Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Έτος 10, 1985, τεύχη 97-107 | Αρχείο | Φιλοσοφία - 27 Οκτωβρίου 2011 09:31 πμ

Umberto Eco: Πώς έγραψα «Το όνομα του Ρόδου»



Τίποτα δεν παρηγορεί περισσό­τερο τον συγγραφέα ενός μυθιστορήματος από την ανακάλυψη ανα­γνώσεων που δεν τις είχε συλλάβει, αλλά που προέκυψαν κατόπιν στους αναγνώστες του. Όταν έγραφα θεωρητικές εργασίες, η στάση μου έναντι των κριτικών ήταν αδέκα­στη: έχουν ή δεν έχουν καταλάβει τί εννοούσα; Με το μυθιστόρημα, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορε­τική. Δεν λέω ότι ο συγγραφέας δεν μπορεί να βρει μια καινούργια ανά­γνωση στρεβλή· αλλά ακόμη κι αν την βρει έτσι, πρέπει να μείνει σιωπηλός, ν’ αφήσει τους άλλους να την αμφισβητήσουν με το κείμε­νο στο χέρι. Γι’ αυτό το λόγο, η μεγάλη πλειοψηφία των αναγνώσε­ων αποκαλύπτει πράγματα που δεν τα είχε κανείς σκεφθεί. Αλλά τί σημαίνει το ότι δεν τα είχε κανείς σκεφθεί;

Μια γαλλίδα, η Mireille Calle Gruber, ανακάλυψε λανθάνουσες παρονομασίες που συνδέουν το semplice [ΣτΜ: απλός, λατ. simplus, αγγλ. simple] τόσο με τη σημασία απλός όσο και με τη σημα­σία φαρμακευτικό βότανο˙ και κατό­πιν, βρίσκει ότι μιλάω για το «τριβόλι» της αίρεσης. Θα μπορούσα ν’ απαντήσω ότι ο όρος simplus, και στις δύο χρήσεις, επαναλαμβάνεται στη λογοτεχνία της εποχής, όπως επαναλαμβάνεται η έκφραση «mala pianta», τo τριβόλι, ή δηλητηριώ­δες βότανο, της αίρεσης. Περαιτέ­ρω, γνώριζα πολύ καλά τo παράδει­γμα του Greimas για τη δυνατή διπλή ανάγνωση (οι σημασιολόγοι το ονομάζουν «διπλό ισότοπο») που συμβαίνει όταν ο βοτανολόγος αναφέρεται ως ο «φίλος του simpli». Ήξερα ότι έπαιζα με τις παρονομα­σίες; Δεν έχει καμιά σημασία ν’ απαντήσω τώρα: το κείμενο βρί­σκεται εκεί και δίνει τις δικές του διαστάσεις.

Καθώς διάβαζα τις κριτικές για το μυθιστόρημα, αισθάνθηκα ανατριχίλα ικανοποιήσεως όταν βρήκα έναν κριτικό (οι πρώτοι ήταν οι Ginevra Bompianni και Lars Gustaffson) να παραπέμπει σε μια παρατή­ρηση του Γουλιέλμου που έκανε στο τέλος της δίκης: «Τι είναι αυτό που σας φοβίζει περισσότερο στην αγνότητα;» ρωτάει ο Άντσο. Και ο Γουλιέλμος απαντάει: «Η βιασύνη.»

Αγαπούσα και συνεχίζω ν’ αγα­πώ πάρα πολύ τις δύο αυτές γραμμές. Αλλά τότε, ένας αναγνώστης, μου επεσήμανε ότι στην ίδια σελί­δα ο Βερνάρδος Γκυ, απειλώντας τον αποθηκάριο με βασανιστήρια, λέει: «Η δικαιοσύνη δεν κινείται από τη βιασύνη, όπως πίστευαν οι ψευδοαπόστολοι, και η δικαιοσύνη του Θεού έχει αιώνες στη διάθεσή της.»

Και ο αναγνώστης δικαίως με ρώτησε ποια συνάφεια ήθελα να επιβάλλω ανάμεσα στη βιασύνη που φοβόταν ο Γουλιέλμος και στην απουσία βιασύνης που εγκωμίαζε ο Βερνάρδος. Στο σημείο αυτό συνειδητοποίησα πως είχε συμ­βεί κάτι το ανησυχητικό. Η συνο­μιλία ανάμεσα στον Άντσο και τον Γουλιέλμο δεν υπάρχει στο χειρό­γραφο. Πρόσθεσα τον σύντομο αυ­τό διάλογο στα δοκίμια για λόγους αρμονίας: Χρειαζόμουν να παρεμ­βάλλω και ένα άλλο μέτρο πριν να ξαναδώσω το βήμα στον Βερνάρ­δο. Και φυσικά, καθώς έκανα τον Γουλιέλμο ν’ αποστρέφεται τη βια­σύνη (και με μεγάλη πεποίθηση, διότι τότε μ’ άρεσε πάρα πολύ η παρατήρηση αυτή), ξέχασα εντελώς ότι, λίγο αργότερα, ο Βερνάρ­δος μιλάει για βιασύνη. Αν ξαναδιαβάσετε τα λόγια του Βερνάρδου χωρίς την παρεμβολή του Γουλιέλμου, βλέπετε απλώς μια στερεότυ­πη έκφραση, του είδους που θα περίμενε κανείς από ένα δικαστή, μια κοινοτυπία της τάξεως του «Όλοι είναι ίσοι μπροστά στο νό­μο». Αλλοίμονον, όταν αντιπαραταχθεί η βιασύνη που αναφέρει ο Γουλιέλμος με τη βιασύνη που αναφέρει ο Βερνάρδος, δημιουργεί­ται κυριολεκτικώς μια νέα διάστα­ση˙ ο αναγνώστης δικαιολογείται ν’ απορεί κατά πόσον οι δύο άν­δρες λένε το ίδιο πράγμα, η αν η αποστροφή προς τη βιασύνη που εκφράζει ο Γουλιέλμος δεν είναι ανεπαίσθητα διαφορετική από την αποστροφή προς τη βιασύνη που εκφράζει ο Βερνάρδος. Το κείμενο είναι εκεί, και δημιουργεί τις διαστά­σεις του.

Το ερώτημα αν ήθελα να υπάρξει αυτή η διάσταση, είναι μια διφορού­μενη πρόκληση˙ και εγώ ο ίδιος νοιώθω αμήχανος ερμηνεύοντας αυτή τη σύγκρουση, μολονότι συνειδητο­ποιώ ότι κάποια σημασία ενεδρεύει εκεί (ίσως πολλές σημασίες).

Ο συγγραφέας θάπρεπε να πε­θαίνει μόλις τελειώνει το γράψιμο. Έτσι, για να μην παρενοχλεί το δρόμο του κειμένου.

  1. Μιλώντας για τη διαδικασία

Ο συγγραφέας δεν πρέπει να ερμηνεύει. Μπορεί όμως να πει γιατί και πώς έγραψε το βιβλίο του. Για τα αποκαλούμενα κείμενα κρι­τικής [όπως π.χ. η Ποιητική του Αριστοτέλους] δεν είναι πάντα κρίσιμο να καταλαβαίνει κανείς το έργο που τα ενέπνευσε, αλλά μας βοηθούν να καταλάβουμε πώς να λύσουμε το τεχνικό πρόβλημα το οποίο συνιστά η παραγωγή ενός έργου.






James Nellson: Στo Λαβύρινθο τoυ Μπόρχες
Κατηγορία: Έτος 10, 1985, τεύχη 97-107 / Φιλοσοφία

Εποπτεία, τεύχος 103, Ιούλιος – Αύγουστος 1985. Μετάφραση: Γ.Λ. Αστού. “Ο Δον Κιχώτης” “, μου είπε ο Μενάρ, “ήταν πάνω από όλα ένα διασκεδαστικό βιβλίο...


Ronald Hayman: Ο ανέστιος Κάφκα
Κατηγορία: Έτος 10, 1985, τεύχη 97-107 / Φιλοσοφία

Εποπτεία, τεύχος 103, Ιούλιος – Αύγουστος 1985.  Μετάφραση: Δ. Αντωνοπούλου – Γ. Σταμάτη. 4 Ιουνίου, Βερολίνο Προσπάθησα να αντισταθώ στην ιδέα ότι γράφοντας μια βιογραφία...


Martin Esslin: O Μπέρτολτ Μπρεχτ στην εξορία
Κατηγορία: Έτος 10, 1985, τεύχη 97-107 / Φιλοσοφία

Εποπτεία, τεύχος 103, Ιούλιος – Αύγουστος 1985.  Μετάφραση: Δ. Αντωνοπούλου – Γ. Σταμάτη. H ΕΞΟΔΟΣ των Γερμανών διανοουμένων από το Ράϊχ μετά την άνοδο του...


Christian Audejean: Πικάσσο, Απουσία και παρουσία
Κατηγορία: Έτος 10, 1985, τεύχη 97-107 / Τέχνες
Christian Audejean: Πικάσσο, Απουσία και παρουσία

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος 107, Δεκέμβριος 1985.  L’ Esprit, Janvier 1982, Absence et présence.  Μετάφραση: Γερ. Κορακιανίτης Ο ΠΑΜΠΛΟ ΡΟΥΙΧ ΠΙΚΑΣΣΟ γεννήθηκε στις 25 Οκτωβρίου του 1881...


Jean-Marie Domenac: Ο Μαρξ του Αλτουσέρ
Κατηγορία: Έτος 10, 1985, τεύχη 97-107 / Κοινωνία
Jean-Marie Domenac: Ο Μαρξ του Αλτουσέρ

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος 105, Οκτώβριος 1985.  Από το Le Sauvage et l’ ordinateur, Édition du Seuil.  Μετάφραση Γερ. Κορακιανίτης O ΑΛΤΟΥΣΕΡ έχει την φήμη ότι είναι...


Umberto Eco: Πώς έγραψα «Το όνομα του Ρόδου»
Κατηγορία: Έτος 10, 1985, τεύχη 97-107 / Φιλοσοφία
Umberto Eco: Πώς έγραψα «Το όνομα του Ρόδου»

Εποπτεία,  τεύχος 103, Ιούλιος – Αύγουστος 1985. Μετάφραση: Ζηνοβία Δρακοπούλου Ο τίτλος και η σημασία Από τότε που εκδόθηκε Το Ό­νομα του Ρόδου πήρα πολλές επιστολές...