φυγής, και το μυθι­στόρημα φυγής με το μυθιστόρημα πλοκής· ενώ τα πειραματικά έργα, μυθιστορήματα που προκαλούσαν σκάνδαλο και απορρίπτονταν από το πολύ κοινό, τα επαινούσαν. Αυτά υποστηρίζονταν και υπήρχε λόγος που υποστηρίζονταν. Αυτές ήταν οι προτάσεις που εμβρόντητοι σοβαροί αναγνώστες και οι δημοσι­ογράφοι ποτέ δεν ξέχασαν —και ορθώς, γιατί αυτά λέγονταν ακρι­βώς για να επιτύχουν μια τέτοια εντύπωση. Λέγαμε πως τα παραδο­σιακά μυθιστορήματα έχουν μια δομή που ουσιαστικά αρνιέται την πραγματικότητα, χωρίς διόλου εν­διαφέρουσες καινοτομίες, και χω­ρίς σεβασμό για τα προβλήματα που συζητιόνταν στα μυθιστορήμα­τα του 19ου αιώνα. Αναπόφευκτα σχηματίστηκαν κλίκες, όπου καλά και άσχημα βιβλία συνήθως στοιβάζον­ταν μαζί, μερικές φορές για λόγους διαφωνίας των μελών της κλίκας. Θυμάμαι ότι οι εχθροί τότε ήταν οι Λαμπεντούζα, Μπασσάνι και Κασσόλα. Σήμερα, εγώ τουλάχιστον, θα έκανα λεπτές διακρίσεις ανάμε­σα στους τρεις. Ο Λαμπεντούζα είχε γράψει ένα καλό, αναχρονιστι­κό μυθιστόρημα, και διαφωνούσα­με με κείνους που το υμνούσαν σαν άνοιγμα ενός καινούργιου δρόμου στην ιταλική λογοτεχνία, ενώ ήταν το αντίθετο, το ένδοξο κλείσιμο ενός παλιού δρόμου. Η γνώμη μου για τον Κασσόλα παρέμεινε η ίδια. Με τον Μπασσάνι, αφ’ ετέρου, τώρα θα ήμουν πολύ προσεκτικότε­ρος· και αν είμαστε πίσω στο 1963, θα τον χαιρετούσα σαν ένα συνο­δοιπόρο. Το πρόβλημα όμως που θέλω να συζητήσω είναι άλλο.

Κανείς δεν θυμάται τι έγινε το 1965 όταν το Gruppo συναντήθηκε για δεύτερη φορά, στο Παλέρμο, να συζητήσει το πειραματικό μυθιστόρημα (και τα πρακτικά βρίσκονται ακόμη στο τυπογραφείο, με τον τίτλο Il romanzo sperimentale, έκ­δοση Φελτρινέλλι, με ημερομηνία 1965 στο εξώφυλλο και 1966 στο κολοφώνα).

Κατά τη διάρκεια των συζητήσε­ων αυτών εμφανίστηκαν πολλά ενδιαφέροντα πράγματα. Πρώτα απ’ όλα, στην εναρκτήρια εισήγησή του ο Ρενάτο Μπαρίλλι [Renato Barilli], θεωρη­τικός του nouveau roman, αρπά­χτηκε με τους Ρόμπ Γκριγιέ [Alain Robbe-Grillet], Γκύντερ Γκράς [Günter Grass], Πύντσον [Thomas Pynchon] (δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μολονότι ο Πύντσον θεωρείται τώρα ένας από τους εφευρέτες του μετα-μοντερνισμού, ο όρος δεν υπήρχε τότε —εν πάση περιπτώσει όχι στην Ιταλία —και ο Τζων Μπαρθ [John Barth] μόλις άρχιζε στην Αμερι­κή). Ο Μπαρίλλι ανέφερε τον εκ νέου ανακαλυπτόμενο Ρουσέλ [Raymond Roussel], που αγαπούσε τον Βερν, αλλά δεν ανέ­φερε τον Μπόρχες, διότι η δική του εκ νέου ανακάλυψη επρόκειτο να επακολουθήσει. Και τι είπε ο Μπα­ρίλλι; Ότι μέχρι τότε η κατάργηση της πλοκής και της δράσης είχε ενθαρυνθεί, χάριν της καθαρής απο­κάλυψης στην ακραία μορφή της «υλιστικής έκστασης» (θα μπορού­σαμε να πούμε: «θα σας δείξω τον ουρανό σε μια χούφτα χώμα», όπως στους πίνακες του Πόλλοκ ή του Ντυμπυφέ ή Φωτριέ). Τώρα όμως άρχιζε μια νέα φάση αφήγησης: η δράση καθιερωνόταν και πάλι, μολονότι ήταν μια autre δράση.

Ανέλυα την εντύπωση που είχα­με από το προηγούμενο βράδυ, παρακολουθώντας ένα κινηματο­γραφικό κολάζ των Μπαρουτσέλλο και Γκρίφι που ονομαζόταν Verifica incerta, μια ιστορία που αποτελείτο από αποσπάσματα ιστο­ριών, ή, μάλλον, κλισέ τόπων, από τον εμπορικό κινηματογράφο. Επεσήμανα δε ότι τα μέρη στα οποία οι θεατές είχαν αντιδράσει με τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση ήταν εκείνα που, μέχρι μερικά χρόνια πριν, θα είχαν αντιδράσει με ταρα­χή και θυμό —δηλαδή, όπου οι λογικές και χρονικές συνέπειες της παραδοσιακής δράσης παραλείπονταν και οι προσδοκίες του κοινού θα μπορούσαν να δείχνουν βίαιη απογοήτευση. Η αβάν-γκάρντ γινόταν παράδοση: ό,τι ήταν παραφωνία μερικά χρόνια πριν, γινόταν βάλσαμο για τ’ αυτιά (ή για τα μάτια). Από αυτή δε την παρα­τήρηση μόνο ένα συμπέρασμα μπο­ρούσε να βγει: η μη αποδοχή του μηνύματος δεν ήταν πια το πρώτο κριτήριο για ένα πειραματικό πεζο γράφημα (ή οποιαδήποτε άλλη τέχνη), αφού η μη-αποδοχή είχε τώρα κωδικοποιηθεί ως διασκέδαση. Παρατήρησα δε, ότι: «στείρα σήμερα και ανόητη είναι η πολεμική εκείνων που θεωρούν το πείραμα μια αποτυχία απ’ το γεγονός ότι γίνεται αποδεκτό σαν φυσιολογικό: αυτό σημαίνει επιστροφή στη φθαρμένη ουτοπία της πρώιμης αβάν γκάρντ. Επιμένουμε ότι η μη-αποδοχή του μηνύματος από την πλευρά του αποδέκτη ήταν μια αξία μόνο σε μια ιδιάζουσα ιστορική στιγμή… Υποψιάζομαι ότι θα πρέπει ίσως να εγκαταλείψουμε αυτή την arrière-pensèe, η οποία μονίμως κυριαρχεί στις συζητήσεις μας ότι ένα έργο τέχνης αξίζει εφ’ όσον προκαλέσει σκάνδαλο. Αυτή η διχοτόμηση μεταξύ τάξης και αταξίας, μεταξύ ενός έργου για λαϊκή κατανάλωση και ενός έργου πρόκλησης, μολονότι παραμένει ισχύουσα, θάπρεπε ίσως να επανεξετασθεί από μια άλλη οπτική γωνία. Μ’ άλλα λόγια, πιστεύω ότι θάναι δυνατόν να βρούμε στοιχεία επανάστασης και αμφισβήτησης σε έργα που προφανώς προσφέρονται στην εύκολη κατανάλωση, και επίσης θάναι δυνατόν να συνειδητοποιήσουμε, αντίθετα, ότι ορισμένα έργα που φαίνονται προκλητικά και συνεχίζουν ν’ αγανακτούν το κοινό, δεν αμφισβητούν στην πραγματικότητα, τίποτα… Μόλις πρόσφατα συνάντησα κάποιον ο οποίος, επειδή του είχε κάτι αρέσει πάρα πολύ το είχε απωθήσει με υποψία.»






James Nellson: Στo Λαβύρινθο τoυ Μπόρχες
Κατηγορία: Έτος 10, 1985, τεύχη 97-107 / Φιλοσοφία

Εποπτεία, τεύχος 103, Ιούλιος – Αύγουστος 1985. Μετάφραση: Γ.Λ. Αστού. “Ο Δον Κιχώτης” “, μου είπε ο Μενάρ, “ήταν πάνω από όλα ένα διασκεδαστικό βιβλίο...


Ronald Hayman: Ο ανέστιος Κάφκα
Κατηγορία: Έτος 10, 1985, τεύχη 97-107 / Φιλοσοφία

Εποπτεία, τεύχος 103, Ιούλιος – Αύγουστος 1985.  Μετάφραση: Δ. Αντωνοπούλου – Γ. Σταμάτη. 4 Ιουνίου, Βερολίνο Προσπάθησα να αντισταθώ στην ιδέα ότι γράφοντας μια βιογραφία...


Martin Esslin: O Μπέρτολτ Μπρεχτ στην εξορία
Κατηγορία: Έτος 10, 1985, τεύχη 97-107 / Φιλοσοφία

Εποπτεία, τεύχος 103, Ιούλιος – Αύγουστος 1985.  Μετάφραση: Δ. Αντωνοπούλου – Γ. Σταμάτη. H ΕΞΟΔΟΣ των Γερμανών διανοουμένων από το Ράϊχ μετά την άνοδο του...


Christian Audejean: Πικάσσο, Απουσία και παρουσία
Κατηγορία: Έτος 10, 1985, τεύχη 97-107 / Τέχνες
Christian Audejean: Πικάσσο, Απουσία και παρουσία

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος 107, Δεκέμβριος 1985.  L’ Esprit, Janvier 1982, Absence et présence.  Μετάφραση: Γερ. Κορακιανίτης Ο ΠΑΜΠΛΟ ΡΟΥΙΧ ΠΙΚΑΣΣΟ γεννήθηκε στις 25 Οκτωβρίου του 1881...


Jean-Marie Domenac: Ο Μαρξ του Αλτουσέρ
Κατηγορία: Έτος 10, 1985, τεύχη 97-107 / Κοινωνία
Jean-Marie Domenac: Ο Μαρξ του Αλτουσέρ

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος 105, Οκτώβριος 1985.  Από το Le Sauvage et l’ ordinateur, Édition du Seuil.  Μετάφραση Γερ. Κορακιανίτης O ΑΛΤΟΥΣΕΡ έχει την φήμη ότι είναι...


Umberto Eco: Πώς έγραψα «Το όνομα του Ρόδου»
Κατηγορία: Έτος 10, 1985, τεύχη 97-107 / Φιλοσοφία
Umberto Eco: Πώς έγραψα «Το όνομα του Ρόδου»

Εποπτεία,  τεύχος 103, Ιούλιος – Αύγουστος 1985. Μετάφραση: Ζηνοβία Δρακοπούλου Ο τίτλος και η σημασία Από τότε που εκδόθηκε Το Ό­νομα του Ρόδου πήρα πολλές επιστολές...