Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Εξ όνυχος

Jean-Pierre Vernant
Η Οδύσσεια: ο χρόνος

Οι τελευταίες ραψωδίες επικεντρώνονται στο ζήτημα του χρόνου. Υπάρχουν διαφορετικές χρονικότητες: ο χρόνος του παρελθόντος, ο χρόνος της Τροίας, ο χρόνος στο νησί με την Καλυψώ, ο παρών χρόνος για τον οποίο διαβάζουμε μόνο και μόνο επειδή υφαίνεται πάνω σ΄ένα προηγούμενο χρόνο.
Πως τελειώνει η ιστορία;
Όλος ο κόσμος γνωρίζει ότι η Πηνελόπη θ΄ αναγκαστεί να επιλέξει έναν σύζυγο, που τελικά είναι ο Οδυσσέας της νιότης της. Θα αντιτάξετε ότι δεν είναι πια εκείνος, κι όμως, εκείνος είναι.
Στο τέλος της ημέρας ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη ξαναβρίσκονται στο μεγάλο «σήμα», στο νυφικό κρεββάτι. Μιλούν. Στην αφήγησή του ο καθένας τους λαμβάνει υπ όψιν του το χρόνο, έναν χρόνο που δεν υπάρχει πια αλλά που τον έχει ζήσει. Μεταξύ τους υπάρχει όχι μόνο ένας ιδιαίτερος, προσωπικός τόνος, που δεν τον βρίσκουμε συχνά στα αρχαία κείμενα, μια θέληση να ανακτήσουν όλους τους χρόνους και να τους συνυφάνουν, αλλά επίσης και μια «ομοφροσύνη»: το πιό σημαντικό πράγμα ανάμεσα σε μια γυναίκα και στον σύζυγό της, είναι η συμφωνία, η σύμπνοια, η ταύτιση των πνευμάτων, του συστήματος αξιών τους, της εικόνας που έχουν για τη ζωή. Είκοσι χρόνια αργότερα, παρότι τα χέρια είναι πια γερασμένα και τίποτα δεν είναι πια το ίδιο, η βαθειά συμφωνία αυτών των δύο ανθρώπων υπάρχει ακόμα. Στο τέλος της ιστορίας, ο χρόνος της αρχής συναντάει το χρόνο του τέλους. Πλαγιασμένοι καθώς είναι ο ένας πλάϊ στον άλλον, ξανακερδίζοντας ο ένας τον άλλον ξανακερδίζει τον εαυτό του.
(Η Οδύσσεια, μτφρ Γ.Ζακοπούλου)

* * *

Γιώργης Παυλόπουλος
Ἡ Στάχτη

Φύσαγε ο αγέρας
ανέβαζε τη στάχτη τους
την πήγαινε στον ουρανό
φοβόταν εκείνη φοβόταν
ουά φοβητσιάρα της φώναζε

Πάψε τρελέ του έλεγε
δεν είμαστε πια στη γη
δεν έχουμε πια δέρμα
δεν έχουμε μαλλιά
δεν έχουμε μήτε μάτια

Γίναμε στάχτη της έλεγε
όμως με βλέπεις και σε βλέπω
και μένει ακόμα η αγάπη
που δεν μπορεί να γίνει στάχτη
και μένει ακόμα η αγάπη

Είμαι η στάχτη σου του έλεγε
και είσαι η στάχτη μου
μα πού ανεβαίνουμε πού πάμε
κι όλο φυσάει κι όλο σε χάνω
ουά φοβητσιάρα της φώναζε

Πάψε τρελέ του έλεγε
(Ποιήματα 1943-2008)

* * *

Πλάτων

Φαίδων [107c -108c]

Ωστόσο, είπε [ο Σωκράτης], είναι σωστό να συλλογιζόσαστε και τούτο· πως αν η ψυχή είναι αλήθεια αθάνατη, έχει ανάγκη από φροντίδα, όχι μόνο σ᾽ αυτό το διάστημα που τ᾽ ονομάζουμε ζωή αλλά σ᾽ ολόκληρο τον καιρό· και ο κίνδυνος θα φαίνουνταν από τώρα τρομερός για εκείνον που θα την αμελούσε. Γιατί αν είναι ο θάνατος απαλλαγή από τα πάντα, θα ήταν τύχη αναπάντεχη για τους κακούς, σαν πεθάνουν ν᾽ απαλλαγούν και από το σώμα τους και από την κακία τους συνάμα και από την ψυχή τους. Αφού όμως τώρα είναι φανερό πως είναι αθάνατη, δεν υπάρχει γι᾽ αυτήν άλλος τρόπος ν᾽ αποφύγει τα δεινά, ούτε σωτηρία, παρά να γίνει όσο μπορεί καλύτερη και πιο φρόνιμη. Η ψυχή δεν έχει τίποτε μαζί της πηγαίνοντας στον Άδη, παρά μονάχα την παιδεία της και τον τρόπο της ζωής που έκανε· αυτά ακριβώς, καθώς λένε, που ωφελούν ή βλάπτουν τον αποθαμένο, μόλις αρχίσει την πορεία του κατά κει.

Συνηθίζουν λοιπόν να λένε πως όταν κανείς πεθάνει, ο δαίμων του καθενός, αυτός που τον φροντίζει και ζωντανό, τον παίρνει και τον οδηγεί σε κάποιον τόπο, εκεί που συναθροίζονται οι νεκροί για να κριθούν κι έπειτα να αρχίσουν την πορεία τους στον Άδη με οδηγό εκείνον που έχει προσταχτεί να τους οδηγήσει. Κι αφού λάβουν την τύχη που είναι να λάβουν και μείνουν το διάστημα που πρέπει, άλλος οδηγός τους φέρνει πάλι εδώ, έπειτα από πολλά και μεγάλα γυρίσματα του καιρού. Αυτή η πορεία δεν είναι λοιπόν, όπως την παρουσιάζει ο Τήλεφος του Αισχύλου· γιατί εκείνος λέει πως ο δρόμος που μας φέρνει στον Άδη είναι απλός, ενώ δεν είναι μήτε απλός μήτε μοναδικός καθώς μου φαίνεται· αν ήταν έτσι δεν θα χρειάζονταν οδηγός· ούτε θα τον έχανε κανείς αν ήταν ένας και μόνο. Αλλά μοιάζει να έχει πολλά παρακλάδια και σταυροδρόμια καθώς απεικάζω από τις παραδομένες συνήθειες της λατρείας μας. Λοιπόν η σωστή και φρόνιμη ψυχή συμμορφώνεται και δεν αγνοεί αυτά που της συμβαίνουν· αλλά εκείνη που οι επιθυμίες τη δένουν με το σώμα, όπως έλεγα στην αρχή, εκείνη που το σώμα και ο ορατός τόπος τη γεμίζουν τρόμους με πολλές αντιστάσεις και πολλά παθήματα, καταναγκαστικά και δύσκολα, πηγαίνει καθώς την οδηγεί ο προσταγμένος δαίμων. Κι όταν φτάσει όπου και οι άλλες, η ακάθαρτη, αυτή που έπραξε κάτι μιαρό, άδικους φόνους ή άλλα τέτοια που μοιάζουν σαν αδέρφια μ᾽ αυτές τις πράξεις ή με πράξεις που κατεργάστηκαν αδερφές ψυχές- αυτή την ψυχή, όλοι την αποφεύγουν, όλοι αποτραβιούνται από κοντά της και κανείς δε θέλει να γίνει σύντροφος ή οδηγός της· κι αυτή περιπλανιέται ολωσδιόλου χαμένη, ώσπου να περάσουν κάποιοι καιροί, και τότε η ανάγκη τη φέρνει στην κατοικία που της πρέπει. Αλλά η ψυχή που πέρασε τη ζωή της καθαρά και μετρημένα και βρήκε θε­ούς για συντρόφους και οδηγούς στο δρόμο της, κατοικεί αμέσως στον τόπο που της πρέπει.

(μετάφραση Γιώργος Σεφέρης, Μεταγραφές)

* * *

Ελένη Λαδιά

Το Αγιόφυλλο

Μου έδειξε όμως ένα τρομερό συμβάν στο κέντρο ενός μακρινού γαλαξία: ήταν η στιγμή όπου μια μαύρη τρύπα καταβρόχθιζε ένα γέρικο άστρο. Κοκκάλωσα από ένα μαγευτικό τρόμο. Γνώριζα πως η μαύρη τρύπα είναι μια περιοχή του χώρου ανεπίστρεπτη. Ό,τι πέφτει εντός της χάνεται. Δεν επιστρέφει ποτέ, δια παντός εξαφανίζεται. Καμμία πληροφορία γι αυτό. Η δύναμη της βαρύτητας που διαθέτει είναι τεράστια. Κι ώ Θεέ μου, μια οποιαδήποτε μαύρη τρύπα είναι το σημείο του διαστήματος όπου κάποτε, σ΄ένα απροσδιόριστο παρελθόν, υπήρχε ο πυρήνας ενός γιγάντιου άστρου. Σκέφθηκα πως είχε τη μοίρα της Περσεφόνης, η οποία προτού γίνει μορφή του θανάτου, είχε η ίδια πρώτα πεθάνει, όπως ακριβώς ο πυρήνας του άστρου πριν μεταμορφωθεί σε μαύρη τρύπα. Άρα, ο Θάνατος γνώρισε τον Θάνατο προτού γίνει Θάνατος.

(Το άγιο περιστέρι και ο Κορυδαλλός οδύνης)

* * *

Ανρύ Μισώ

Δεν μπορώ να σας αφήσω με μιαν αμφιβολία, συνεχίζει, με τον κλονισμό της εμπιστοσύνης σας. Θέλω να σας ξαναμιλήσω για τη θάλασσα. Αλλά μένει η απορία. Τα ποτάμια προχωρούν∙ εκείνη όχι. Ακούστε, μη θυμώνετε, σας τ’ ορκίζομαι, δε σκέπτομαι να σας γελάσω. Τέτοια είναι. Όσο και ν’ αναταράζεται, σταματά μπρος σε μια χούφτα άμμο. Μια μεγάλη αναποφάσιστη. Σίγουρα θα ήθελε να προχωρήσει, αλλά να που δε γίνεται.

Αργότερα ίσως, μια μέρα, θα προχωρήσει.

* * *

Νατάσα Κεσμέτη

Τον διώχνανε

Γιὰ κάμ­πο­σα χρό­νια, καὶ μά­λι­στα τὰ πιὸ κρί­σι­μα, τὸν Φύ­λα­κα τὸν δι­ώ­χνα­νε ἀ­πὸ παν­τοῦ. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια δι­ώ­χνα­νε τοὺς δι­κούς του, χω­ρὶς νὰ κά­νουν ἐ­ξαί­ρε­ση γι’ αὐ­τόν. Ὅ­λοι στὴν οἰ­κο­γέ­νειά του ἦ­σαν κου­ρα­στι­κοὶ καὶ ἀ­νε­πι­θύ­μη­τοι ἄν­θρω­ποι. Ὁ Φύ­λα­κας ἔ­κα­νε ὅ,τι περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι του νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ συγ­γε­νεῖς καὶ ξέ­νους ἔ­τσι ποὺ νὰ κα­τα­φέ­ρει τε­λι­κὰ νὰ ἀ­να­τρέ­ψει τὴν κα­τά­στα­ση, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ρί­ξει κα­νέ­να βέ­λο μπρο­στὰ στὰ μά­τια του. Αὐ­τὸ ποὺ σκε­φτό­ταν ἤ ἔ­νι­ω­θε γρα­φό­ταν ἀ­μέ­σως στὸ πρό­σωπό του, κι ὅ­σο ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ μιὰν ἀ­νε­ξή­γη­τη ἔκ­φρα­ση συμ­πά­θειας νὰ φα­νε­ρω­νό­ταν, ὁ κα­θέ­νας εὔ­κο­λα μά­θαι­νε τί πραγ­μα­τι­κὰ πί­στευ­ε. Ὅ­ποι­ες προ­σπά­θει­ες καὶ νὰ ἔ­κα­νε, δὲν κα­τά­φερ­νε πα­ρὰ νὰ γί­νει ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­νε­πι­θύ­μη­τος. Ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θὰ τὸν δι­ώ­χνα­νε.

Σὰν ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο σπρώ­χτη­κε νὰ ρί­χνει γρή­γο­ρες, κο­φτὲς μα­τι­ές, νὰ μὴν ἑ­στιά­ζει που­θε­νὰ γιὰ πο­λὺ τὸ βλέμ­μα του, νὰ λει­τουρ­γεῖ μὲ δυ­ὸ λό­για τὴν ὅ­ρα­ση σὰν ὄ­σφρη­ση κι ἔ­τσι νὰ μυ­ρί­ζει ἀ­κα­τά­παυ­τα ἀ­νοι­γο­κλεί­νον­τας τὰ βλέ­φα­ρα ἤ με­τα­κι­νών­τας τοὺς βολ­βοὺς τῶν μα­τι­ῶν ὅ­πως ρου­θού­νια κά­ποι­ου νυ­χτό­βιου θη­ρευ­τῆ. Ὁ ἴ­διος νι­ώ­θει ἐ­λά­χι­στα προ­στα­τευ­μέ­νος πί­σω ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­σχέ­διο σκά­φαν­δρο τῶν βι­α­στι­κῶν βλεμ­μά­των.

(«Σκάφανδρο στο παγωνί ή ένας βαθύς άνθρωπος», Πλανόδιον, Ιστορίες Μπονζάϊ)

* * *

Γιάννης Δάλλας

Εύνοστοι φίλοι

Τι θαλπωρή και νοσταλγία στις μικρές λέξεις οικίσκος δρομίσκος πολίχνη ναύδριον Και εκεί πολύ κοντά το αλσύλλιον, όπου κατάκειται το τέμενος του Έρωτος Κι όπου περνά ο αέρας ριμαδόρος μέσα απ΄τα φυλλώματα σφυρίζοντας ειδύλλιον ειδύλλιον Τι νοσταλγία και τι προδοσία που τις αρνηθήκαμε Λέξεις λεξούλες που είναι σαν τις καπνοδόχους της φυλετικής μας προσφυγιάς Τώρα που πέσανε τα οράματα ας πάμε να τις κατοικήσομε εύνοστοι φίλοι.

(Γεννήτριες)

* * *

Νάσος Βαγενάς
Θάνατος στα Εξάρχεια

Μου είπαν πως είχες πεθάνει και σε ξαναβρίσκω
στο καφενείο να παίζεις τάβλι με τους ζωντανούς
κερδίζεις κιόλας φοράς και γραβάτα
εσύ ποτέ δε φορούσες γραβάτα
ποτέ δεν κατέβαινες στην πλατεία
κλεινόσουν πάντα σ’ εκείνο το σπίτι
και κοίταζες αμίλητος τους γείτονες και τους περαστικούς.

Μου είπαν πως είχες πεθάνει ποιόν να πιστέψω
χάθηκες ξαφνικά χωρίς να πεις ούτε λέξη
χωρίς ν’ αφήσεις ούτε σημείωμα
τα παντζούρια σου κλειστά το κουδούνι χαλασμένο
το σκυλί πικραμένο και τα φώτα σβηστά.

Είσαι δεν είσαι ποιόν να πιστέψω
πόσο έχει αλλάξει η φωνή σου
οι άλλοι δε μιλούν σε κοιτάζουν που παίζεις
σε κοιτάζουν που ρίχνεις χαμογελώντας τα ζάρια
κι όλο κερδίζεις κι όλο κερδίζεις.
Μα εσύ ποτέ δεν κέρδιζες∙ ήσουν πάντα ο χαμένος.
(Πεδίον Άρεως)

* * *

Γιώργος Βέης
Μια ασήμαντη Κυριακή

Και πως μεταμορφώνεται ξαφνικά με ορμή
Δεν περιμένει καν ν΄ ανοίξεις το παράθυρο
Ξεχύνεται η Άρπυια από εκείνο τον πίνακα
Στο σαλόνι, τον αγαπημένο σου,
Έχει γίνει ήδη από παλιά ένα με τα χρώματα
Χαμαιλέων αρχαίας σοφίας και φρίκης
Έτσι σε βρίσκει ζυμάρι απροετοίμαστο στον ύπνο.
Στην κρεβατοκάμαρα, στην κουζίνα τώρα
Η Άρπυια πίνει μόνο αίμα
Αλλά τα θέλει όλα δικά της.
(Βλέπω)

* * *

Γιάννης Αργύρης

Μην κουραστείς να μ’ αγαπάς
κι αν κουραστείς μη φύγεις
Κι αν φύγεις για παντοτινά
τα μάτια σου να δω ξανά
μα αν κλαίνε μη τ’ ανοίγεις

Μην κουραστείς να μ’ αγαπάς
κι αν κουραστείς μη φύγεις

Ώρα πικρή κι εφιαλτική
στο λογισμό σου αν φτάσει
να κάνεις πέτρα την καρδιά
να μην νικήσει η αναποδιά
μη κουραστείς να μ’ αγαπάς
κι αν κουραστείς μη φύγεις

Ώρα πικρή κι εφιαλτική
στο λογισμό σου αν φτάσει,
να κάνεις πέτρα την καρδιά
να μην νικήσει η αναποδιά
μην κουραστείς να μ’ αγαπάς
κι η μπόρα θα περάσει
(τραγούδι)

* * *

Γιώργος Μαρκόπουλος
Ο πατέρας μου ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι

Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι.
Απογεύματα, γιορτές, στο κουζινάκι
χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο.

‘Οταν πέθανε άφησε ένα χορταριασμένο στρατί
ένα κτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοβάδες…

Αλλάξαν οι καιροί που λέει κι ο λαός,
πράγματα διάφορα συνέβησαν,
χαθήκαμε με τον αδελφό μου, μάθαμε πως πέθανε κι ο πατέρας…

Γι αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ τόσο βαθιά στα μάτια.
Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή
που εκείνος δεν έζησε.
( Οι πυροτεχνουργοί)


Αγοραίος

Αγοραίος
ΕΛΙΤ ΚΑΙ ΜΑΖΑ: Ομάδα μαθητών Λυκείου στο Μουσείο Μπενάκη, να δουν την έκθεση, συνοδεία καθηγητών τους. Αλλά να που εμφανίστηκε ο Σκαρμούτσος, τηλεοπτικός μάγειρας, και...

Παν. Δρακόπουλος, Του Μιχάλη Κατσαρού
Κατηγορία: Σημειωματάριο
Παν. Δρακόπουλος, Του Μιχάλη Κατσαρού

Στο γραφείο που είχα πολύ παλιά στην Δημοκρίτου έρχονταν ανάμεσα σε άλλους ποιητές και ο Μιχάλης Κατσαρός. Συνήθως μου διάβαζε κάποιο ποίημά του – και...


Δημήτρης Λαμπρέλλης, Η πρόσληψη του Νίτσε στην Ελλάδα
Κατηγορία: Στοχασμός
Δημήτρης Λαμπρέλλης, Η πρόσληψη του Νίτσε στην Ελλάδα

Μικρή δοκιμή παρουσίασης και κριτικής αποτίμησής της Ι Ο Νιτσεϊσμός στην Ελλάδα εμφανίζεται με τα περιοδικά «Τέχνη» (1898-1899) και «Διόνυσος» (1901-1902). Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του...


Γεώργιος Α. Πανέτσος – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, Η «Hellenische Renaissance» του Θεοφίλου Χάνσεν.
Κατηγορία: Τέχνες

Μια επινοημένη παράδοση στην αρχιτεκτονική του 19ου αιώνα. Ο Θεόφιλος Χάνσεν γεννήθηκε το 1813, τη χρονιά που η χώρα του πτώχευε υπό την πίεση ενός...


Κωνσταντίνος Σ. Παχής, Επίνοια
Κατηγορία: Στοχασμός

Έχουμε πράγματι λόγους να φοβόμαστε ότι η επίνοια θα καταστρέψει τον άνθρωπο; Η είσοδός μας στον κόσμο της ψηφιακής τεχνικής μας απειλεί; Όταν στη δεκαετία...


Νίκος Ηλιάδης, Η τεχνολογία ως απαραίτητο στοιχείο της Γενικής Εκπαίδευσης για όλους
Κατηγορία: Στοχασμός

Στην εποχή μας από ειδικούς στην σχεδίαση εκπαιδευτικών προγραμμάτων, γίνεται μια ιδιαίτερα έντονη προσπάθεια για την προσαρμογή τους στις ανάγκες της ζωής. Έτσι το σχολείο...


Μαρία Κατσουνάκη, Είμαστε η παιδεία μας
Κατηγορία: Στοχασμός
Μαρία Κατσουνάκη, Είμαστε η παιδεία μας

Γιατί άραγε ενώ εδώ και δεκαετίες, δεκάδες χιλιάδες νέοι συμμετέχουν στις Πανελλαδικές Εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, σπουδάζουν και αποφοιτούν, το πολιτιστικό και μορφωτικό επίπεδο...


ΕΠΟΠΤΕΙΑ: Γιατί στα χαρακώματα και πάλι
Κατηγορία: Επιχειρήματα / ΤΕΥΧΟΣ 1 ΙΟΥΛΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2017
ΕΠΟΠΤΕΙΑ: Γιατί στα χαρακώματα και πάλι

Πέρασαν  πάνω από είκοσι χρόνια σιωπής, και η Εποπτεία ξανά κυκλοφορεί. Το μηνιαίο περιοδικό που τιμήθηκε ως ένα από τα δέκα καλύτερα περιοδικά της Ευρώπης...