Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω A B C D E F G H I K L M N O P Q R S T V X Y Z

Λ


Ελένη Λαδιά

Το Αγιόφυλλο

Μου έδειξε όμως ένα τρομερό συμβάν στο κέντρο ενός μακρινού γαλαξία: ήταν η στιγμή όπου μια μαύρη τρύπα καταβρόχθιζε ένα γέρικο άστρο. Κοκκάλωσα από ένα μαγευτικό τρόμο. Γνώριζα πως η μαύρη τρύπα είναι μια περιοχή του χώρου ανεπίστρεπτη. Ό,τι πέφτει εντός της χάνεται. Δεν επιστρέφει ποτέ, δια παντός εξαφανίζεται. Καμμία πληροφορία γι αυτό. Η δύναμη της βαρύτητας που διαθέτει είναι τεράστια. Κι ώ Θεέ μου, μια οποιαδήποτε μαύρη τρύπα είναι το σημείο του διαστήματος όπου κάποτε, σ΄ένα απροσδιόριστο παρελθόν, υπήρχε ο πυρήνας ενός γιγάντιου άστρου. Σκέφθηκα πως είχε τη μοίρα της Περσεφόνης, η οποία προτού γίνει μορφή του θανάτου, είχε η ίδια πρώτα πεθάνει, όπως ακριβώς ο πυρήνας του άστρου πριν μεταμορφωθεί σε μαύρη τρύπα. Άρα, ο Θάνατος γνώρισε τον Θάνατο προτού γίνει Θάνατος.

(Το άγιο περιστέρι και ο Κορυδαλλός οδύνης)

* * *

 Ο έφηβος Δολγορούκι και η ιδέα του 

–Πῶς σέ λἐνε;

–Δολγορούκι.

-Πρίγκηψ Δολγορούκι;

-Όχι, μόνο Δολγορούκι.

-Εἶσαι πρίγκηπας;

-Ὄχι, μόνο Δολγορούκι, γιός ἑνός ὑπηρέτη, πρώην δούλου.

-Εἶστε πρίγκηψ;

— Ὄχι μόνο Δολγορούκι, φυσικός γιός τοῦ παλιοῦ μου ἀφεντικοῦ, τοῦ κυρἰου Βερσίλωφ.

                « Αὐτό τό μόνο κόντευε νά  μέ κάνει τρελλό. Θά σημειώσω σάν κανένα εἴδους ἐξαιρετικοῦ φαινομένου πώς δέν θυμοῦμαι κανέναν, μά ἀπολύτως κανἐναν ν’ἀποτελέσει μοναδικἠ ἐξαἰρεση σ’αὐτόν τόν κανὀνα: ὅλοι μοῦ ἔκαναν αὐτή τήν ἐρώτηση.» 1

Αὐτό ἦταν τό μεγάλο παράπονο τοῦ Ἀρκάδιου Μακάροβιτς Δολγορούκι καἰ μετέπειτα Ἀρκάδιου Ἀντρέγιεβιτς Βερσίλωφ. Στήν ἀρχή πίστευε πώς ἦταν γιός τοῦ δουλοπάροικου Μακάρ, ἑνός ἥσυχου ἀνθρώπου, πού μολονότι δέν ἦταν ἐγγράμματος, ἤξερε ἀπό στήθους ὅλες τἰς ἐντολές καἰ μερικούς βίους ἁγίων.  Αὐτός νυμφεύτηκε τήν δεκαοκτάχρονη Σοφία Ἀντρέγιεβνα, μητἐρα τοῦ Ἀρκαδίου. Μία τρομερή ὅμως ἕλξη συνέβη ἀνάμεσα στὀν ἄρχοντα Βερσἰλωφ καἰ τήν νεαρή γυναίκα τοῦ δουλοπάροικου, πού ἔτρεφε ὅμως γιά τόν σύζυγό της αἰσθήματα σεβασμοῦ. Ὁ ἔφηβος γράφει πώς ὁ Βερσίλωφ ἐξαγόρασε τήν μάνα του ἀπό  τόν Μακάρ Δολγορούκι. Ἕναν  χρόνο μετά τὀν χωρισμό τους γεννήθηκε ὁ Ἀρκάδιος καἰ τόν μετέπειτα χρόνο ἡ ἀδελφή του. Ὅπου κι ἄν ἔμεναν οἱ Βερσίλωφ, ἡ σχέση μἐ τὀν Μακάρ Δολγορούκι  δἐν σταμάτησε ποτέ. Τούς ἔγραφε δυό φορές τόν χρόνο ἐπιστολές μἐ πανομοιότυπο περιεχόμενο. Τοῦ ἀπαντοῦσε ἡ πρώην γυναίκα του στό ὕφος τῶν δικῶν του ἐπιστολῶν, ἐνῶ ὁ Βερσίλωφ δἐν ἀνακατεύτηκε ποτέ στήν ἀλληλογραφία τους. Αὐτὀς ὁ Μακἀρ γυρνοῦσε σέ ὅλα τά μοναστήρια καί τίς πόλεις τῆς Ρωσίας, ἦταν ἕνας περιπλανώμενος, ἀλλά τρεῖς φορἐς  τόν χρόνο πήγαινε νά φιλοξενηθεῖ στήν πρώην γυναίκα του, πού εἶχε ξεχωριστό διαμέρισμα  ἀπό τοῦ Βερσίλωφ.

                Στόν  παρόν δοκίμιο δἐν ἐνδιαφέρει ἡ ὑπόθεση τοῦ μυθιστορἠματος, οὔτε ἀκόμη ἡ περίπλοκη  σχέση τοῦ Ἀρκάδιου μἐ τὀν Βερσἰλωφ. Ὁ νἐος ἔφυγε ἀπό τἠν Μὀσχα ὅταν τελείωσε τό Λὐκειο και πῆγε στήν Πετρούπολη, ὡς ἔνα εἶδος γραμματέως του, γιά νά γνωρίσει καλύτερα αὐτόν  τὀν πατἐρα πού εἶχε δεῖ μία φορά στἠν παιδική του ἡλικία, ἀλλά ἀποτελοῦσε πἀντα ἕνα αἴνιγμα. Οὔτε ἐνδιαφέρει ἐδῶ ἡ ἰδεολογἰα τοῦ βιβλίου, μολονὀτι, ὅπως γρἀφει ὁ Δημήτρης Μπαλτἀς 2 «τὀ μυθιστόρημα «Ἔφηβος»  δέν στερεῖται φιλοσοφικῶν ἀναζητήσεων, καθ’ὅσον μπορεῖ νά δεῖ κανείς ὅτι ἐδῶ συζητοῦνται τά προβλήματα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς διχασμένης συνειδήσεως, τῆς κοινωνικῆς κριτικῆς καί ἄλλα. Φαίνεται λοιπόν οἱ θεματολογικές ὁμοιότητες μεταξύ τῶν «μεγἀλων» ἔργων τοῦ Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι  καί τοῦ ἐφήβου εἶναι ἀρκετές.»

                Ἐδῶ θά μᾶς ἀπασχολἠσει ἡ  ἰδἐα τοῦ ἐφήβου, ὁ ὁποῖος ἦταν ἰδεόπληκτος, ὅπως λἰγο – πολύ, ὅλοι οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστογιἐφσκι. Στά προηγούμενα δοκίμια τοῦ  βιβλίου ἔχουν ἐπισημανθεῖ οἱ ἰδέες τοῦ Ὀρντίνωφ, τοῦ ἀνωνύμου ἥρωα τοῦ Ὑπογείου, τοῦ Ρασκόλνικωφ, τοῦ Ἰβάν Καραμάζωφ και ἄλλων.

                Τὀ πρῶτο δίλημμα τοῦ Ἀρκαδίου σχετικῶς μέ τήν ἰδέα του ἦταν τό ἑξῆς: ἤ νά πάει στό Πανεπιστήμιο ἤ νά τό  ἀναβάλει γιἀ τέσσερα χρὀνια, ὥστε νά μορφοποιήσει τήν ἰδέα του. Φυσικά ἐπέλεξε τό δεύτερο. Μάλιστα στήν Πετρούπολη δέν θά φοβόταν τίποτα, γιατί δέν ἦταν μὀνος, εἶχε τἠν ἰδἐα του. Ἂπό τήν Μὀσχα κιόλας πῆρε τήν ἀπόφαση νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό ὅλους καί νά κρυφτεῖ μέσα στήν ἰδέα του σάν μοναχικό ζωάκι.

                « Καἰ λέω νά τραβηχτῶ μέσα στήν ἰδέα μου, γιατί ἡ ἔκφραση αὐτή μπορεῖ νά σημαίνει ὅλη σχεδόν τήν σκέψη μου, τήν οὐσιαστική σκέψη μου, πού γι’αὐτή ζῶ. Τἰ εἶναι «ἡ ἰδἐα μου» θά τό πῶ σιγἀ σιγἀ, μέ  πολλά-λόγια, παρακἀτω.»1

                Ὅταν ὁ ἔφηβος εἶδε τήν μητἐρα του μαζί μέ τόν Βερσἰλωφ τῆς ἔδωσε ἑξῆντα μυστηριώδη ροὐβλια πού μάζευε ἀπό τήν πρώτη ἡμέρα τῆς ἰδέας του. Ὅμως μετά δοκἰμασε τἠν τὐχη του σέ ἕναν πλειστηριασμό καἰ ἐξοικονόμησε δἐκα ρούβλια.

                Ἔπρεπε πάλι νά ἔχει ἕνα ἀπόθεμα γιά τήν ἰδέα του, τἠν ὁποία προφύλαγε σάν τιμαλφές. Ὁ μεγαλύτερός του φόβος ἦταν μήπως καί τήν μἀθουν οἱ διαλεκτικοί γνώριμοι, γιατί αὐτοί εἶχαν τήν τεχνική νά ξεπουπουλιάζουν κάθε ἰδέα. Ἔτσι ὁ ἔφηβος Δολγορούκι τἠν εἶχε στἠν κρυψώνα της καί δέν θά τἠν φανἐρωνε σέ κανένα.

                Ὅμως τοῦ ἦταν δύσκολο νά τήν περιγράψει, μολονότι θά τό ἤθελε πολὐ ἀρχἰζοντας ἀπό τήν γἐννησή της. Ὅμως ἡ ἰδέα εἶναι σάν τήν ἔμπνευση, ρευστή, ἄυλη, καί δύσκολα περιγράφεται.  Καἰ πῶς καί σέ ποιό στάδιό  της θά ἦταν προτιμότερο νά περιγραφεῖ; στἠν μορφή τῆς σύλληψής της ἤ στήν παροντική της μορφή. Κάθε ἰδέα στήν κυοφορία της εἶναι δυσκολότερη ἀπό τήν ὅποια ἐφαρμογή της. Ἄλλωστε εἶναι γεμάτη ἡ ἱστορἰα τῆς ἀνθρωπότητας ἀπό λαμπρἐς ἰδέες, πού ἔγιναν καταστροφικές στήν πραγματοποίησή τους.

                Ἡ ἰδέα μου, ἀποκαλύπτει ὁ ἔφηβος, εἶναι νά γίνω ἕνας Ρότσιλδ.

                «Τό ἐπαναλαμβάνω: ἡ ἰδἐα μου εἶναι νά γἰνω ἕνας Ρὀτσιλδ· ὄχι ἁπλᾶ πλοὐσιος, ἀλλἀ ὅσο κι οἱ Ρὀτσιλδ ἀκριβῶς. Ποιά εἶναι ἡ πρόθεσή μου, γιά ποιό λόγο, ποιούς σκοπούς ἔχω, θά τά ποῦμε ἀργότερα. Γιά τήν ὥρα, θ’ἀποδεἰξω μόνο πώς  ἡ ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ μου εἶναι ἐγγυημένη κατά τρόπο μαθηματικό. Τό πράμα εἶναι ἀπείρως ἁπλό, ὅλο τό μυστικό βρίσκεται σέ δύο λἐξεις μόνο: ἐπιμονἠ καἰ συνἐχεια».2

                Αὐτά τά βαρύγδουπα καί μεγαλεπήβολα σχέδια ἀποκαλύπτει ὁ ἔφηβος μόνον στόν ἀναγνὠστη. Λέξη δἐν εἶπε στό γνώριμο περιβάλλον του. Παραδείγματα ἐπιμονῆς καἰ συνέχειας εἶναι γι’ αὐτὀν οἱ ζητιάνοι, πού μετά τόν θάνατό τους ἀφήνουν θησαυρούς.

                 Ὁ ἔφηβος ἀσκεῖται στήν οἰκονομἰα: τό φαγητό του εἶναι καθορισμένο καί λιτὀ, ἡ ἐνδυμασία του μόνον δύο κοστούμια. Τὀ πείραμά του ἦταν δύσκολο ἀλλά ἐπιτυχές. Δέν τόν ἐνδιέφεραν τά χρήματα καθαυτά ἀλλἀ ἡ δύναμη, πού ἐκπήγαζε ἀπό αὐτά. Γι’αὐτὀ ἀναρωτιόταν: τί τόν ἤθελε τόν τἰτλο τοῦ βαρώνου ὁ Ρότσιλδ; καί μόνον μέ  τά  χρήματά του ἐπιβαλλόταν παντοῦ.

                «Τά λεφτά εἶναι μιά δύναμη πού ἰσοπεδώνει ὅλες τἰς ἀνισότητες.» Αὐτό ἦταν τό συμπέρασμα τοῦ νεαροῦ Δολγορούκι. Ἔτσι θά μάθαινε ἀργότερα τό χρηματιστήριον, τίς τράπεζες καί ὅλα τά συναφῆ. Καί πίστευε πώς δέν θά γίνονταν οἱ τύραννοἰ του τά λεφτἀ, κι οὔτε θά τόν μετέτρεπαν σέ τύραννο τῶν ἄλλων.

«              Μά ξέρετε σέ τί θά χρησιμοποιήσω τόν πλοῦτο μου ; Καί ποῦ βλέπετε τήν ἀνηθικότητα καί τήν ταπεινότητα, ἄν αὐτά τά ἑκατομμύρια πέσουν ἀπό τά κακοποιά καί  βρώμικα χέρια ἑνός πλήθους Ἑβραίων, στά χέρια ἑνός μοναχικοῦ, λογικοῦ ἀνθρώπου, κλεισμένου στόν ἑαυτό του, πού βλέπει μ’ ἕνα διαπεραστικό μάτι τόν κόσμο;»

                Μετά φανταζόταν  τίς ἀντιδράσεις τῶν ἀνθρώπων, ὅταν θά μάθαιναν πώς ἦταν πλούσιος. Ἡ ἀριστοκρατία θά ἔτρεχε νά τόν συναντήσει, οἱ «πρόστυχες» γυναῖκες θά γοητεύονταν ἀπό τά λεφτά του, ἐνῶ οἱ πιό λογικές θά ἤθελαν νά γνωρίσουν ἕνα παράξενο πλάσμα, κλεισμένο στόν ἑαυτό του. Στό μεταξύ ζει καί συμπεριφέρεται ἀλλόκοτα μπλέκοντας  στίς ἱστορίες τῶν ἀνθρώπων.           Πηγαινοέρχεται στά σπίτια τους καί περιγράφει στόν ἀναγνώστη τἀ ἔργα, τίς  ἡμέρες, τά συναισθήματα καί τίς ἰδέες τους. Προσπαθεῖ νά μήν μετέχει, θέλει νά εἶναι δυνατός. «Ἐγώ ἔχω ἀνάγκη μόνο ἀπό αὐτό πού μπορεῖ νά άποχτήσει κανείς μέ τή δύναμη καί δέν μπορεῖ νά ἀποκτηθεῖ δίχως της: τή γαλήνια καί μοναχική συνείδηση τῆς δύναμης. Αὐτός εἶναι ὁ πιό τέλειος ὁρισμός τῆς ἐλευθερίας, πού τόσος κόσμος ἀγωνίζεται γι’αύτήν!» Δέν θέλει νά ἔχει τύψεις, οὔτε συναισθήματα.  Τίποτε δέν λογαριάζει μπροστά στήν ἰδέα, ὅπως ὅλοι  οἱ ἰδεόπληκτοι, πού ἀπομακρὐνονται ἀπό τόν κόσμο, δοσμένοι στήν μοναξιά τους.

                Κι ἔφτασε ἡ ὥρα πού πῆγε στήν ρουλέτα, μολονότι ἀνήλικος. Κι ὅπως ὁ Ἕρμαν, ἥρωας τοῦ Πούσκιν ἀπό τό «Ντάμα Πίκα», λυπημένος ἀπό τό ὄνειρό του περιπλανήθηκε στούς δρόμους τῆς Πετρούπολης, ἔτσι κι ὁ ἔφηβος Δολγορούκι ( ὅπως γράψαμε στό δοκίμιο «ὁ Πούσκιν,  ὁ Ντοστογιέφσκι καί τά τυχερά παιχνίδια»), ἀναφέρεται στά πρωινά τῆς Πετρούπολης.

                «Θά σημειώσω ὅμως, ἐντελῶς περαστικά, πώς τά πρωινά τῆς Πετρούπολης, τά πιό πεζά, θά ἔλεγε κανείς, ὅλης τῆς γήινης σφαίρας, γιά μένα εἶναι τά φανταστικότερα, τά ποιητικότερα τοῦ κόσμου. Αὐτή ‘ναι ἡ γνώμη μου, ἤ γιά νά ἐκφρασθῶ καλύτερα, ἡ ἐντύπωση πού μοῦ προκαλοῦν, μά … φτάνει ὥς ἐδῶ. Τό ἄγριο ὄνειρο τοῦ Ἕρμαν τῆς «Ντάμα Πίκα» (κολοσσιαῖος τὐπος, ὄχι συνηθισμένος, ἀληθινός τύπος Πετρουπολίτη καί τῆς πετροπουλίτικης περιόδου!) ἐπιβεβαιώνεται πιό πολύ ἀκόμη, μοῦ  φαίνεται, ἀπ’αὐτά τἀ πετροπουλίτικα πρωινά, τά κίτρινα, ὑγρά καί καταχνιασμένα. Ἑκατό φορές διασχίζοντας τούτην τήν ὁμίχλη, εἶδα αὐτό τό παράξενο, μά συγγενικό ὅραμα (μ’ἐκεῖνο τοῦ Ἔρμαν.»  

Καί πιό κάτω συνεχίζει….» Ὅταν θά διαλυθεῖ καί θά σηκωθεῖ τούτη ἡ καταχνιά, δέν θά πάρει μαζί της ὁλάκερη τούτη τήν κίτρινη καί γλοιώδη πολιτεία, δέ θά σηκωθεῖ κι αὐτή μαζί μέ τήν καταχνιά γιά νά χαθεῖ σάν καπνός, ἀφήνοντας στή θέση της τό παλιό φιλανδέζικο τέλμα καί στή μέση—μέση, ἄν τό θέλει κανείς  ἔτσι γιά ὀμορφιά, τόν μπρούτζινο καβαλάρη ἀπάνω στό παραλυμένο του ἄτι, μέ τήν φλογερήν ἀνάσα; Δέν θά ‘ξερα , κοντολογῆς, νά ἐκφράσω τίς ἐντυπώσεις μου, ἀφοῦ  ὅλα αὐτά δέν εἶναι παρά καθαρή φαντασία, ποίηση σέ τελευταίαν  ἀνάλυση, καί συνεπῶς ἀνοησίες. Συχνά ἀναρωτήθηκα ὡστόσο, κι ἀκόμη ἀναρωτιέμαι, γιά τοῦτο δῶ τ’ὁλότελα παράλογο: «Κοίτα τους πού ὅλοι τρέχουν καί βιάζονται. Καί, ποιός ξέρει; Μπορεῖ νά  μήν εἶναι ὅλ’αὐτά παρά ἕνα ὄνειρο μονάχα. Ἴσως-ἴσως καί νά μήν ὑπάρχει οὔτε  ἕνας ἀληθινός, αὐθεντικός ἄνθρωπος. Μήτε μιά ἀληθινή πράξη. Κάποιος θά ξυπνήσει, ξαφνικά, τοῦτος ἐδῶ πού βλέπει τ’ ὄνειρο, κι ὅλα θά σβήσουνε.»

                Ὅλες αὐτές οἱ σκέψεις  του εἶναι προϊόντα προηγμένης ἐφηβικῆς συνείδησης.

Πῆγε στή ρουλἐτα, λέγει ὁ ἔφηβος, σάν νἀ βρισκὀταν ἐκεῖ ἡ σωτηρία καί ἡ διέξοδος. Ὅμως ἐκεῖ συνἐβη κἀποιο κακὀ. Ἕνας ἀπό τούς γνώριμους, ὁ Ἀφέντρωφ, ἔκλεψε ἕνα μεγάλο πόσο, ἀλλἀ κατηγορήθηκε ὁ Δολγοροὐκι. Κανένας δέν ὑπερασπίστηκε τἠν ἀθωότητά του, καἰ μολονὀτι τὀν ἔσυραν στό διπλανὀ δωμάτιο καί τόν ἔψαξαν, δέν τόν πίστεψαν. Ἐκεῖνος ὅμως ἀφρίζοντας φώναξε πώς ἡ ρουλέτα ἀπαγορευόταν ἀπό τήν ἀστυνομία καί πώς θά τούς κατἠγγειλε ὅλους.

                Ὅταν βρέθηκε  μόνος, γεμάτος θλίψη ἀναλογιζὀταν,  πῶς θά ἀποδείκνυε τήν ἀθωὀτητἀ του. Νά φύγω γιἀ τήν Ἀμερική; ἀναρωτιόταν. Καί ἡ ἰδέα μου; ποιά ἰδέα; τί σημαίνει πιά ἡ ἰδέα; Καί σέ πενήντα χρόνια θά βρεθεῖ κάποιος νά πεῖ, πὠς πραγματοποιοῦσα τήν ἰδἐα  μου κλέβοντας χρήματα στήν ρουλέτα. Ὡστόσο ἐξακολουθοῦσε νά θεωρεῖ τἠν «ἰδέα» καταφύγιό του, μέχρι  πού οἱ ἀνθρώπινες συναναστροφές καί συνάφειες τἠν ἔβαλαν σέ δεύτερο ἐπίπεδο. Μέ τήν έφηβική του ὁρμή ἐξηγεῖ στούς άναγνώστες του τί ἀπέγινε ἡ ἰδέα του. Ἀκολουθεῖ τήν νέα του ζωή, δηλώνει μέ σαφήνεια. «Μά αὐτή ἡ καινούργια ζωή, αύτός ὁ καινούργιος δρόμος πού άνοίγεται μπροστά μου εἶναι ἀκριβῶς ἡ «ἰδέα» μου, ἡ ἴδια ἡ ἀλλοτινή, μά κάτω ἀπό ἐντελῶς διαφορετική μορφή, σέ σημεῖο πού δέν θά ἀναγνωριζότανε πιά.»

                Ὁ ἔφηβος ἑτοιμάζεται νά φοιτήσει στό Πανεπιστήμιο. Δέν ἔγινε βεβαίως Ρότσιλδ ἀλλά αὐτή ἡ πίστη κράτησε τόν νοῦ του ἀνεπηρέαστο ἀπό τίς ἰδέες τῶν ἄλλων καί κυρίως ἀπέδειξε πώς μία ἰδἐα εἶναι  τό καταφὐγιο στή ζωἠ. Βεβαίως ἡ ἰδέα τοῦ νεαροῦ δέν φθάνει τίς ὑψηλές ἰδέες τῶν ἄλλων ἰδεόληπτων ντοστογιεφσκικῶν ἡρώων. Εἶναι ἁπλῆ καί πρωτότυπη ὡς σύλληψη ἀλλά δύσκολη στήν ἐφαρμογή της. Ἀκόμη καί τά πειράματα πού ἔκανε (οἰκονομἰα, πλειστηριασμός, ρουλέτα) ἦταν χαριτωμένα στήν ἐφηβική του ἀθωότητα ἀλλά καί λίαν ἐπικίνδυνα.

                Τελικῶς τί προσκομίζει ἡ ἰδέα τοῦ ἐφήβου στή γενική μας ἀντίληψή περί ίδέας;

                Ἡ συγκεκριμένη ἰδέα, χωρίς ἀποδεικτικά στοιχεῖα καί διανοητικές τεθλασμένες, ἀποτελεῖ μἰα  ἀκτινογραφία αὐτῆς καθαυτῆς τῆς ἰδέας.  Γίνεται ἕνα εἶδος ἀρχέτυπου. Εὐκρινῶς παρακολουθοῦμε τά στάδιά της: σὐλληψη, προσπάθεια ἐφαρμογῆς, ἐπιτυχία ἤ ἀποτυχἰα ἀλλἀ τελικῶς καταφὐγιον καἰ μἠτρα γιά τήν γέννηση μιᾶς νέας ἰδέας.

Σημειώσεις

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι Ὁ ἔφηβος μτφρ. Ἄρη Δικταίου έκ, Κ.Μ

Άρθρο Δημ. Μπαλτᾶ δρ, Φιλοσοφίας Παν/μίου Ἀθηνῶν. «Θεός, κόσμος, ἄνθρωπος» στόν «Ἔφηβο» τοῦ Ντοστογιέφσκι διαδίκτυο, Πεπτουσία Ὀρθοδοξἰας, Πολιτισμός Ἐπιστῆμες 24/9/13

Εικόνα: Φώτης Κόντογλου

* * *
Στην Τούλα Ρεπαπή

Μέρες τώρα απασχολεί την σκέψη μου ένας καταπληκτικός στίχος του Ξενοφάνους του Κολοφώνιου, «και σε μερικές σπηλιές στάζει νερό».

Παράξενος στίχος, κυοφορεί κάτι το υποχθόνιον. Μετά εννόησα πως η ανατριχίλα που μου προκαλούσε, οφείλεται στο ρήμα καταλείβεται. Το ρήμα κατείβω στον Όμηρον ή καταλείβω στον Ξενοφάνη, είναι το ίδιο ρήμα που σημαίνει σταλάζω, στάζω. «…και μεν ενί σπεάτεσσί τεοις καταλείβεται ύδωρ» (185 απόσπ. 37, Ηρωδιανός): «…και σε μερικές σπηλιές στάζει νερό».

«Κατειβόμενον» ήταν το ύδωρ της Στυγός. Η Στυξ (από το στυγέω = μισώ, και επομένως η μισητή) ήταν ο μόνος υποχθόνιος ποταμός του Άδου. Και το νερό της, το ύδωρ της Στυγός το σταλάζον, ήταν άφθιτον, αιώνιον, ωγύγιον, παμπάλαιον ύδωρ που κυλούσε από έναν πανύψηλο και απότομο βράχο. Το νερό της ήταν θανατηφόρο για ανθρώπους και ζώα.[2]

Όταν αντικείμενα από γυαλί και κρύσταλλο, πέτρινα και πήλινα σκεύη έρχονταν σε επαφή με το ύδωρ της Στυγός ράγιζαν, αντικείμενα από κέρατο και κόκαλο έσπαγαν, αλλά και πράγματα φτιαγμένα από ήλεκτρον, χαλκό, σίδερο, ασήμι και κασσίτερο σάπιζαν· ακόμη και το ίδιο το χρυσάφι σκούριαζε. Μόνον την οπλή του αλόγου δεν μπορούσε να νικήσει.

Και σε μερικές σπηλιές στάζει νερό.

Στην δική μου θαλασσινή σπηλιά δεν έσταζε νερό, χρόνια το παρακολουθούσα όταν πήγαινα για κολύμβηση. Σε μερικές όμως –όπως επισημαίνει ο Ξενοφάνης– στάζει.

Τι είχαν αυτές οι σπηλιές; Ήταν χαλασμένες από κατασκευής, διέθεταν μεγάλα οπαία στην κορυφή; Τότε δεν θα έσταζε το νερό, αλλά θα χυνόταν άφθονο. Φαίνεται λοιπόν πως από κάποιες λεπτότατες γεωλογικές ρωγμές έσταζε το νερό, όπως στις ανθρώπινες σχέσεις όταν εισχωρεί σαν σαράκι η κόπωση ή ο φθόνος, η αλαζονεία ή η αδυναμία.

Στους Προσωκρατικούς, όπως και στους ορφικούς, υπάρχει στενότατη συνάφεια των ανθρωπίνων με τα συμπαντικά.

Κατά τύχη έξω από το παράθυρο είδα πως άρχισε να βρέχει· δεν ήταν μεγάλη βροχή αλλά σταλαγματιές, σταγόνες του ουρανού, «κατειβόμενες» κι αυτές, με άγνωστο μέλλον. Δεν ξέρουμε αν θα ξεσπάσει μπόρα ή θα σταματήσει η βροχή.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ [1] G.S. Kirk – J.E. Raven – M. Schofield, Οι Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1990 [2] Ελένης Λαδιά, Μυθολογικά παράδοξα και ένα διήγημα, κεφ. «Το κατειβόμενον ύδωρ της Στυγός, το σταλάζον ύδωρ της Στυγός», εκδ. Gema, Αθήνα 2008 Εικόνα: Σπήλαιο Δυρού.
* * *

Φαντάζομαι πως ο καθένας μας ζει σε πάμπολλους κόσμους σε συνάρτηση πάντα με τις ασχολίες και την φαντασία του. Η δική μου καθημερινότητα, εδώ και πολλούς μήνες επεκτείνεται σε πέντε κόσμους, διαφορετικούς, όπως οι πέντε ήπειροι της υδρογείου σφαίρας.

Ο μυθολογικός κόσμος ενταγμένος και ιεραρχημένος στην όποια δομή του, γοητεύει με το παράλογο, την αντιφατικότητά του, τους αληθινούς πυρήνες κάτω από τα λαμπυρίζοντα ψέμματα και τις πολλές ερμηνείες ενός γεγονότος. Εκεί συμβαίνουν όλα τα απίθανα, όπως νεκραναστάσεις, μεταμορφώσεις, αρπαγές, επισκέψεις στον Άδη, συνομιλίες θεών και ανθρώπων καθώς και έρωτές τους, τέρατα, όπως Τυφώνες, Γοργόνες, Σειρήνες, θεοί-ποταμοί και πηγές κορασίδων, διάφορα πανάσχημα όντα αλλά και πρόσωπα λάμπουσας ωραιότητος, όπως η Αφροδίτη, η Ελένη, ο Άδωνις, ο Υάκινθος και άλλα. Αν αφεθείς στον μυθολογικό κόσμο δίχως να προσπαθείς για την όποια εκλογίκευσή του, θα βρεθείς στον κήπο των Χαρίτων, θα συνοδεύσεις την Αρτέμιδα ή την Αταλάντη στα κυνήγια τους, θα ακούσεις το άσμα των Μουσών και του Ορφέως, θα γίνεις κάτοικος του δάσους, ένα με τα δένδρα όπως οι Δρυάδες νύμφες, θα ταξιδεύσεις με την Αργώ για την Κολχίδα και με τις νήες των Αχαιών για την Τροία. Όταν όμως θελήσεις να τα περιγράψεις στην καθομιλουμένη, να ξέρεις πως επέτυχες μόνον το ένα έκτο της μυθολογικής ομορφιάς. Τίποτε δεν σε τρομάζει σε αυτόν τον κόσμο, ούτε οι συμπληγάδες, ούτε ο λαβύρινθος, γιατί η συνείδησή σου είναι αφυπνισμένη, μολονότι ο αληθινός χρόνος καταργείται.

Ο συγγραφικός κόσμος έχει παντοτινή αγωνία και συναίσθηση πως η εφαρμογή της έμπνευσης είναι πολύ κατώτερη, τόσο ώστε δεν αναγνωρίζεται η αρχική λάμψη του ονείρου. Μόνος ο συγγραφεύς παλεύει με τις λέξεις και τις έννοιες, βυθισμένος στον καταδικό του κόσμο, στον μεταξένιο ιστό, τον δημιουργημένο από την έμπνευσή του. Στην αρχαιότητα ο πεζογράφος ονομαζόταν συνθέτης λόγων. Όντως. Συνθέτει λόγους, και με τους λόγους ιστορίες, βασισμένες πάνω στα λόγια των Ελικωνιάδων Μουσών, μισές ψέμμα και μισές αλήθειες. Ο συγγραφεύς έχει κοντά του τον αναγνώστη, μοιράζεται μαζί του το έργο, ο συγγραφεύς είναι ο Μέγας τάλας, ο αναγνώστης κρίνει, καλοδέχεται και απορρίπτει. ‘Οταν κρατά στα συρτάρια τα γραπτά του είναι μόνος, όταν δημοσιεύει συντροφεύεται από τον αναγνώστη.

Όταν γίνομαι αναγνώστης με μόνιμη συμπάθεια αναγνωρίζω όλες τις επινοήσεις, τις παγίδες, τα αδιἐξοδα και τα χαρίσματα του συγραφέως.

Ο εικονικός κόσμος είναι το αντίτυπο και το αντίγραφο. Η σκιά. Η μίμηση των πάντων. Έχει την όποια λογική της πραγματικότητας. Τίποτε δεν είναι δικό του αλλά απεικονίζει πραγματικότητες με τρόπο μαγικό. Οι ψευδαισθήσεις είναι τόσο έντονες, ώστε μπορείς να χαθείς όπως με τις οφθαλμαπάτες της ερήμου. Βλέπεις στον παροντικό σου χρόνο σε αναπαράσταση αρχαία μνημεία, θέατρα και οδούς, όπου νοερώς διασχίζεις, παρακολουθείς παμπάλαιες μάχες, μετέχεις σε τρισδιάστατα εξομοιωμένα περιβάλλοντα. Με το Foto shop που ανήκει σε αυτόν τον κόσμο, βάφεις με τα εικονικά χρώματα την παράσταση χωρίς να λερώνεις χέρια και χώρο, την αυξομοιώνεις με τον εικονικό φακό, την στριφογυρνάς και την μεταθέτεις με ένα άγγιγμα. Είναι μια τεχνολογική ποίηση. Τότε αντιλαμβάνεσαι και τα παράλληλα σύμπαντα.

Μου έτυχε αρκετές φορές καθώς περπατώ να βλέπω δίπλα μου ξένους ανθρώπους από άλλο χωροχρονικό επίπεδο με μία σημαντική διαφορά: τους βλέπω πάντοτε εν τομή και ποτέ κατενώπιον.

Ο ονειρικός κόσμος είναι πολλές φορές άναρχος και λιγώτερο λογικός κατά τα «συμφωνημένα» μέτρα της λογικής μας. Γοητευτικός με την αντιφατικότητα και το άλογο στοιχείο του, προφητικός ενίοτε για τις διευρυμένες συνειδήσεις, εφιαλτικός για τον ταραγμένο ψυχισμό.

Τα όνειρά μου είναι συνήθως έγχρωμα και διαθέτουν μια απίστευτη διαφάνεια. Όπως παλαιότερα εξομολογήθηκα σε μια συνέντευξη αποτελούν για μένα πηγή έμπνευσης. Πολλά διηγήματά μου έχουν τις ρίζες τους στον ονειρικό κόσμο. Φαντάζομαι πως το ίδιο θα συμβαίνει και σε άλλους συγγραφείς. Τυχερός όποιος θυμάται ολόκληρο το όνειρό του και δύναται να το ερμηνεύσει. Τα όνειρα είναι πολύτιμα, ακόμη κι αν αναγκασμένος σηκώνεσαι λόγω καθηκόντων πολλές φορές την νύχτα, ακόμη κι αν τα θυμάσαι τεμαχισμένα σαν κομμάτια κρεοπωλείου.

Ο πραγματικός κόσμος, του οποίου η ύπαρξη γεννά τα περισσότερα φιλοσοφικά ερωτήματα: είναι αληθινός, είναι ένα είδωλο του αληθούς αρχετύπου, είναι αντικειμενικός ή υποκειμενικός, βιώνεται από όλους το ίδιο; Είναι η περιέχουσα έννοια του κόσμου και όχι το περιεχόμενο; Τί είναι; αίνιγμα και γρίφος ή μια αλήθεια και σταθερότητα; όσο το ερωτηματικό μπαίνει στο τέλος της πρότασης, δεν ξέρουμε τί είναι. Μόνον με υποθέσεις βρίσκουμε τα χαρακτηριστικά του. Ας υποθέσουμε λοιπόν πως είναι αληθινός και λογικός…

Συνειδητοποιώντας πως ζω σε αυτούς τους πέντε κόσμους μέσα στο καθημερινό μου εικοσιτετράωρο, προσπάθησα να βρω το κοινό τους στοιχείο. Τελικώς ανακάλυψα με βάση τις διάφορες αδιαθεσίες που μου συνέβησαν και στους πέντε κόσμους (ταχυκαρδία, ίλιγγος, σταμάτημα αναπνοής κα.) πως κοινός παρανομαστής είναι ο θάνατος. Μπορεί να συμβεί σε όλους αυτούς τους κόσμους. Τρομερό; Όχι, αν θυμηθούμε την αστραφτερή εικόνα από την ποίηση του Δ.Π. Παπαδίτσα που περιγράφει τον θάνατο: «Το ρίγος της πλάνης και το άλλο του ταξιδιού καταμεσήμερα μέσα στο σκοτεινότερο όχημα που γλυστράει πάνω σε μαργαρίτες και όργια πουλιών.» 
* * *
Είναι γνωστά τα χρυσά ορφικά ταφικά ελάσματα από το βιβλίο του Όττο Κερν.[1] Στην επιφάνειά τους υπήρχαν γραμμένες με μικρά, ακανόνιστα γράμματα και ανορθογραφίες, οι οδηγίες για το νεκρικό ταξίδι του ορφικού μύστη. Αυτά τα ελάσματα, που βρέθηκαν σε τάφους, χρονολογούνται από τον 4ον προχριστιανικόν αιώνα μέχρι τον 3ον μεταχριστιανικόν. Τα περισσότερα ανήκουν στον 4ον ή στον 3ον π.Χ. αιώνα. Το αρχαιότερον (του 400 π.Χ.) βρέθηκε στο Ιππώνιον της Καλαβρίας στην Μ. Ελλάδα και το μεταγενέστερον (μέσα 3ου μ.Χ. αιώνα) προέρχεται από την Ρώμη. Ορφικά ελάσματα έχουμε από την Θεσσαλία (από τα Φάρσαλα του 4ου π.Χ. αι., δύο από την Πέλιννα και δύο από τις Φερές). Δώδεκα βρέθηκαν στην Κρήτη (στην Ελεύθερνα και το Ρέθυμνον του 3ου π.Χ. αι.). Από την Μακεδονία βρέθηκαν στην Πέλλα και την Αμφίπολη επίσης του 4ου π.Χ. αι. Θα βρεις αριστερά στα ανάκτορα του Άδη κρήνη και δίπλα της να στέκεται λευκή κυπάρισσος· σ’ αυτή την κρήνη μήτε να πλησιάσεις. Θα βρεις και άλλη από την λίμνη της Μνημοσύνης που ρέει κρύο νερό· φύλακες είναι εμπρός της. Να πεις: είμαι παιδί της γης και του αστέρινου ουρανού. όμως το γένος μου είναι ουράνιο· αυτό το ξέρετε κι εσείς. Στεγνός από την δίψα είμαι και χάνομαι· δώστε μου αμέσως το κρύο νερό που ρέει από την λίμνη της Μνημοσύνης. Κι εκείνοι θα σου δώσουνε να πιεις από την θεία κρήνη και τότε εσύ μέσα στους άλλους ήρωες θα βασιλεύεις.[2] Οι στίχοι που διασώθηκαν στις ορφικές πινακίδες κρύβουν θαυμάσια τμήματα της ορφικής θεολογίας: πρόκειται για την υπόδειξη στον μυημένο νεκρό να προχωρεί πάντα στα δεξιά για να αποφύγει την κρήνη με την λευκή κυπάρισσο, για το χαρούμενο άγγελμα «χαίρε εσύ που έπαθες το πάθημα· από άνθρωπος έγινες θεός», για την μυστηριακή φράση τελετουργίας «ερίφιο που έπεσες στο γάλα», για τον υπέροχον χαιρετισμόν «χαίρε, χαίρε εσύ που οδοιπορείς στα δεξιά/ στους ιερούς λειμώνες και τα άλση της Περσεφόνης», για την ολόκαρδη ομολογία του μύστη πως είχε πληρώσει το τίμημα για έργα ανόσια που οφείλονταν στην Μοίρα ή στους άλλους αθανάτους, ή στον ριγμένο από τα άστρα κεραυνόν, καθώς και για την διαβεβαίωσή του πως καθαρός και αγνός πλέον πέταξε έξω από τον ασφυκτικόν κλοιόν και με ταχύτατον βήμα έφθασε στους κόλπους της υποχθόνιας βασίλισσας Περσεφόνης, όπου ευμενής, θα τον κατέτασσε στις τάξεις των εναρέτων.[3] Πώς θα μπορούσαν να αποδοθούν οι ψίθυροι; Με υδατογραφήματα. Στα ορφικά ελάσματα αναφέρεται συνήθως η λέξη παις (ήταν ο, η παις, δηλαδή και για τα δύο γένη). Μεταφράζεται ως υιός. Κι εδώ καταφθάνει η φίλη μου Μαρώ, η Μαρώ Βανδώρου, εικαστική καλλιτέχνις σπανίας οξυδέρκειας και ευαισθησίας, που ζει στην Αμερική και τακτικώς επισκέπτεται την Ελλάδα για να βρεθεί στον Κεραμεικόν, στο ψυχομαντείον του Αχέροντος, στην Ελευσίνα και αλλού. Η ίδια δεν γνωρίζει αν περιφέρεται στο όνειρο, στην έμπνευση ή κάπως στην πραγματικότητα, αυτή η «φευγάτη» ονειροθρεμμένη, ονειροπαρμένη και αλαφροΐσκιωτη. Σε ένα από τα ταξίδια της επισκέπτεται μία έκθεση στο Μ. Ακροπόλεως[4] και βλέπει ένα ορφικόν έλασμα από τάφον της Ελεύθερνας, που η μόνιμη θέση του βρίσκεται στο Αρχαιολογικόν Μουσείον Ηρακλείου και είναι του 2ου-1ου π.Χ. αι. Γνωστά κι από άλλα ελάσματα τα λόγια της επιγραφής. Αναφέρεται στην δίψα (στέγνωσα από δίψα και χάνομαι), ζητά να πιει από την αείρροη κρήνη στα δεξιά της κυπαρίσσου. Κι όταν οι φύλακες ρωτούν για ταυτότητα και προέλευση, η νεκρή απαντά: «Γας ημί θυγάτηρ και Ωρανώ αστερόεντος». Η Μαρώ διαβάζει την λέξη «θυγάτηρ». Στο βιβλίο της γράφει η ίδια για την εντύπωση που της προκάλεσε η λέξη θυγάτηρ και η μακρόχρονη πνευματική Οδύσσεια σε τόπους, ταξίδια, μουσεία, σπουδαστήρια και γνωριμίες με ειδικούς τεχνικούς. Γιατί η Μαρώ φτιάχνει βιβλία πραγματικώς αχειροποίητα. Το νέον της βιβλίον έχει τον τίτλον Ψίθυροι και περιέχει σε υδατογραφήματα έξι ορφικά ελάσματα[5] που αναφέρονται σε μύστιδες. Πώς θα μπορούσαν να αποδοθούν οι ψίθυροι; Με υδατογραφήματα. Η Μαρώ χαρακτηρίζει σπανία και δύσκολη την τεχνική του υδατογραφήματος. Την άποψή της πως πρόκειται για μύστιδες την υποστηρίζει μία σοβαρή βιβλιογραφία.[6] Τα υλικά για το βιβλίον είναι επίσης σπάνια και πανάκριβα. Η χαρισματική εικαστικός Μαρώ Βανδώρου δεν αρκείται στα έξι ελάσματα, αλλά βρήκε και ονόματα μύστιδων όπως: Αρχεβούλη η Αντιδώρου, Φιλωτήρα, Φιλίστη, Ευξένη, Φυλομάγα, Φιλημήνα, Ξεναρίστη, Ηγησίσκα, Παλάθα κι εγώ θα προσθέσω: Μαρώ.
* * *
Το περιεχόμενον των ορφικών ύμνων[1] είναι δισυπόστατον: τα φυσικά, κοσμογονικά στοιχεία διατηρούν ταυτοχρόνως και τον ανθρωπομορφισμόν τους. Ακόμη και οι θεότητες διαθέτουν συμπαντικόν χαρακτήρα, όπως η Ήρα που συμβολίζει τον αέρα, «όταν με σφυριξιές αγέρινες τρεμοσιέται προς το ρεύμα», συμπαντικός ο Παν, γιατί σε αυτόν «έχει στηριχθεί το απέραντο έδαφος της γης και υπακούει το βαθύρροο νερό του ακαταπόνητου πόντου και ο Ωκεανός που περιελίσσει μέσα σε ύδατα την γη», ο Ήφαιστος του οποίου τα μέλη είναι τα άστρα, ο αιθέρας, ο ήλιος, η σελήνη, που φωτίζουν την γη, και ο Ζευς, ο Κεραύνιος, Βρονταίος και Αστραπαίος. Ο ορφικός ύμνος της Νύκτας αναφέρει τις ποικίλες ιδιότητές της: είναι μελανόστιλπνη, αστρόφεγγη, φιλάγρυπνη, μητέρα των ονείρων, ιππεύτρια και λυσιμέριμνη, γήινη και ουρανία. Και για την ορφική θεολογία η Νυξ είναι η μητέρα ή η κόρη του ασημένιου αυγού. Η ορφική νύχτα τότε που υπήρχε μόνον το Χάος γεννά ολομόναχη ένα αυγό. Με την συμπλήρωση του καιρού το αυγό σπάει, εκρήγνυται (σαν την έκρηξη του Μπινγκ Μπανγκ) κι από μέσα του ξεπετιέται ο Έρως, ο Φάνης ή Ηρικεπαίος ή Πρωτόγονος (πρωτογέννητος) στολισμένος με χρυσά φτερά. Σε αυτήν την εκδοχή η Νύχτα υπήρξε η μητέρα του αυγού.[2] Λένε πως στην αρχή υπήρχε μόνον ο Χρόνος, κι από εκεί το Χάος και η Νύχτα που κάλυπτε τα πάντα.[3] Ο Χρόνος έφτιαξε στον θεϊκό Αιθέρα ένα αυγό, ωόν αργύφεον, που έλαμπε σαν άργυρος. Κι όταν το αυγό έσκασε σαν συμπαντική έκρηξη, βγήκε ο Φάνης που ονομαζόταν έτσι, διότι φάνηκε πρώτος στον αιθέρα. Ήταν θήλυς και πατήρ, είχε τέσσερα μάτια που κοιτούσαν παντού και με τα ολόχρυσα φτερά του πήγαινε προς κάθε κατεύθυνση. Λεγόταν επίσης Έρως, Ηρικεπαίος και Πρωτόγονος. Ο Φάνης ήταν το κλειδί του νου και η Νύχτα η εκλεκτή του θυγατέρα. Δημιουργός του κόσμου υπήρξε ο Φάνης και η Νύχτα βοηθός του. Κι αυτός της έδωσε το σκήπτρον της βασιλικής εξουσίας και το χάρισμα της προφητείας. Μέχρι και στα χρόνια του περιηγητή Παυσανία υπήρχε το μαντείον της Νύχτας. Ο ορφικός ύμνος του Ουρανού, κι αυτός κοσμογονικός, τον αναφέρει ως «πάντων αρχή και πάντων τέλος» να περιστρέφεται ως σφαίρα και να οδεύει με περιδινήσεις σβούρας, ουράνιος και γήινος φύλακας. Ο Αιθήρ είναι μέρος των άστρων, της σελήνης, του ηλίου και έναυσμα ζωής για όλα τα ζωντανά. Ο ύμνος των Άστρων τα περιγράφει ως κυκλοπεριστρεφόμενα, διάπυρα, φωταυγή και μοιραία, διότι είναι προάγγελοι κάθε μοίρας. Με παρόμοιας φύσης κοσμογονικά επίθετα υμνούνται επίσης ο Ήλιος, η Σελήνη, η Φύσις κ.ά. Ο Ορφεύς υπήρξε ο πρώτος θεολόγος. Ήταν ποιητής και μουσικός. Ένας θεολόγος με μαγική λύρα. Σε πολλές αγγειογραφίες, ιδίως της Κάτω Ιταλίας, απεικονίζονται σκηνές από την ζωή του. Σκηνογραφία του κάτω κοσμου: το ανάκτορον του Άδου σε σχήμα ναΐσκου, ο Πλούτων ένθρονος και κοντά του όρθια η Περσεφόνη με πολύπτυχον ένδυμα και τιάρα στο κεφάλι. Από δεξιά της πλησιάζει ο Ορφεύς κρούοντας την λύρα του· αλλού στο ίδιο ναόσχημον ανάκτορον ένθρονη η Περσεφόνη και δίπλα της όρθιοι ο Πλούτων και η δαδοφόρος Εκάτη· από δεξιά πάλι ο Ορφεύς με την λύρα του. Βρίσκεται στον Άδη αναζητώντας την αγαπημένη του Ευρυδίκη. Σε άλλη αγγειογραφία, ο Ορφεύς καθήμενος σε βράχο παίζει την λύρα του. Είναι ντυμένος με ελληνική ενδυμασία και φέρει δάφνινο στεφάνι στην κεφαλή. Γυρω του άγριοι Θράκες με βαρβαρικά ενδύματα τον ακούνε συνεπαρμένοι. Ο Φιλόστρατος[4] στις Εικόνες περιγράφει θηρία και πτηνά (ανάμεσά τους κι ο αετός του Διός) να ακούνε μαγεμένα το τραγούδι του. Πασίγνωστη η ιστορία του Ορφέως και της Ευρυδίκης. Ο έρωτάς τους, ο θάνατος της νύμφης από δάγκωμα ερπετού και ο θρήνος: κλαίνε οι Δρυάδες φίλες της, το Παγγαίον όρος, οι ράχες της Ροδόπης, η Γη και ο Έβρος ποταμός. Ο Ορφεύς θρηνεί ολομόναχος στην ακρογιαλιά παίζοντας την λύρα του. Κι ύστερα κατέβηκε από το Ταίναρον, για να φθάσει στα δώματα του Άδου, ζωντανός αυτός να εκλιπαρήσει το υποχθόνιον ζεύγος. Εκεί κρούει την λύρα και τραγουδά, ακούνε οι ψυχές και κλαίνε, όλα μένουν άφωνα κι ακίνητα σαν μαγεμένα. Ο Τάνταλος δεν κυνηγά το ρέον ύδωρ, σταμάτησε ο τροχός του Ιξίονος, οι γύπες δεν τρώνε το συκώτι του Τιτυού, οι Δαναΐδες άφησαν το τρύπιο τους πιθάρι κι ο Σίσυφος δεν σηκώνει τον βράχο, αλλά κάθεται πάνω του να ξαποστάσει. Η μαγική μουσική του Ορφέως επιδρά στην αιώνια και ακατάπαυστη τιμωρία, ενώ οι μεγάλοι τιμωρημένοι αναπαύονται για λίγο. Ο Ορφεύς παίρνει την αγαπημένη του, αλλά στον δρόμο για το φως του πάνω κόσμου ξεχνά από λαχτάρα και έρωτα την υπόσχεσή του στον Πλούτωνα, στρέφει το κεφάλι να την δει και η κίνησή του καταδικάζει την Ευρυδίκη στον θάνατο για δεύτερη και οριστική φορά. Όμως και το τέλος του ήταν φρικτόν, όπως και του θεού Διονύσου. Ο διαμελισμός! Ο μουσικός διαμελίζεται από την μανία των Μαινάδων. Το σώμα παραμένει ακέφαλον, ενώ το κεφάλι του μαζί με την λύρα έπλεαν από τον ποταμό Έβρο στον Μέλανα κόλπο. Αναφέρεται πως η κεφαλή έψαλλε έναν θρήνο για τον θάνατό του και η λύρα συνόδευε το τραγούδι με τους ήχους που σχημάτιζαν οι πνοές του ανέμου πάνω στις χορδές.
* * *

ΥΓ

Στά τέσσερα χρόνια στίς Φυλακές Κορυδαλλοῦ, ὅπου ἔκανα ἐθελοντικά μαθήματα στό σχολεῖο τῆς δεύτερης εὐκαιρίας, γνώρισα περίπου 350 κρατούμενους. Μέσα στήν τάξη ὑπῆρχαν Ἕλληνες καί ἀλλοδαποί, ληστές οἰκιῶν καί τραπεζῶν, δολοφόνοι, ναρκομανεῖς καί ἐμποράκια ναρκωτικῶν. Στήν μνήμη μου ὅλες αὐτές οἱ μορφές συγχωνεύονται σέ ἕναν τύπο, ὅπως τοῦ νεογέννητου ἤ τοῦ καλογήρου, συνθέτοντας τό πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου πού θέλει νά ξεφύγει ἀπό τό Κακό. Ἀπό τά μαθήματά μου ἐκεῖ, τήν πιό δύσκολη ἐρώτηση μοῦ τήν ἔκανε ἕνας Ἕλληνας κρατούμενος στό μάθημα τῆς φιλοσοφίας, ὅταν τούς εἶπα πώς οἱ προσωκρατικοί φιλόσοφοι ἀντικατέστησαν τόν θεό μέ μία ἄλλη ἀρχή, ὅπως ὕδωρ, ἀέρα, ἄπειρο κ.α. «Ἐσεῖς πιστεύετε στόν Θεό;» μέ ρώτησε. Γιά ἀρκετά δευτερόλεπτα ἔμεινα ἄλαλη καί μέ σκυμμένο τό κεφάλι. Ὅταν τό σήκωσα, εἶδα πενήντα ζευγάρια μάτια νά μέ κοιτοῦν μέ ἀναμονή καί ἀπορία. Τότε βγῆκε ἡ φωνή μου, ἐντελῶς ἀνεξάρτητη ἀπό μένα. Τήν ἄκουσα : «Ναἰ πιστεύω στόν Θεό.» Το άγιο περιστέρι και ο κορυδαλός της οδύνης, Εκδόσεις: Αρμός
* * *

Ὁ Εὐμένης στό κάτω πάτωμα τοῦ σπιτιοῦ ἦταν συλλογισμένος καί ἀναποφάσιστος γιά τήν τροπή τοῦ μυθιστορήματός του. Ἡ θεολογική του κρίση τόν εἶχε τόσο προβληματίσει, ὥστε στεκόταν ἐμπόδιο στήν ἀληθινή ἐξέλιξη πού ἐπιθυμοῦσε γιά τό τέλος.

Πέρασαν πολλές ἡμέρες προτοῦ ἀποφασίσει νά γράψει, ἐνῶ ὁ καιρός γινόταν ὅλο καί πιό ἄγριος. Λιγοστός ὁ κόσμος στό χωριό, μόνον οἱ μόνιμοι κάτοικοι ὑπῆρχαν κι αὐτοί ἄρχισαν νά μαζεύονται στά σπίτια τους.

Ἕνα ἀκόμη ἀπό τά παράξενα πού συνέβησαν στόν Εὐμένη μετά τήν θεολογική του κρίση, καί πού ἀμέσως ἤθελε νά διαπιστώσει ἦταν τό ἐρειπωμένο οἴκημα ἀπέναντι ἀπό τό παράθυρο. Δέν εἶδε ἀπολύτως τίποτε, ὁ χῶρος ἦταν ὅπως τόν ἤξερε χρόνια.

Ἀγνόησε ὅμως τό συμβάν, γιατί αὐτό πού ἐρέθιζε τόν νοῦ του ἦταν ὁ διαχωρισμός τέχνης καί θρησκείας.

“Στήν προσωπική μου ζωή”, συμπέρανε στό τέλος, “μπορεῖ νά πιστεύω ὅ,τι θέλω. Ἡ τέχνη ὅμως εἶναι ἐλεύθερη. Ἡ τέχνη δέν ἀποκλείει τόν Θεό· τό δόγμα ἀποκλείει τήν τέχνη.”

Ἔτσι βασισμένος στήν ἐλευθερία τῆς τέχνης, δέν εἶχε ἀνάγκη νά διαχωρίσει τούς νεκρούς ἥρωες τῆς μελέτης του ἀπό τούς ζωντανούς τῆς Ταραντούλας. Καί νά ἦταν ἄραγε κι αὐτοί ζωντανοί; Πέρασε πολύς χρόνος ἀπό τήν τελευταία του συνάντηση μέ τήν Στρατονίκη. Δέν εἶχε νεώτερα.

Ὅλα θά ἔμεναν μετέωρα καί ἀδρανῆ, ἄν δέν εἶχε μιά ἔλλαμψη. Νά μαζέψει ὅλα τά πρόσωπα, πού ἀνέφερε, καί νά τά βάλει νά χορέψουν. Γιά χρόνο διάλεξε ὅσες νύχτες χρειάζονταν, γιά τόπο τό ἁλώνι τοῦ χωριοῦ, ἀχρησιμοποίητο πιά ἀλλά φορτωμένο μέ τήν μαγεία καί τούς θρύλους χρόνων.

Πίστευε στήν μεταφυσική καί τήν ὑποβολή αὐτοῦ τοῦ χώρου, ὄχι μόνο ἀπό τά παραμύθια τῆς γιαγιᾶς του ἀλλά κι ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ ἴδιου τοῦ παπποῦ του, ὁ ὁποῖος ἦταν φιλαλήθης. Νέος ἀκόμη ὁ παπποῦς του εἶχε ξεμείνει σέ αὐτό τό ἁλώνι γιά δουλειά καί τόν βρῆκε ἐκεῖ ἡ νύχτα. Εἶδε μέ τά μάτια του τίς πανέμορφες νεράϊδες νά χορεύουν, ἀλλά δέν τόν πλησίασαν νά τόν γητεύσουν, γιατί ἦταν ὁπλισμένος μέ σκόρδα καί μπαρούτι.

Ὁ Εὐμένης στό κάτω πάτωμα τοῦ σπιτιοῦ του, σκυμμένος στό χειρόγραφό του συγκέντρωσε ὅλα τά πρόσωπα, ἀλλά προτοῦ ἀρχίσει ὁ χορός τους, κάτι παράδοξο ἀκούστηκε, μιά ρήση ἀποσπασμένη ἀπό ἀρχαιότατο ὕμνο: “Ὅποιος δέν χορεύει ἀγνοεῖ αὐτό πού γίνεται. Ἀληθῶς. Ὁ χορευτής ἑνώνεται μέ τό σύμπαν. Ἀληθῶς.”

“Αὐτός πού χορεύει καταλαβαίνει τί κάνω/ γιατί εἶναι δικό σου αὐτό τό πάθος τοῦ ἀνθρώπου/ πού θά ὑποφέρω στό μέλλον.”

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Εικόνα: Henry Herbert La Thangue

* * *
Φύγε, ἀδελφιδέ μου, καί ὁμοιώθητι τῇ δορκάδι ἤ τῷ νεβρῷ τῶν ἐλάφων ἐπί ὄρη τῶν ἀρωμάτων. (ἀπό τό  Ἄσμα Ἀσμάτων)
Γιά τούς περισσότερους ἀνθρώπους, νά μήν πῶ γιά ὅλους, φτάνει μιά μέρα πού φαίνεται πώς ὅλα ἔχουν χαθεῖ. Λέω «φαίνεται» ξέροντας πώς ἡ λέξη εἶναι μιά μεταγενέστερη προσθήκη, γιατί ὅταν ὅλα «φαίνεται» πώς ἔχουν χαθεῖ , στήν πραγματικότητα ἔχουν χαθεῖ. Κι ἔκπληκτος ἀνακαλύπτει κανείς πώς δέν ἔχουν πιά σημασία οἱ αἰτίες καί οἱ φανερές ἤ μυστικές τους διεργασίες, πού μᾶς ὁδηγοῦν στήν ἀπώλεια, ὅσο τό τρομακτικό ἀποτέλεσμα. Ὅλα ἔχουν χαθεῖ. Τελειώνεις, πεθαίνεις ἀλλά διατηρεῖς ἕνα προνόμιο τῶν ζωντανῶν, γιατί ἀκόμη δέν ἔχει διαπιστωθεῖ ὅτι οἱ νεκροί διαθέτουν μνήμη. Καί στήν περίπτωσή μου, μιά κι ἀνήκω στήν συνομοταξία τῶν περισσοτέρων, ἔφτασε κάποτε ἡ ἐποχή πού ὅλα χάθηκαν. Σημεῖο ἀναφορᾶς σέ τίποτα καί σέ κανέναν. Ὁ Θεός εἶχε ἀπό χρόνια χαθεῖ γιά μένα, ἔσβησε μέ τό τέλος τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου, κι εἶχα μιά ἀρκετά μεγάλη θητεία στήν ἀθεΐα μέχρι τήν ἐποχή τῆς μεγάλης ἀπώλειας. Ἤμουν εἴκοσι ὀκτώ χρονῶ πιά. Λέω «πιά» γιατί ἡ κούρασή μου ἦταν ἀφάνταστη σά νά ἤμουν χιλιάδων ἑτῶν, Έκδοση: της Εστίας Εικόνα: στο Σιλς Μαρία του Νίτσε
* * *

Μόλις ἐγκαταστάθηκα στὸ ὡραῖο δωμάτιο τοῦ ξενοδοχείου, κάθησα κατάκοπη στὴν πολυθρόνα καὶ κοιτοῦσα τὴ θάλασσα. Προχωρημένο φθινόπωρο, σὲ λίγο θὰ ἔμπαινε δριμὺς ὁ χειμώνας, κι ἐγὼ ἀναρωτιόμουν γιατί ἦρθα σ’ αὐτὸ τὸ νησί, τί γύρευα καὶ γιατί τὸ ἐπέλεξα.

Ἡ ἐπιθυμία μου νὰ κάνω μικρὲς ἐκδρομὲς ἀπὸ κεῖ γρήγορα ἀναχαιτίσθηκε, γιατὶ ἡ θαλασσοταραχὴ δὲν ἐπέτρεπε στὰ μικρὰ πλοιάρια νὰ κινηθοῦν. Ἄρχισα νὰ νιώθω ἐγκλωβισμένη, ἡ ὑγρασία τρύπωνε παντοῦ καὶ τὰ ἀρθριτικά μου θὰ μὲ πονοῦσαν σίγουρα. Μιὰ ψιλή, μονότονη βροχή, ὅπως λένε καὶ τὰ μυθιστορήματα, ἄρχισε νὰ πέφτει καὶ νὰ ἐξαφανίζεται στὸ θαλάσσιο κύμα.

Ἀπογοητευμένη τακτοποιοῦσα τὶς ἀποσκευές μου μὲ τόση ἐπιμέλεια, λὲς καὶ θὰ ἔμενα καιρὸ σ’ αὐτὸ τὸ δωμάτιο. Κι ὅσο ἀπασχολιόμουν μ’ αὐτὲς τὶς «νοικοκυροσύνες», τόσο ἐμπόδιζα τὸν ἑαυτό μου νὰ ξεστομίσει τὴν φράση, ποὺ τόσες φορὲς ἐπαληθεύθηκε: τὰ νησιὰ εἶναι ἀκατάλληλα τὸν χειμώνα, ἀλλὰ τὰ βλέπεις μόνος σου καὶ καλύτερα, χωρὶς τὶς ὀρδὲς τῶν παραθεριστῶν.

Ξανακάθησα στὴν πολυθρόνα καὶ σκεφτόμουν νὰ βρῶ κάποιο νόημα γιὰ τὴν παραμονή μου. Φυσικὰ ἦρθα γιὰ νὰ δῶ καὶ μερικὰ ἀξιοθέατα, τὸ νησὶ εἶχε πολλά, ἀλλὰ ὃλα τὰ ἑλληνικὰ νησιὰ διαθέτουν, σκὲφτηκα λυπημένη. Δὲν ἧταν λόγος νὰ ξεκινήσω στὶς ἀρχὲς τοῦ χειμώνα καὶ νἄρθω ἐδῶ, χωρὶς νὰ ὑπάρχει κάποια ἰδιαίτερη αἰτία. Χρειαζόμουν βέβαια μιὰ ἀλλαγή, μόλις εἶχα βγεῖ ἀπὸ μία ἀνείπωτη προσωπικὴ θλίψη, ἀλλὰ θὰ μποροῦσα νὰ ἐπιλέξω ἕναν τόπο μὲ πιὸ ἥπιο κλίμα.

Ἡ βροχὴ δυνάμωσε τώρα καὶ ὁ κλιματισμὸς τοῦ ξενοδοχείου δὲν λειτουργοῦσε, δὲν εἶχε φτάσει ὁ καθορισμένος χρόνος μοῦ ἐξήγησαν, καὶ οἱ πελάτες ἦταν λίγοι, κυρίως ἐμπορευόμενοι. Δὲν ἔβρισκα κανένα πρακτικὸ λόγο τοῦ ἐρχομοῦ μου.

Εἶναι ὅμως πέρα γιὰ πέρα ἀληθινὸ πὼς ὅποιος θέλει νὰ βρεῖ ἕναν λόγο, τὸν βρίσκει. Ἔτσι λοιπὸν ἡ παράξενη καὶ ἀπρόβλεπτη μνήμη μου ἔφερε στὴν ἐπιφάνεια μιὰ παλιὰ ἐπιθυμία, λησμονημένη ἐδῶ καὶ δέκα χρόνια. Αἰφνιδίως θυμήθηκα πὼς στὴν βιβλιοθήκη τοῦ συγκεκριμένου νησιοῦ ὑπῆρχε μία μετάφραση ἑνὸς ἀρχαίου κειμένου, ποὺ κάποτε γύρευα μὲ ἐπιμονή. Ἐνθουσιάστηκα, τὸ ταξίδι μου φάνηκε δικαιωμένο. Σκέφτηκα μάλιστα πὼς ἂν ἡ βιβλιοθήκη διέθετε φωτοτυπικὸ μηχάνημα, θὰ μποροῦσα νὰ ἔχω κι ἐγὼ τὴν μετάφραση. Καὶ μὲ τὴν βοήθειά της θὰ διάβαζα ἐπιτέλους ὁλόκληρα τὰ «Ἀργοναυτικὰ» τοῦ Ἀπολλωνίου τοῦ Ροδίου, γιατὶ ὁμολογῶ πὼς ὑπῆρχαν τμήματα ποὺ μὲ δυσκόλευαν στὸ πρωτότυπο. Δὲν γνώριζα ἂν ἡ βιβλιοθήκη λειτουργοῦσε ἀπόγευμα, κάπου φοβήθηκα τὴν ψιλὴ βροχή, κάπου ἤθελα καὶ τὴν προσδοκία, κι ἔτσι ἀποφάσισα νὰ ξεκινήσω τὴν ἔρευνά μου τὸ αὐριανὸ πρωί.

Ἡ βροχὴ εἶχε σταματήσει, ἀλλὰ ἡ ὑγρασία βάραινε τὴν ἀτμόσφαιρα. Δὲν εἶχα κοιμηθεῖ καλά, κρύωνα παρ’ ὅλα τὰ μάλλινα ποὺ φόρεσα πάνω ἀπὸ τὶς πιτζάμες, γιατὶ πάντα σιχαινόμουν τὰ κλινοσκεπάσματα τοῦ ξενοδοχείου.

Κατέβηκα γιὰ πρωινὸ κακόκεφη καὶ δυσαρεστημένη, καὶ βρῆκα ἀρκετοὺς πελάτες νὰ τρῶνε. Κι ὁμολογῶ πὼς μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες δοκιμασίες τῆς ζωῆς μου εἶναι νὰ βρίσκομαι μόνη σὲ ἑστιατόρια. Μὲ πιάνει ἀνησυχία καὶ ἐμφανίζονται ὅλες οἱ ἐφηβικές μου ἀνασφάλειες. Νομίζω ὅτι ὅλοι μὲ παρατηροῦν καὶ μὲ σχολιάζουν, καὶ πάντα κινδυνεύω νὰ σπάσω τὸ πιάτο, νὰ ρίξω τὸν καφὲ ἔξω ἀπὸ τὸ φλιτζάνι καὶ ἄλλα συναφῆ.

 Κάθησα μὲ κακία καὶ ἤπια μόνο καφέ, μολονότι πεινοῦσα πολύ. Δίπλα μου ἕνα ζευγάρι ἔτρωγε μὲ ὄρεξη βούτυρο καὶ μαρμελάδα κι ἕπιναν μάλιστα καὶ μανταρινάδα. Λαχταροῦσα κι ἐγὼ ἕναν χυμὸ μανταρινιοῦ, ἀλλὰ δυσκολευόμουν νὰ φτάσω μέχρι τὸν μπουφέ. Δὲν τὸ κρύβω πὼς γι’ αὐτὲς τὶς πρακτικὲς ἀνάγκες θὰ ἤθελα πολὺ ἕναν ὑπηρέτη. Περιορίστηκα ἑπομένως μόνο σ’ αὐτὰ ποὺ ἔφερε ὁ σερβιτόρος: τσάι καὶ καφέ.

Τὰ νεῦρα μου ἦταν τεντωμένα κι ἀντιπάθησα τὸν σερβιτόρο θεωρώντας τον μέτοχο τῆς ὅλης συνωμοσίας. Ξαφνικὰ ἀπὸ τὸ διπλανὸ ζευγάρι μίσησα τὸν ἄνδρα. Ἦταν ἕνας κοντακιανὸς κοκκινομάλλης ποὺ μιλοῦσε ἀκατάπαυστα ἀνακατεύοντας Ἑλληνικὰ καὶ Ἐγγλέζικα, ἔτρωγε συνεχῶς, μασούλαγε γεμάτος αὐτοπεποίθηση κι ἀντιμετώπιζε τὸν σερβιτόρο σὰν ἀληθινὸ ὑπηρέτη. «Ἄκου, σιάξε μου δυὸ αὐγὰ μελάτα», τὸν πρόσταξε σὲ μιὰ στιγμή, κι ἐγὼ ἐνοχλήθηκα, ὄχι γιατὶ θὰ ἔτρωγε ἐπιπλέον δυὸ αὐγά, ἀλλὰ γιὰ τὴν ρηματικὴ προστακτική: σιάξε μου. Ἄκου σιάξε! Τί σαχλὸ ρῆμα ἦταν αὐτό! Καὶ δὲν σήμαινε αὐτὸ ποὺ ἤθελε νά πεῖ ὁ κακόγουστος! Τὸ ρῆμα σιὰχνω εἶναι ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἰσάζω καὶ σημαίνει κάνω κάτι ἴσο. Τί παραγγελία ἦταν αὐτή! νὰ τοῦ ἰσιώσει δυὸ αὐγά; Παρασκευάζω θὰ ἦταν τὸ σωστό, ἑτοιμάζω δηλαδή, ἀλλὰ θὰ ἀκουγὸταν κάπως ἀστεῖο. Θὰ μποροῦσε ὅμως νὰ περιοριστεῖ ὁ ἀγνώστου ἐθνικότητος κοκκινογένης στὸ ρῆμα φτιάχνω. Λαχταροῦσα νὰ τοῦ δώσω δυὸ χαστούκια στὰ φρέσκα καὶ κατακόκκινα μάγουλά του. Συγχρόνως ὅμως ἀνησυχοῦσα γιὰ τὴν μικροψυχία μου. Τί μοῦ ἔφταιγε τὸ ἀνθρωπάκι ποὺ ἔτρωγε; Κρίμα μάλιστα που εἶχα καὶ ἀνώτερα κίνητρα! Ἐγὼ δὲν ἦρθα ἐδῶ γιὰ νὰ φάω ἀλλὰ γιὰ νά βρῶ ἐπιτέλους –πῶς μπόρεσα νὰ ζήσω δέκα χρόνια χωρὶς αὐταό;– τὴν μετάφραση τῶν Ἀργοναυτικῶν!

Κρέμασα τὴν σάκα μου στὸν ὦμο, καὶ ἀρκετὰ πεινασμένη ἔφυγα γιὰ τὴν βιβλιοθήκη.

Στὸν δρόμο αἰσθανόμουν μία ἀνεξήγητη περηφάνεια, καὶ ἐκτοξευόμουν σὲ ἀνώτερες σφαῖρες. Καὶ βάζω στοίχημα πὼς ὅποιον κάτοικο τοῦ νησιοῦ κι ἂν ρώταγες νὰ μαντέψει, γιατί ἦρθε αὐτὴ ἡ γυναίκα ποὺ ἔτρεχε στοὺς δρόμους ψάχνοντας, κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ πὼς ἦρθε γιὰ τὴν μετάφραση τῶν Ἀργοναυτικῶν τοῦ Ἀπολλωνίου τοῦ Ροδίου, μιὰ μετάφραση ποὺ εἶχε ἐκδοθεῖ σ’ αὐτὸ τὸ νησὶ τὸ ἔτος 1935, ἐποχὴ ποὺ ἡ συγκεκριμένη γυναίκα δὲν εἶχε δεῖ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου.

Φαίνεται πὼς θὰ κούρασα ἀρκετὰ τὴν φιλότιμη ὑπάλληλο τῆς βιβλιοθήκης νὰ βρεῖ τὸ βιβλίο. Ξαφνιάστηκε στὴν ἀρχή, ἔψαχνε, ρωτοῦσε, συμβουλευόταν τοὺς καταλόγους, καὶ μετὰ ἀπὸ ὥρα φάνηκε φῶς. Σκοτωνόταν νὰ μὲ ἐξυπηρετήσει, τὸ σπάνιο βιβλίο ποὺ ζήτησα μὲ ἀνέβαζε στὰ μάτια της. Περιχαρὴς μὲ πληροφόρησε πὼς τὸ βρῆκε καὶ δικαιολόγησε τὴν καθυστέρηση μὲ τὴν φράση πὼς κανεὶς δὲν ζητᾶ πλέον τέτοια βιβλία.

Πῆρα τὸ βιβλίο-λάφυρο ποὺ ἔδινε ἕνα νόημα στὸ ταξίδι μου, καὶ κάθησα νά διαβάσω. Ἦταν φανερό, τὸ βιβλίο δὲν εἶχε γιὰ χρόνια χρησιμοποιηθεῖ.

 Οἱ σελίδες κατακίτρινες, σκονισμένες, κόλλαγαν μεταξύ τους. Μὲ προσοχὴ ἄρχισα νὰ τὸ φυλλομετρῶ. Μετὰ τὴν μέση περίπου, δυὸ λεπτές, χειρόγραφες κόλλες τράβηξαν τὴν προσοχή μου. Τὶς ἔβγαλα ἀπὸ τὸ βιβλίο, κάποιος θὰ τὶς ξέχασε ἐκεῖ πρὶν ἀπὸ χρόνια σκέφτηκα, κι ἄρχισα νὰ διαβάζω… 

Εκδόσεις Αρμός

Εικόνα: Boston Museum

* * *
Λόγος τῆς ἀφηγήτριας

Ἐπιστρέφω ἀπό ἕνα ταξίδι πού διήρκησε χρόνια. Δέν ἔχει σημασία ποῦ ἤμουν.

Τό ταξίδι μου, ὅπως ἄλλωστε ὅλα τά ταξίδια, εἶχε ὀμορφιά, συγκίνηση καί μόχθο.

Τά πρῶτα χρόνια, ἀπορροφημένη ἀπό τό ταξίδι, δέν σκεπτόμουν τόν τόπο καί τόν χρόνο τῆς ἐπιστροφῆς. Δέν εἶχα νοσταλγία.

Τούς τελευταίους ὅμως μῆνες, χωρίς νά τό ἐπιδιώκω, μορφές μέ καλοῦσαν νά ἐπιστρέψω στόν προηγούμενο ἑαυτό μου, τόν συγγραφικό. Ποιές καί πόσες ἦταν αὐτές οἱ μορφές δέν ἤξερα, ἡ ἀπόσταση τίς ἔκανε δυσδιάκριτες.

Τόν τελευταῖο καιρό οἱ μορφές μέ ἐπισκέπτονταν καθημερινά, ἐπίμονα, ἀκόμη καί σέ ὧρες ἀκατάλληλες. Ζητοῦσαν τήν συνδρομή μου γιά νά ὑλοποιηθοῦν, ὅπως οἱ μορφές τῆς ὁμηρικῆς Νέκυιας γύρευαν αἷμα. Ἔρχονταν ἄτακτα, ἐμφανίζονταν ἀχνές στόν θολό ὁρίζοντα, ἐναλλάσσονταν.

Ἐπέστρεψα ἀπό τό πολύχρονο ταξἰδι μέ οὐδέτερη διάθεση. Ἦταν νωρίς ἄλλωστε νά ἀξιολογήσω τίς ὠφέλειες καί τίς ἀπώλειες τοῦ ταξιδιοῦ. Πρός τό παρόν ἤμουν κουρασμένη καί ἀδιάφορη, μέ μιά ἐπίμονη διάθεση κλινοφιλίας. Δέν αἰσθανόμουν ὅμως ἄδεια, γιατί δέν μέ ἄφηναν οἱ μορφές πού ἀργὀτερα ἔγιναν εὐδιάκριτες. Ἐπρόκειτο γιά τέσσερα πρωταγωνιστικά πρόσωπα, μία γιαγιά καί τρεῖς ἐγγονές, καί γύρω τους ἄλλα, δευτερεύοντα, δορυφορικά.

Παιδευόμουν, ἔμεινα καιρό ἀναποφάσιστη, παραδόθηκα στόν καιρό, αὐτός θά ἀποφασίσει, ἔλεγα, ποιό θά εἶναι τό ἀρχικό πρόσωπο. Ἐγώ, ἕνας ἄνθρωπος τῆς Δύσης ὁ ὁποῖος ζητοῦσε νά προκαταλάβει τά γεγονότα καί νά φτιάχνει πλῆθος-ὄνειρα (πού σχεδόν κανένα δέν ἐπραγματοποιεῖτο), διδάχτηκα ἀπό τά ταξίδια μου στήν Αἴγυπτο τήν σοφία τῆς Ἀνατολῆς. Πραγματικά, στήν ἀτμόσφαιρα τῆς Αἰγύπτου πλανιέται μιά μοίρα πού, ἀφοῦ δέν μπορεῖς νά  ἀποφύγεις, σοῦ γίνεται φιλική, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν σκληρότητα ἤ τήν εὐμένειά της.

Ἀφέθηκα λοιπόν μοιρολατρικά στή σοφία τοῦ χρόνου, ὥσπου κάποια ἡμέρα διακρίνω… τί διακρίνω; ἔρχεται πρώτη ἡ Κυρία, ἡ γιαγιά, στολισμένη καί μυθική. Μετά ἔρχονται αὐτές… οἱ ἐγγονές. Ποιά πρώτη; εἶμαι ἀνήσυχη, ὅλα κινδυνεύουν νά καταποντισθοῦν. Ἔφτασαν κι οἱ τρεῖς μαζί σά νά ἦταν χειροπιασμένες.

Πῶς θ᾿ἀρχίσω; μέ τήν γιαγιά. Πλησίασε πρώτη. Μέ τήν γιαγιά ὅταν ἦταν κορίτσι.

Ὕστερα τρύπωσε ἡ λογική, ἡ μάνα τῆς ἀμφιβολίας. Ν᾿ἀρχίσω μέ τήν γιαγιά πού ἄφησε κληρονομιά τό σπίτι στίς τρεῖς ἐγγονές ἤ μέ τίς κληρονόμους; ἐξοστράκισα ταχύτατα τήν ἐρώτηση καί θά παρακολουθήσω τήν ἐξέλιξη σάν μέσα σέ ὄνειρο, ἐκεῖ, ὅπου εἴμαστε συγχρόνως δράστες καί θεατές.

Ἀρχίζω μέ τήν ἱστορία τῆς γιαγιᾶς Φωτεινῆς, ὅταν ἦταν κορίτσι…

Ποταμίσιοι έρωτες,

Eκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Εικόνα: Marc Chagal
* * *

Στήν ἐφηβεία μου εἶχα ἕναν διακαή πόθο: νά βρεθῶ στήν πόλη τοῦ ὀνείρου τρελά ἐρωτευμένη.

Διέθετα τήν πόλη καί τό αἴσθημα· ἔλειπε μόνον τό πρόσωπο. Ἔτσι ἀποφάσισα νά σέ ψάξω σέ διάφορες ἐποχές.

Ἤθελα νά ξυπνῶ ἀργά, νά κατεβαίνω στήν παραλία τῶν μεσογειακῶν δυνατῶν κυμάτων, πανέμορφη, ἀλλόκοτη καί ἐρωτική, καί νά βρίσκω ὅλη τήν συντροφιά τῶν φίλων νά μέ περιμένει ἀνυπόμονα.

Ποιό ἦταν τό ὄνομά μου; θά μποροῦσα νά διαλέξω ἀπό δεκάδες ὀνόματα, ἀλλά δέν θέλω.

Θά μείνουμε καί οἱ δυό μας ἀνώνυμοι, σάν νεκροί  ἀπό χιλιάδες χρόνια.

Ἤσουν κι ἐσύ ἐκεῖ, στήν παραλία. Ἄρχιζε ὁ ἔρωτάς μας κρυφός καί δυνατός, τρεφόμενος ἀπό τά παιδικά μου καμώματα πού ξετρέλαιναν τήην φαντασία σου.

Στήν πόλη τοῦ ὀνείρου μου ἔβρεχε συχνά, ἄλλοτε μέ δυνατές μπόρες πού ζητοῦσαν νά τήν ξεπλύνουν ἀπό τά πολλά της ἀνομήματα, -ἀφοῦ εἶχε τόσους βασιλεῖς, τόσες ἀνθρωποκτονίες καί αἱμομιξίες,-κι ἄλλοτε σιγοψιχάλιζε κατανυκτικά σάν νυχτερινή προσευχή, γιατί ἡ ἔρημός της πλημμύριζε ἀπό ἀσκητική ψυχοβολή.

Ἀρκετές φορές στεκόμασταν κάτω ἀπό τόν φοίνικα τῆς συνοικίας μας καί κοιταζόμασταν… ἐρωτευτήκαμε γιατί ξέραμε κι οἱ δυό καλά, μολονότι δέν τό ὁμολογήσαμε ποτέ, πώς ξαναϋπήρξαμε ἐδῶ, σ᾿αὐτήν ἀκριβῶς τήν πόλη, κι ὄχι κατά τόν ἐμπεδόκλειο τρόπο σάν νέος καί νέα, θάμνος καί ἰχθύς, ἀλλά ἴδιοι, ἄνδρας καί γυναίκα, πάντα ἐρωτικοί καί πάντα χαμένοι μές στίς ἐποχές.  

Κάποτε στά δεκαεπτά μου χρόνια, χωμένη στήν ἀγκαλιά σου μετά ἀπό ἕνα ἐρωτικό μας σμίξιμο, σέ ρώτησα: “Τί θά κάνουμε, ἄν ἡ φαντασία γίνει εὐχή καί πραγματοποιηθεῖ;  ποιός θά τήν ἀντέξει; πῶς ἀντέχεται ἠ ὑλικότης τῶν φαντασιώσεων; πῶς τά ἔνυλα φαντάσματα; ”

Μέ κοίταξες ἀπορημένα σάν νά μήν σέ εἶχε ἀπασχολήσει τό θέμα. “Δέν ξέρω,” ἀπάντησες ἀμήχανα. “Μήν φεύγεις ὅμως ἀπό τήν στιγμή, ἄσε τίς ὑποθέσεις. Μεῖνε ἐδῶ, τώρα. Δέν ἔχεις ποτέ παρόν…” συμπλήρωσες μέ ὑπονούμενο, ἀφήνοντας τήν πρόταση ἀνοιχτή γιά πάντα.

Ἄργησα νά καταλάβω πώς δέν ἤσουν διατεθειμένος ἤ καλύτερα δέν μποροῦσες νά ἀντέξεις τήν ὑλοποίηση τῶν φαντασιώσεων.

Οὔτε ἤσουν καί καλός στούς ὑποθετικούς λόγους. Κι ἀκόμη δέν γνώριζες οὔτε μυθολογία, γιά νά μάθεις πῶς οἱ γυναῖκες ταυτίζονται καί γίνονται πόλεις.

Παρέμεινα ὅμως κοντά σου ἐλπίζοντας νά κατανοήσεις τήν πόλη καί ἐμένα. 

Έκδοση: Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Eικόνα: Salvador Dali
* * *

Ἀλεξάνδρεια τοῦ 1991 μ.Χ.

(τίτλος κατά τό καβαφικόν πρότυπον)

ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ Η ΑΛΛΟΤΕ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΗ ΠΟΛΗ; Ἐνῶ στό Κάιρο τό βαρύ, τό ἁπλόχωρο κι ἀνατολιτικο οἱ ἀραβικές ἐπιγραφές δέν ἐνοχλοῦν, ἐδῶ στήν πόλη τοῦ Ἀλέξανδρου, ἐρεθίζουν τήν ὅραση.Τά διακοσμητικά ἀραβικά γράμματα, τά ἄγνωστά μου, μέ κάνουν νά στριφογυρίζω ἀνήσυχη καί νά ὀσμίζομαι τόν ἀέρα, ὅπως μοναχικό σκυλί τῶν ἐπιτύμβιων στηλῶν. Κάτι τό ἑλληνικό πλανιέται στήν ἀτμόσφαιρα, κάτι ἀνακατεμένο μέ τόν ἀέρα, ἀόρατο κι ἀσύλληπτο, ὅπως ἡ βροχή πού ἄκουγα στήν ἔρημο τῆς Νιτρίας. Φαίνεται πώς δέν ὀφειλόταν σέ παράκρουσή μου ἐκείνη ἡ βροχή, ἴσως νά τήν κράταγε κρυφή ἡ ἔρημος, νά μήν τήν φανέρωνε, ξέσπασε ὅμως ὁρμητική καθώς πηγαίναμε γιά τήν Ἀλεξάνδρεια, τήν πόλη πού τόσο λάτρεψα στή ζωή μου, τόσο φαντάστηκα, ὥστε ὲπινόησα κάποια προβίωσή μου ἐκεῖ, ἴσως τόν δεύτερο μεταχριστιανικό αἰῶνα.

Τί ἀπέγινε ὅμως αὐτή ἡ πόλη μέ τίς πέντε περιοχὲς πού ἀντιστοιχοῦσαν στά πρῶτα πέντε γράμματα τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου; Μεγάλος ἀριθμός Ἑλλήνων ζοῦσε ἐκεῖ ἀλλά καί Ἑβραῖοι, Σύριοι, Λίβιοι, Πέρσες, Αἰθίοπες μαζί μέ τούς γηγενεῖς Αἰγύπτιους πού κατοικοῦσαν στήν συνοικία Ρακῶτι.

Τά τριαντάφυλλα τοῦ Νείλου, λουλούδια πού ἀναδίδουν ἄσχημη μυρωδιά κι ἐμποδίζουν τά νερά νά κυλήσουν. Γιατί τριαντάφυλλα; ρωτῶ. Κατ’ εὐφημισμόν ἴσως. Μυρίζει ἔντονα ἡ περιοχή, λίγο πρίν μποῦμε στήν πόλη. Γιά πολύ λίγο ἡ βροχή σταμάτησε, στά ἓλη ὑπάρχει ἡ μπιχαρζία, αὐτό τό φοβερό παράσιτο πού τρυπώνει στό αἷμα; ρωτῶ καί ἡ ἀπάντηση ἀπό τόν Αἰγύπτιο φίλο ἔρχεται καταφατική. Φαίνεται ἡ Μαρεῶτις λίμνη. Ἤμουν σίγουρη πώς τήν γνὼριζα προτοῦ τήν δῶ. Ἡ βροχή ξανάρχισε, ἦταν καταρρακτώδης. Στήν Ἀλεξάνδρεια βρέχει πολύ, πλημμυρίζουν οἱ δρόμοι, τ’ αὐτοκίνητο δυσκολευόταν νά προχωρήσει, κι ἐγώ ἤμουν ἀγενῶς χαρούμενη καθώς σκεφτόμουν πώς ἡ πόλη ξεπλένεται γιά νά μᾶς δεχτεῖ. Ἡ λεωφόρος τῆς 26ης Ἰουλίου εἶχε πλημμυρίσει ἀλλά μιά διαφάνεια ὑπῆρχε στόν ὁρίζοντα, πόσο μοῦ μύριζε Ἑλλάδα καθώς κοιτοῦσα τήν Μεσόγειο θάλασσα. Δέν εἶναι σωβινιστικό αὐτό πού σκέφτομαι, ἀλλά μιά ἀπορία. Τί ἀφήνουν πάντα πίσω τους οἱ Ἕλληνες; Πῶς νά ὀνομάσω αὐτό τό εὐγενικό, τό ἄκρως πνευματικό στοιχεῖο πού διαχέεται καί ἐξευγενίζει τήν ἀτμόσφαιρα; Καί γιατί τόσο γνώριμη αὐτή ἡ πόλη πού γιά πρώτη φορά ἐπισκεπτόμουν;

Ἀλεξάνδρεια τοῦ ἀπομεσήμερου, ξεπλυμένη ἀπό τήν μεγάλη βροχὴ, λαμπυρίζουσα ἀπό τό φῶς ἑνός ἀναιμικοῦ ἥλιου, πόλη τῶν μεγάλων ἀποτυπωμάτων καί τῶν ὲκδοχῶν, χοάνη τῶν ἀντιφάσεων, τῶν ἰδεολογιῶν καί θρησκειῶν, σκεπασμένη τώρα ἀπό τήν ἀραβική μονομανία. Πόλη πού ξεπερνοῦσες τή φαντασία, πόλη τῆς ὲλληνικῆς φωνῆς γιά ἑκατοντάδες χρόνια, ὁ ἀέρας σου ἀκόμη φέρνει τά ἑλληνικά τῶν Γνωστικῶν Βασιλίδη καί Βαλεντίνου, ἐνῶ πλούσια κοιτάσματα σοφίας καί γνὼσης κρύβονται στά σπλάχνα σου. Κι ἄν ἀληθεύει -ὅπως ἰσχυρίζεται ἡ παραψυχολογία- πώς ὁ τόπος ἐγκλωβίζει τήν δράση τοῦ παρελθόντος, κάποτε στό μέλλον θά ξανακουστεῖ ἡ ἀλεξανδρινή πολυφωνία.

Ἀλεξάνδρεια τοῦ χειμωνιάτικου ἀπογεύματος, μέ τά μυστικά σου κρυμμένα στίς φυλλωσιές τῶν δένδρων στά θερινά ἀνάκτορα τοῦ Φαρούκ, ψιλοβρέχει ξανά, σιγανά, διακριτικά, ὅπως γίνεται μιά ἐκμυστήρευση μέσα στή νύχτα κι ὁ σταθμός τοῦ ραδιοφὼνου μεταδίδει παλιά, νοσταλγικά ἑλληνικά τραγούδια ἐνῶ ἡ μνήμη, βαθιά καί συγκεχυμένη, προσπαθεῖ νά ἐντοπίσει κάποιο χαρακτηριστικό στοιχεῖο. Μνήμη πληθωρική κι ὡστόσο ἐπιλήσμων.

Τί ψάχνουμε τή νύχτα κοιτάζοντας τήν παραλία, αὐτή τήν Μεσόγειο τῶν δυνατῶν κυμάτων πού ξεσποῦν πάνω στούς πέτρινους ὄγκους τῆς στεριᾶς, καί γιατί τό σχῆμα αὐτοῦ τοῦ ὄγκου μετατρέπεται σέ λίθινη λέμβο, πού τήν ἀγκαλιάζουν σπασμωδικά τά ὓδατα; Κοιτάζω, ψάχνω κι ὀσμίζομαι τόν ἀέρα σάν σκυλί πού ἀναζητᾶ τόν χαμένο του ἀφέντη, αὐτή τήν ὥρα τῆς νύχτας, τήν βαθιά ἐρωτική. Τί σκοτεινός ἔρωτας κυριεύει τό νοῦ μου, ἔρωτας πού δέν βρίσκει ἀντικείμενο γιά νά ὲνσαρκωθεῖ, κι ἐπιστρέφει μοναχικός κι ἀταίριαστος σέ μένα παρασύροντάς με στήν δίνη ἑνός ἔξαλλου ναρκισσισμοῦ, ἐδῶ, κοντά στήν τρικυμισμένη παραλία. Ἔρωτας πού ξεφεύγει ἀπό πρόσωπα καί γίνεται τόπος: ἡ Ἀλεξάνδρεια. Ὅλη σχεδόν τήν νύχτα συνέχισα νά κοιτάζω ἀπό τό μεγάλο παράθυρο τοῦ ξενοδοχείου τά κύματα πού ὀρθώνονταν, φωτισμένα ἀπό τίς λάμπες τοῦ δρόμου, μέχρι τό χάραμα πού φάνηκε ἕνας γλάρος νά φτερουγίζει στήν θάλασσα καί νά τήν ἡμερεύει. Ὅλη νύχτα ἤμουν γεμάτη συγκινήσεις καί πτολεμαϊκές ἀναμνήσεις. Τό χάραμα ὅμως, γιά νά ἀποδιώξω τήν ὕπουλη πρωινή νύστα, διάβασα δυνατά μιά ἱστορία ἀπό τό Λειμωνάριον, πού νομίζω πώς ταιριάζει στήν ἀντιφατικότητα τῆς πόλης. «Ὅταν ἤμασταν στήν Ἀλεξάνδρεια, ἐγώ κι ὁ σύντροφός μου Σωφρόνιος πήγαμε κάποτε στήν ὲκκλησία τοῦ Θεοδοσίου. Καί μᾶς συναντᾶ ἕνας ἄνθρωπος φαλακρός πού φοροῦσε τρίχινο φόρεμα μέχρι τά γόνατα. Κι ἔμοιαζε μέ τρελό. Μοῦ λέει λοιπόν ὁ ἀββὰς Σωφρόνιος: Δῶσ’ μου χρήματα καί βλέπεις τήν ἀρετή τοῦ ἐρχομένου. Τοῦ ἔδωσα πέντε φόλεις. Αὐτός τότε τά πῆρε καί τά ἔδωσε σ’ αὐτόν πού φαινόταν σάν τρελός. Ἐκεῖνος τά πῆρε χωρίς νά πεῖ τίποτε. Ἐμεῖς ὅμως τόν ἀκολουθήσαμε κρυφά. Αὐτός, μόλις ἔστριψε τό δρόμο, ὕψωσε τό δεξί του χέρι, πού εἶχε τά νομίσματα, ψηλά στόν οὐρανό, καί μετά ἀπ’ αὐτό βάζει μετάνοια στό Θεό κι ἔφυγε ἀφήνοντας τά νομίσματα στή γῆ». Γοητευμένη ἀπό τήν παραδοξότητα τοῦ περιστατικοῦ ἄφησα τό βιβλίο. Μοῦ φαινόταν πώς αὐτό μονάχα στήν Ἀλεξάνδρεια μποροῦσε νά συμβεῖ: νά ζητιανεύεις καί ν’ ἀφήνεις τά χρήματα στό δρόμο, στό ἔλεος τῆς τύχης.

Εκδόσεις της Εστίας

* * *

Ὁ φυσιολογικός ἄνθρωπος ξεχνᾶ· ὁ συγγραφεύς καί τό ὄνειρο ποτέ.

Μεγαλώνοντας βεβαιώνομαι περισσότερο γιά τήν συμπαντική μνήμη ἤ μνήμη θεοῦ ἤ μνήμη τοῦ κόσμου ἤ ὁποιαδήποτε ὀνομασία θές νά δώσεις… Αὐτή ἡ ἄπειρη μνήμη γίνεται ὁ ρυθμιστής τῆς ανταπόδοσης καλοῦ καί κακοῦ.

Τέτοιες σκέψεις ἔκανε ἡ Ἕλλη ξαπλωμένη σέ ἕνα χωράφι, ἕτοιμη νά γεννήσει τήν νεκρή μητέρα της.

Μετά τήν ταφή ὁλομόναχη καί βαθιά λυπημένη προσπαθοῦσε νά προκαλέσει ψευδεῖς πόνους, πού διέθεταν τήν ἰσχύ τῶν ἀληθινῶν, ἀλλα δέν τά κατάφερνε. Ἦταν ἡλικιωμὲνη πλέον καί ἐξαντλημένη ἀπό τήν εἰκοσιτετράωρη ὑπηρεσία της πρός τήν ὑπέργηρη Ἀρετή, τήν μαμά της. Τό γέρικο σῶμα της, ρημαγμένο σάν καμένη γῆ, δέν τήν βοηθοῦσε. Ἐπικαλέστηκε τό κεφάλι της, πάντοτε μέ αὐτό ἔλυνε γρίφους καί αἰνίγματα, ἦταν ἕνα κεφάλι συντηρημένο μέ γνώση καί ἄσκηση, κι ἔτσι γέννησε τήν ἀνάμνηση τῆς μητέρας, ἀπό τά βρεφικά της κιόλας χρόνια.

Δέν μπόρεσα νά σέ γεννήσω, μαμά. Ἤμουν πολύ ἐξαντλημένη ἀπό τήν περιποίηση πού σοῦ ἔκανα στά γεράματά σου. Ὅμως εἶναι ὀδυνηρὸς καί ὁ τοκετὸς τῶν ἀναμνήσεων. Ἔρχονται τώρα σάν ἀποδημητικά πουλιά, σκόρπιες καί τεμαχισμένες ὅπως ἦταν καί τά γεγονότα τῆς κοινῆς μας ζωῆς.

Ὅταν σέ πῆρα στό σπίτι μου, ἀφήνοντας τό δικό σου καί διώχνοντας τίς ἐσωτερικές γυναῖκες πού σέ βοηθοῦσαν, ξέχασες τήν ὅλη μετακόμιση καί ρωτοῦσες ἐπιμόνως: «Ποιός μέ ἔφερε ἐδῶ; Ἐσύ; Νόμιζα πώς ἦταν ἕνας ψηλός ἄνδρας. Γιατί μέ ἔφερες; Ἐδῶ θά μείνω; Εἶναι δικό μας τό σπίτι;».

Πέρασε καιρός γιά νά πεισθεῖς πώς ἐγώ σέ πῆρα κοντά μου, γιά νά γλυκάνω περισσότερο τά γεράματά σου. Κοιμόμασταν στό ἴδιο δωμάτιο, ἤθελα νά σέ ἔχω δίπλα μου γιά νά σέ προσέχω, κοριτσάκι μου.

Στήν ἀρχή τά βραδυνά σου ὄνειρα ἦταν ἄγρια καί μέ τά ἴδια μοτίβα, μαῦρες πινελιές σέ ἐπιφάνεια γεωμετρικοῦ ἀγγείου. Παραμιλοῦσες δυνατά βγάζοντας τά ψυχικά σου ἀπωθημένα. «Ἐγώ θά τά κάνω ὅλα; Κουράστηκα πιά. Ἔκανα καί ἐγχείρηση στόν γοφό».

Θά σοῦ ἔμεινε, ἀγάπη μου, τό παράπονο ἀπό τήν ἀλλοτινή σου κόπωση, ὅταν εἶχες νά φροντίζεις τόσους ἀνθρώπους. Καί τότε σέ πήρα στό σπίτι μου καί σέ περιποιήθηκα μέχρι νά ξαναπερπατήσεις.

Μιά νύχτα ὀνειρεύτηκες πώς ἔπιασε φωτιά καί, φοβούμενη μήπως καεῖς, δέν κινιόσουν ἀπό τήν θέση σου. Μόνον ὅταν σέ ἔπεισα πώς ἦταν ὄνειρο κινήθηκες.

Ἤσουν πολύ γριά, δέν μποροῦσες νά κάνεις καμιά δουλειά ἀλλά φοροῦσες συνήθως τήν ποδιά, τό ἔμβλημά σου.

Τό βράδυ ὅταν σέ ἄλλαζα στό μπάνιο, πάντοτε μέ εὐχαριστοῦσες. Κι ὅταν σέ σκέπαζα στό κρεβάτι ἔλεγες: «Μέ σκεπάζει τό μανουλάκι μου, ἡ μαμά μου». Γινόσουν βρέφος, χανόσουν στά πρωταρχικά στάδια τῆς ὕπαρξης.

Στήν ἀρχή ὅταν σέ πῆρα μαζί μου εἶχες ἐφιάλτες, φώναζες κι ἔκλαιγες τήν νύχτα. Πέρασε καιρός γιά νά συνέλθεις.

Παρακολουθοῦσα καί θαύμαζα τήν ζωηρή φαντασία τῶν ὀνείρων σου, πού γινόταν μία ἀπό τίς πτυχές τῆς πολύπλοκης πραγματικότητας. Μέ ξυπνοῦσες τίς νύχτες, μερικές φορές δέν θυμόσουν τό ὄνομά μου, κάποτε φωναξες: «Ἡλιόπαιδο, ἑλληνόπαιδο», κι ὅταν σέ ἄλλαξα εἶπες: «Εὐχαριστῶ, ἡλιοκόριτσό μου».

Μετά τά ἐφιαλτικά σου ὄνειρα, ὅπου ἔδερνες, ἔβριζες καί ἔφτυνες τόν ἄνδρα σου, πού σέ εἶχε ἀπατήσει μέ έρωμένες, συνερχόσουν καί ἤσουν θλιμμένη γιά ὅσα ἔκανες στόν ὕπνο σου. Τότε ζητοῦσες συγγνώμην ἀπό τόν νεκρό.

Τόν πρῶτο καιρό τοῦ ἐρχομοῦ σου ὀνειρευόσουν ὅλο νεκρούς, ἔβλεπες τήν ὄψη τοῦ θανάτου, χαμογελοῦσες ἀλλά τό χαμόγελό σου ἔμοιαζε μέ ἔνθετο κόσμημα.

Ἔχανες τόν χωροχρόνο. Δύο βήματα γίνονταν τεράστια ἀπόσταση γιά σένα. Ἕνας πέπλος κυμάτιζε ἀνάμεσά μας. Βρισκόμασταν κιόλας σέ διαφορετικό χωροχρόνο.

Έκδοση της Εστίας
* * *
(στην ελληνική μυθολογία)

Ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας πίστευε πώς τά πάντα στόν κόσμο ἦταν διαποτισμένα ἀπό τήν ἐνέργεια ἀγαθοποιῶν καί κακοποιῶν δαιμόνων. Ἐπειδὴ, κατά τόν Decharme, ἡ ἑλληνική φαντασία δέν ἔδωσε σέ αὐτές τίς ὑπάρξεις ἀνθρώπινη μορφή, εὔκολα διακρίνεται ἡ φυσική τους προέλευση. Ὁ ἀέρας, ἡ θάλασσα, ἡ γῆ, τό πῦρ, οἱ νύμφες καί ἄλλα εἴδη βρίσκονταν μυστικά κρυμμένα στίς αἰτίες ἤ τίς ἀφορμές τῶν φυσικῶν φαινομένων.

Ὅμως αὑτός ὁ κατακερματισμός τῆς λατρείας καί τοῦ φόβου γεννᾶ καί τόν σεβασμό στήν Φύση. Ἡ φύση γιά τόν ἀρχαῖο Ἕλληνα ἦταν ζωντανή διότι, ὅπως γράφει καί ὁ σύγχρονός μας ποιητής Δ. Π. Παπαδίτσας

Ἥλιος κι ἀγέρι καί ρυάκια καστανῆς μου γῆς

Κι οὔτε ἕνα φύλλο δρυός χωρίς κι ἕναν Ἑρμῆ κατάκοπο

χωρίς Νιόβης παράπονο.

Ὅλα ἔκρυβαν κάτι τό θεϊκό ἤ τό δαιμονικό, τό καλό καί τό κακό σύμμεικτα κυρίως, ἤ στό τέλος ξεκάθαρες οἱ δύο ἀρχές, τά καλά καί τά κακά δαιμόνια. Ἐποχή μύθου, ναί. Ἡ μυθολογία ἑλκυστική, γοητευτική μητέρα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, ὄχι χωρίς λόγο, χωρίς λογική. Προσωπικῶς πιστεύω πώς μυθολογία ἔχει κάθε ἐποχή. Μήπως καί οἱ σημερινές τεχνολογικές ἐπιτεύξεις δέν εἶναι μιά μυθολογική προέκταση στήν ἐποχή μας, ὅταν πρίν λίγο καιρό μᾶς φαίνονταν ἀπίστευτες; Ὅλοι μας γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε καί πεθαίνουμε σέ μιά μυθολογία· τά σύμβολα ἀλλάζουν, ἡ οὐσία δέν πεθαίνει ποτέ.

Ὁ Στράβων στά Γεωγραφικά του (Α΄, 8) ὑπεραμύνεται τῆς μυθολογίας ἔναντι τῶν ἀντιρρήσεων τοῦ Ἐρατοσθένους. Δέν εἶναι ἀλήθεια, τονίζει, τά λόγια τοῦ Ἐρατοσθένους, ὁ ὁποῖος λέγει πώς οἱ ποιητές εἶναι γιά νά ψυχαγωγοῦν καί ὄχι γιά νά διδάσκουν (οὐδὲ γὰρ ἀληθές ἐστιν, ὃ φησὶν Ἐρατοσθένης, ὅτι ποιητὴς πᾶς στοχάζεται ψυχαγωγίας, οὐ διδασκαλίας).

Ὁ Στράβων ἀντιλέγει πώς οἱ ἑλληνικές πόλεις ἐκπαιδεύουν τήν νεότητα ὄχι γιά ψυχαγωγία ἀλλά γιά σωφρονισμό. Ἡ σπουδαιότητα τοῦ μύθου εἶναι μεγάλη, διότι ἀρχικῶς τόν ἀποδέχτηκαν, ἐκτός ἀπό τούς ποιητές, οἱ πολιτεῖες καί οἱ νομοθέτες. Εἰσαγωγή στήν φιλομάθεια εἶναι ἡ ἀγάπη γιά τόν μῦθο. Ὁ μῦθος φέρει πάντοτε μιά νέα ὀπτική: δέν μιλᾶ γιά τήν πραγματικότητα ἀλλά γιά μιά διαφορετική ἐκδοχή της. Λέγει ἀκόμη ὁ γεωγράφος πώς τό τερατῶδες (ὅπως τά φανταστικὰ ὄντα Λάμια, Γοργώ κ.ἄ.) προκαλεῖ διφυές συναίσθημα: φρικῶδες καί εὐχάριστο. Ἡ δεισιδαιμονία ἐπίσης ὑπῆρξε χρήσιμη γιά τήν μυθολογία (δράκοντες, ὅπλα θεῶν ὅπως τρίαινα, κεραυνός, αἰγίδα κ.ἄ.) διότι οἱ ἱδρυτές τῶν κοινωνιῶν τήν χρησιμοποίησαν πρός ἑκφοβισμό τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων.

Φαίνεται τό σέβας καί ὁ φόβος ἰσχύει γιά ὅλες τίς κοινωνίες ὅλων τῶν χρόνων, θά λέγαμε ἐμεῖς.

Οἱ ἀρχαῖοι διατήρησαν τήν μυθολογία, συνεχίζει ὁ Στράβων, γιά τήν ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν μέχρι τήν ὡρίμανσή τους. Ἀργότερα διδάσκεται ἡ ἱστορία καί ἡ φιλοσοφία. Ἄλλωστε οἱ πρῶτοι ἱστορικοί καί φυσικοί ἔγραψαν καί μύθους. Ὁ ποιητής μάλιστα, χρησιμοποιώντας τούς μύθους γιά τήν ἐκπαίδευση τῶν νέων, φρόντιζε νά βάζει σέ αὐτούς ἕνα μέρος ἀλήθειας συμπληρωμένο μέ ψέματα. Ὅπως οἱ Μοῦσες τοῦ Ἑλικῶνος εἶπαν στόν Ἡσίοδο πώς ξέρουν νά λένε ἀλήθειες, ἀλλά ξέρουν ἐπίσης νά λένε ἀλήθειες ἀνακατεμένες μέ ψέματα.

Ἡ μυθολογία, φρονοῦμε, ἔχει τήν ἀναδρομική σοφία τῶν παιδικῶν ποιημάτων καί παραμυθιῶν.

Εκδόσεις Εστίας

Εικόνα: Staatlichen Berlin
* * *

 Βρισκόμαστε στό Τριτοπατρεῖον τοῦ Κεραμεικοῦ.  Ἄβατο τότε ἀλλά τώρα σκορπισμένα ἐρείπια, ἀφημένα στήν πρόσβαση τοῦ κάθε ἐπισκέπτη.

Δυό λίθινοι ὅροι στέκονται ὥς σήμερα καί πάνω τους μιά ἐπιγραφή ἀπό τό τέλος τοῦ 5ου π.χ αἰώνα. Ἡ ἐπιγραφή πληροφορεῖ: ΗΟΡΟΣ  ΗΙΕΡΟΝ ΤΡΙΤΟΠΑΤΡΕΩΝ ΑΒΑΤΟΝ.

Στό νότιο τοῖχο ἕνας μεγάλος ἀκατέργαστος ἀσβεστόλιθος φέρει τήν ἐπιγραφή: ΗΙΕΡΟΝ ΤΡΙΤΟΠΑΤΡΕΩΝ γραμμένη μέ ἀρχαϊκά γράμματα πού δηλοῖ ὅτι τό ἱερό ὑπῆρχε ἀπό τόν 6ο αἰ. π.Χ.

Ποιοί ἦταν οἱ Τριτοπάτορες; Τό λεξικό τῆς Σούδας ἀναφέρει πώς στούς Δήμους τῆς Ἀτθίδος θεωροῦν τούς Τριτοπάτορες ἀνέμους. Ὁ Φιλόχορος ὅμως λέγει πώς εἶναι οἱ πρῶτοι γεννήτορες πάντων, ἐνῶ ὁ Φανόδημος πληροφορεῖ πώς μόνο οἱ Ἀθηναῖοι θυσιάζουν καί προσεύχονται σ᾿ αὐτούς – ὅταν πρόκειται νά ἔλθουν σέ γάμο – γιά τήν γέννηση τῶν παιδιῶν. Ὁ Ὀρφεύς πάλι ὀνομάζει τούς Τριτοπάτορες Ἀμαλκείδη, Πρωτοκλέα καί Πρωτοκλέοντα καί τούς θεωρεῖ φύλακες καί θυρωρούς τῶν ἀνέμων. Αὐτός ὅμως πού ἔκανε τό Ἐξηγητικόν λέγει πώς οἱ Τριτοπάτορες εἶναι γόνοι τοῦ Οὐρανοῦ καί τῆς γῆς καί ἔχουν τά ὀνόματα Κόττος, Γύγης καί Βριάρεως.

Ἄλλες πηγές τούς δίνουν διαφορετικά ὀνόματα καί λέγουν πώς εἶναι τέκνα τοῦ Διός καί τῆς Περσεφόνης. Γεγονός πάντως εἶναι πώς οἱ ἄνθρωποι τούς λάτρευαν ὡς προγονικές ψυχές.

Ὁ Ρόντε ἀναφέρει στό ἔργο του “Ψυχή”, πώς σέ πολύ μεταγενέστερες ἐποχές ἄνθησε στήν Ἑλλάδα ἡ ζωντανή λατρεία τῶν προγόνων καί τῶν νεκρῶν, πώς ὁ Ὅμηρος παντελῶς ἀγνοοῦσε τή νεκρομαντεία καί τά μαντεῖα τῶν νεκρῶν, (ἀσφαλές συμπέρασμα τῆς κριτικῆς ἀνάλυσης τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν ἦταν πώς ἡ ἀφήγηση τῆς καθόδου τοῦ Ὀδυσσέως στόν Κάτω κόσμο, δέν ὑπῆρχε στό ἀρχικό σχέδιο τῆς Ὀδυσσείας), καθώς ἐπίσης δέν γνώριζε καί τούς δαίμονες πού κατοικοῦσαν κάτω ἀπό τό ἔδαφος σέ συγκεκριμένα μέρη.

Τριτοπάτορες λοιπόν, πρόπαππος, πάππος καί πατήρ. Ἴσως νά ἦταν καί οἱ πιό παλιοί Διόσκουροι· ἴσως ὅμως – καί αὐτή εἶναι ἡ ἐπικρατέστερη ἄποψη – νά πρόκειται γιά ψυχές νεκρῶν προγόνων.

“Οἱ Τριτοπάτορες”, γράφει ὁ Ρόντε  “πού ἐπικαλοῦνταν στίς γαμήλιες ἑορτές στήν Ἀττική, ὥστε ὁ γάμος νά ἀποδειχθεῖ γόνιμος, δέν ἦταν παρά οἱ ψυχές τῶν προγόνων. Μνημονεύονται ἐπίσης ὡς πνεύματα τοῦ ἀνέμου καί σέ αὐτό παρουσιάζεται, σαφῶς ἤ μή, ἕνα ἀπομονωμένο ὑπόλειμμα τῆς πιό ἀρχαίας πίστης τῶν ἀνθρώπων· τά ἀποθανόντα πνεύματα τῶν νεκρῶν γίνονται πνεύματα τοῦ ἀέρα· τά φαντάσματα πού ταξιδεύουν στούς ἀνέμους εἶναι οἱ ἀπελευθερωμένες ψυχές τῶν νεκρῶν.”

“Μοῦ ἀρέσει περισσότερο ἡ ὀρφική ἀντίληψη”, εἶπες, “πού τούς θεωροῦσε θυρωρούς καί φύλακες τῶν ἀνέμων”.

Καί προτοῦ συνεχίσω τήν ἀφήγηση, ἀκούστηκε βαθιά καί συγκινημένη ἡ φωνή σου νά ἀπαγγέλει.

“Καί μή διηγᾶσαι τίποτε τοῦ ἀγέρα τοῦ παλιοῦ κοιμητηριοῦ./

Μπορεῖ νά μέ προστάξει νά τόν ἀκολουθήσω./

Ἡ κόμη σου μυρίζει ὅλα τ᾿ ἀρώματα τοῦ φεγγαριοῦ, τῆς γῆς καί τοῦ καλοκαιριοῦ./

Πρέπει νά ζήσω, νά ζήσω, μόνο νά ζήσω.”

Ἀνατρίχιασα. Βρισκόμασταν ὄντως σέ παλαιό, ἀρχαῖο κοιμητήριο, μές στό ἱερό ἄβατο τῶν Τριτοπατόρων, φρουρῶν τῶν ἀνέμων, ἐνῶ ἐκείνη ἀκριβῶς τήν στιγμή φύσηξε ἕνας δυνατός φθινοπωρινός ἀγέρας. Κρυφτήκαμε ἀνασηκώνοντας τούς γιακάδες μας. Δέν θέλαμε νά τόν ἀκολουθήσουμε.

Εκδόσεις  GEMA
* * *

Δημήτρης Λαμπρέλλης
Η δέηση

Αύριο πρέπει οπωσδήποτε να δεηθούμε
Να μη πνίξει η λάσπη τα λουλούδια
Και στην πλάτη που χαμογελάει
Να μη χωθεί εκείνο το παλιό καρφί

Γιάννης Κουνέλλης

* * *

Ο Μπάμπης Λέγγας γεννήθηκε στο Μπολάτι Κορινθίας, το 1961.  Από το 1985 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου άνοιξε βιβλιοπωλείο. Το 1988 γνώρισε τον βιβλιοδέτη Αντρέα Γανιάρη από τον συγγραφέα Γιάννη Γκίκα, οι οποίοι είχαν στήσει, μαζί και με τον ζωγράφο-χαράκτη Γιώργη Βαρλάμο, τη Σχολή Βιβλιοδεσίας του ΕΟΜΜΕΧ (Ελληνικός Οργανισμός Μικρών-Μεσαίων Επιχειρήσεων και Χειροτεχνίας), όπου μαθήτευσε για ενάμισι χρόνο.  Άρχισε έτσι ένα ταξίδι μαθητείας στη βιβλιοδεσία, αλλά και στην τέχνη του βιβλίου γενικότερα, ξεκινώντας από βιβλιοδετεία και τυπογραφεία της Αθήνας και του εξωτερικού, συνεχίζοντας έως και σήμερα με την μελέτη και την επιτόπια έρευνα της παράδοσης των ελληνικών βιβλίων.

Το 1990 άνοιξε δικό του βιβλιοδετικό εργαστήριο στην οδό Ζωοδόχου Πηγής στο κέντρο της Αθήνας, δίνοντας έμφαση στην παραγωγικότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, βιβλιοδετώντας και παράλληλα σχεδιάζοντας και παράγοντας δεκάδες προϊόντα με την εμπορική επωνυμία Επί χάρτου.  Σύντομα τον εμπιστεύθηκε ο χώρος του βιβλίου με αποτέλεσμα να καταξιωθεί στο χώρο της βιβλιοδεσίας αναπτύσσοντας, σε συνεργασία με εξειδικευμένους βιβλιοδέτες και συντηρητές, το μεγαλύτερο, σε κύκλο καλλιτεχνικών εργασιών, βιβλιοδετείο στην Ελλάδα. 

Το 1991 παρουσιάζει την πρώτη προσωπική του έκθεση με 24 αριθμημένα αντίτυπα του βιβλίου του Επ. Γονατά, Η προετοιμασία (εκδόσεις Στιγμή),  στην αίθουσα τέχνης Ιλεάνα Τούντα, σε συνεργασία με τον ζωγράφο Αλέξη Ακριθάκη, εγκαινιάζοντας τη συνεργασία του με καταξιωμένους Έλληνες εικαστικούς, αρχικά μέσα από τις εκδόσεις εκτός εμπορίου του Εργαστηρίου του και αργότερα από τις «Εκδόσεις του Φοίνικα» που ίδρυσε το 1998.

Οι «Εκδόσεις του Φοίνικα» έκαναν την εμφάνισή τους με την έκδοση του διηγήματος Στο Χριστό στο Κάστρο του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, με ξυλογραφίες της Φωτεινής Στεφανίδου, εκτύπωση σε επίπεδο πιεστήριο από τις εκδόσεις Διάττων και δερματόδετη βιβλιοδεσία,  εμπνευσμένη από τα εκκλησιαστικά βιβλία του τέλους του 19ου αιώνα που φιλοτεχνούνταν στη Βενετία. Οι Εκδόσεις αναπτύχθηκαν ως βιβλιοφιλικός εκδοτικός οίκος, με τίτλους από την αρχαία, βυζαντινή και νεοελληνική γραμματεία, σε διάφορες βιβλιοδετικές παραλλαγές, με εικαστική φιλοτέχνηση και συνήθως σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.

Παράλληλα με τη δραστηριότητα αυτή σχεδιάζει και επιμελείται δεκάδες βιβλία με ευρύτερο ενδιαφέρον στο πλαίσιο των εκδόσεων του, ενώ τα τελευταία χρόνια ευτυχείς συγκυρίες τον έχουν οδηγήσει στην έκδοση βιβλίων που αφορούν στον τόπο καταγωγής του και στο πολιτισμικό περιβάλλον και την ιστορία του ελληνικού οίνου από την αρχαιότητα έως σήμερα, με βιβλία της Σταυρούλας Κουράκου. Τα βιβλία αυτά είτε είναι συλλεκτικά είτε προορίζονται για το ευρύτερο κοινό, έχουν κοινό γνώρισμα τις υψηλές υλικοτεχνικές και αισθητικές προδιαγραφές τους.

Στη διάρκεια των χρόνων το Εργαστήριο έχει συνεργαστεί, εκτός από ιδιώτες, με δημόσια και ιδιωτικά ιδρύματα και φορείς, και έχει συσσωρεύσει τεράστια εμπειρία μέσα από την παραγωγή χιλιάδων βιβλιοδεσιών και κατασκευών, αλλά και εκδόσεων.

Στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας αρχίζει από το 1993 ως και σήμερα να ασχολείται με την ιστορία της ελληνικής βιβλιοδεσίας, αδιερεύνητο -ίσως και παρεξηγημένο-  γνωστικό αντικείμενο έως τότε από πολλούς σύγχρονους αλλά και παλαιότερους ιστορικούς. Αποτέλεσμα όλης αυτής της προσπάθειας είναι η καθιέρωση του ερευνητικού αντικειμένου στην ακαδημαϊκή κοινότητα και η έκδοση βιβλίων σχετικών με την ιστορία και την τέχνη της ελληνικής βιβλιοδεσίας (κυρίως με την περιοδική έκδοση Βιβλιοαμφιάστης), που αποτελούν σήμερα απαραίτητα εγχειρίδια στη μελέτη της ιστορίας του ελληνικού βιβλίου.

Το 1995 επιμελείται την έκδοση Περί βιβλιοδεσίας με κείμενα δικά του και άλλων για την ιστορία της βιβλιοδεσίας και την τεχνική της, που εκδόθηκε από τον Σύλλογο Εκδοτών Αθηνών (ΣΕΒΑ) στο πλαίσιο της προβολής της βιβλιοδεσίας στην 13η Γιορτή Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως. Το 1997 με αφορμή τα εγκαίνια του νέου του Εργαστηρίου στη Στοά Αρσακείου, δημοσιεύει, εκτός εμπορίου, το Περί Δεσιμάτων Απολογία, την πρώτη αναφορά για την ιστορία της ελληνικής βιβλιοδεσίας, ενώ λίγο αργότερα υπήρξε βασικός συντελεστής της έκδοσης του αποκλειστικού αφιερώματος στη βιβλιοδεσία της εφημερίδας Η Καθημερινή – Επτά Ημέρες (8.2.1998).

Το 1999 εκδίδεται με δική του πρωτοβουλία, από το Εργαστήριό του, ένας μεγάλος τόμος με τίτλο Βιβλιοαμφιάστης (βιβλιοδέτης στα βυζαντινά) για την ιστορία της ελληνικής βιβλιοδεσίας.  Η έκδοση ήταν κάλεσμα για την ανάδειξη, την καταγραφή και τη μελέτη της βιβλιοδεσίας των ελληνικών βιβλίων διαχρονικά, με τη συμμετοχή ιστορικών, παλαιογράφων, συντηρητών, συλλεκτών και άλλων ειδικοτήτων. Ο τόμος χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από προσωπικότητες της πολιτικής και πνευματικής ζωής και έβαλε τα θεμέλια της έρευνας για την βιβλιοδεσία στην Ελλάδα. Το 2004 κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος, ενώ το 2008 ο τρίτος τόμος εκδόθηκε με συμμετοχές επιστημόνων από όλη την Ευρώπη, σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.

 Από το 2002 συστήνει με την υποστήριξη ανθρώπων της πνευματικής και πολιτιστικής ζωής την Ελληνική Εταιρεία Βιβλιοδεσίας, μη κερδοσκοπικό σωματείο, με σκοπό τη μελέτη και προβολή της ελληνικής βιβλιοδεσίας.

Από τις πρώτες δραστηριότητες της Εταιρείας ήταν η έναρξη ερευνητικού προγράμματος με τίτλο «Το Βιβλίο στο Βυζάντιο: Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Βιβλιοδεσία», σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Το πρόγραμμα κατέληξε σε διεθνές συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (13-16 Οκτωβρίου 2005), τα πρακτικά του οποίου δημοσιεύθηκαν με συμμετοχή του στην επιμέλεια της έκδοσης.

Με την Ελληνική Εταιρεία Βιβλιοδεσίας παρουσιάζει πρώτη φορά έκθεση για την ιστορία της τέχνης της βιβλιοδεσίας από το Βυζάντιο ως τις μέρες μας. Η έκθεση παρουσιάζεται στο Κέντρο Λόγου και Τέχνης ‘Διέξοδος’ στο Μεσολόγγι το 2002, όπου παράλληλα εκτίθενται, μετά από επιτόπιες έρευνες, βιβλιοδεσίες από βιβλιοθήκες και συλλογές της Δυτικής Ελλάδας: Δημόσια Βιβλιοθήκη Ανδρίτσαινας, Μητρόπολη Ιωαννίνων, Μονή Ελεούσης Νήσου Ιωαννίνων, Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη Ιωαννίνων, Βάλβειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Μεσολογγίου, Βιβλιοθήκη Μεσολογγίου «Χρήστου Ευαγγελάτου», Βιβλιοθήκη Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, Παπαχαραλάμπειος Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου, Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών και Δημόσια Βιβλιοθήκη Πύργου.

Τον Φεβρουάριο του 2003 η έκθεση διαφοροποιημένη παρουσιάζεται στα Ιωάννινα στον κύκλο εκδηλώσεων για τον εορτασμό των 90 χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης με εκθέματα από τη Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη, τη Μητρόπολη Ιωαννίνων, τη Μονή Ελεούσης Νήσου Ιωαννίνων και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Την έκδοση συνόδευσε κατάλογος με τίτλο Οι Θησαυροί της πόλης των Ιωαννίνων που συνυπογράφει με τη Δρ Νίκη Τσιρώνη, όπως επίσης και το βιβλίο Η Τέχνη της Βιβλιοδεσίας, συνοπτική πρώτη ιστορία της Ελληνικής Βιβλιοδεσίας.

Η έκθεση με τίτλο Μορφές του αρχαίου και βυζαντινού βιβλίου. Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή βιβλιοδεσία μεταφέρθηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας τον Σεπτέμβριο του 2003 στο πλαίσιο του ΣΤ′ διεθνούς Συμποσίου Ελληνικής Παλαιογραφίας της Comité Ιnternational de Paléographie Grecque, διεθνούς επιστημονικής εταιρείας με έδρα το Παρίσι. Τα εκθέματα προήλθαν από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και τη Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη Ιωαννίνων. (Η έκδοση των τριών τόμων των Πρακτικών του Συμποσίου τού ανατέθηκε από την Comité Ιnternational de Paléographie Grecque και κυκλοφόρησαν από την Ελληνική Εταιρεία Βιβλιοδεσίας το 2008 ως Παράρτημα 1 του Βιβλιοαμφιάστη).

Το 2012 συμμετείχε στη διοργάνωση της έκθεσης Η τέχνη της βιβλιοδεσίας από το Βυζάντιο στη σύγχρονη εικαστική δημιουργία (Σεπτέμβριος 2012-Μάρτιος 2013), που έγινε στο Βυζαντινό Μουσείο, πάνω στα πρότυπα της αρχικής έκθεσης.

Από το 2006 έως το 2008 συμμετέχει στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα με τίτλο «Σύγχρονες Εφαρμογές Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Βιβλιοδεσίας» σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, που υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του Γ΄ ΚΠΣ – Επιχειρησιακού Προγράμματος Αττικής 2000-2006, Μέτρο 1.2, Πρόγραμμα: «Κοινοπραξίες Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης σε Τομείς Εθνικής Προτεραιότητας»,. Το πρόγραμμα είχε ως αντικείμενο τη μελέτη βυζαντινών και μεταβυζαντινών σταχώσεων με τελικό παραδοτέο αντίγραφα βυζαντινών και μεταβυζαντινών βιβλιοδεσιών της συλλογής χειρογράφων και εντύπων του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, καθώς και καλλιτεχνικές δημιουργίες εμπνευσμένες από την εν λόγω συλλογή. Για τις ανάγκες του προγράμματος οι συνεργαζόμενοι φορείς διαμόρφωσαν βάση δεδομένων όπου συγκεντρώθηκαν οι βιβλιοδεσίες του Βυζαντινού Μουσείου, καθώς και απεικονίσεις σταχώσεων από τη βυζαντινή κυρίως περίοδο, όπου δεν σώζονται βιβλιοδεσίες, με στόχο τον εντοπισμό και την αναπαραγωγή χαρακτηριστικών της βυζαντινής και μεταβυζαντινής βιβλιοδεσίας.

Καθ’ όλη τη διάρκεια των χρόνων πραγματοποίησε επιτόπιες έρευνες με σκοπό την καταγραφή και αποτύπωση σωζόμενων βιβλιοδετικών διακοσμητικών εργαλείων, χειροκίνητων μηχανημάτων και βιβλιοδεσιών, όπως στο βιβλιοδετικό εργαστήριο της Μονής Δουσίκου στη Θεσσαλία με σωζόμενα κατάλοιπα από τον 17ο αιώνα, στις πλούσιες Βιβλιοθήκες των Ιωαννίνων με μεταβυζαντινές βιβλιοδεσίες και με βιβλία που εκδόθηκαν στο πλαίσιο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, στο Άγιον Όρος μελετώντας την αγιορείτικη βιβλιοδεσία από τα τέλη του 19ου και τον 20ό αιώνα, κυρίως τα δύο μεγαλύτερα βιβλιοδετεία που έδρασαν εκεί, του βιβλιοδετείου «Ο Άθως» και της Σκήτης Ξενοφώντος, καθώς επίσης και του μοναχού βιβλιοδέτη Αρσένιου Καρουλιώτη (1928-2018).

Για το περιεχόμενο των ερευνών του έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα και έχει αναλάβει την επιμέλεια σε σχετικές εκδόσεις, έχει δώσει σχετικές ομιλίες και έχει παράγει το  ντοκιμαντέρ Η τέχνη της βιβλιοδεσίας, για τη σύγχρονη τεχνική της, σε δικό του σενάριο. Έχει επίσης εκδώσει ανθολογίες κειμένων στο πλαίσιο έκδοσης βιβλίων εκτός εμπορίου του Εργαστηρίου του, καθώς επίσης και τη δίγλωσση έκδοση  C.P. Cavafy, In the Great Pan-Hellenic World, με επιλογή ποιημάτων δική του και της Νίκης Τσιρώνη, που εκδόθηκε, με δικό του σχεδιασμό και παραγωγή, από το Κοινωφελές Ίδρυμα «Αλέξανδρος Ωνάσης», το 2010 στο πλαίσιο του Συμποσίου «Διάλογοι των Αθηνών».

Παράλληλα έχει συγκροτήσει τυπολογία βιβλιοδεσιών (κυρίως μεταβυζαντινών και νεότερων) και ένα αρχείο νεοελληνικής βιβλιοδεσίας: ιστορικά τεκμήρια, διακοσμητικά εργαλεία, μηχανήματα, ενυπόγραφες ή χαρακτηριστικές βιβλιοδεσίες 19ου και 20ού αιώνα από την Ελλάδα και τα διάφορα κέντρα του Ελληνισμού. Το κυριότερο είναι διάσωση των περισσοτέρων διακοσμητικών εργαλείων και μηχανημάτων του εργαστηρίου του βιβλιοδέτη Γιώργου Λεβάντη που λειτουργούσε ως τις αρχές της δεκαετίας του 1970 στην Αλεξάνδρεια.

Συμμετέχει σε εκπαιδευτικά προγράμματα άλλων φορέων  για παιδιά ή φοιτητές, αλλά και παραδίδει στο χώρο του Εργαστηρίου μαθήματα βιβλιοδεσίας για ενήλικες.

* * *

Συζητώντας ή καλύτερα ερωτώντας μια πολυγραφότατη και ποικιλογραφότατη συγγραφέα όπως είναι η Ελένη Λαδιά, επέλεξα να μην αναφερθώ καθόλου σε ερωτήματα ήδη απαντημένα από την ίδια στα βιογραφικά της σημειώματα και τις συνεντεύξεις που έχει παραχωρήσει. Ο στόχος αυτής της επιλογής δεν ήταν μια δήθεν πρωτοτυπία, αφού οδηγός μου για την διατύπωση των ερωτήσεων ήταν το ίδιο το έργο της συγγραφέως, αλλά μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε και το έργο και, κυρίως, «τον νου» που το εμπνέεται και το γεννά. Με περισσότερους από 40 τίτλους βιβλίων, η Ελένη Λαδιά δεν εξαίρεται μόνο για το βάθος της γραφής, την υψηλή ποιότητα της γλώσσας και την θεωρητική θεμελίωση. Τα έργα της δεν επιδέχονται εύκολα διαχωρισμούς, αφού όλα της τα γραπτά, πεζογραφία,  αρχαιογνωστικά πονήματα, δοκίμια και μελετήματα, υπηρετούν, με συνέπεια, καλλιέπεια και χάρη, τον λόγο. Το υπόβαθρο της λογοτεχνίας της δεν είναι μονοσήμαντο. Η γραφή της, παρότι εμφανώς εδράζεται στην γνώση αξιοποιώντας τα αντικείμενα των σπουδών της στην Αρχαιολογία και την Θεολογία, εντούτοις αποκαλύπτεται τόσο ποιητική όσο και φιλοσοφική. Καταβυθίζεται και υπερίπταται, με την ίδια ευκολία, στον χώρο των ιδεών. Διδάσκει. Μάχεται. Αναρωτιέται και απαντά. Ωστόσο πάντα «πλάθει μύθους» ως πραγματικότητες, δημιουργώντας ένα καταφύγιο και για τον άνθρωπο και για τις ιδέες. 

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Με αφορμή τον «Ονειρόσακκο», ένα από τα δύο τελευταία σας βιβλία, θα ήθελα να αναφερθούμε στους τίτλους των έργων σας. Αν τούς παραθέσει κανείς, δημιουργεί, θα μπορούσαμε να πούμε, ένα ποίημα. Πόθεν και πώς η έμπνευση ή η επιλογή σας;

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Δεν ξέρω. Άγνωστες οι βουλές της έμπνευσης. Το μόνο πού ξέρω είναι πώς ο  τίτλος έρχεται πρώτος, αιφνιδίως και γίνεται κάτι σαν φάρος. Τις περισσότερες φορές ή μάλλον όλες πρώτα βρίσκω τον τίτλο, ο  οποίος κυοφορεί τα πάντα: την ιδέα, την υπόθεση του έργου, τα πρόσωπα. Με την ερώτησή σας μου θυμίσατε τα μαθητικά μου χρόνια, όπου είχα την ευχέρεια να βρίσκω την κεντρική ιδέα του λογοτεχνήματος, και να την διατυπώνω σχεδόν με δύο τρεις λέξεις. Ίσως και οι τίτλοι μου να είναι εξέλιξη εκείνης της νεανικής ευχέρειας. Ο τίτλος για τα δικά μου γραπτά είναι πάντοτε η περιέχουσα έννοια.

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Οι ιδέες πού κυοφορούνται σ’ ένα έργο, η σύλληψη του θέματος, η πιθανή πλοκή ή η γλώσσα θεωρείτε ότι  βαρύνουν στην εκτίμηση της ποιότητας του;

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Ασφαλώς και βαρύνουν όλα. Όλα αυτά είναι σημαντικά στοιχεία για την δημιουργία του έργου.

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Πέραν της Μυθολογίας με την οποία έχετε ασχοληθεί εκτεταμένα, αισθάνομαι ότι υπάρχει και μία προσωπική μυθολογία πού διαπερνά το έργο σας. Πώς θα χαρακτηρίζατε τούς ήρωές σας; Έχουν μεταξύ τους συγγένειες;

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Πιστεύω πώς όχι μόνον ο  συγγραφεύς αλλά ο  κάθε άνθρωπος έχει την προσωπική του μυθολογία. Εννοώ προσωπική μυθολογία την ανάγκη πού έχει ο  καθένας μας να κοσμεί την ζωή και την σκέψη του. Ποιός δεν έχει ανάγκη από φεγγαρόσκονη; Οι ήρωές μου πιστεύω πώς ανήκουν στην συνομοταξία των αφελών. Δεν έχουν δεύτερη σκέψη, δεν κάνουν κακό, αντιθέτως δέχονται το κακό από τους άλλους. Δεν ενδιαφέρονται για πλούσια ζωή, είναι ιδεόπληκτοι, βασανίζονται από τις ιδέες τους. Ακόμη  και οι περιπτώσεις τρελών ή δολοφόνων είναι διαυγείς: φέρουν την ευθύνη τους με στωικότητα. Όλα γίνονται κάτω από το βάρος μιας ιδέας. Ακόμη και ο έρωτας  των ηρώων μου καταντά ιδεοληψία.

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Η ποίηση; Υπάρχουν σημεία στα βιβλία σας, από  φράσεις μεμονωμένες έως και ολόκληρες ενότητες πού έχουν ισχυρά ποιητική γραφή, συχνά στίχοι συνοδεύουν κεφάλαια των βιβλίων σας. Γράψατε δοκίμια για την ποίηση, αποδώσατε Ομηρικούς και Ορφικούς Ύμνους μαζί με  τον  ποιητή Δημήτρη Παπαδίτσα στην Νέα Ελληνική, μάλιστα εκδώσατε και ποιήματα. Το «Φάθι Ζαρατούστρα» εκδόθηκε το 1976… Έκτοτε;

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Σε όλη μου την νεότητα έγραφα στίχους κρυφά, γέμιζα με αυτούς τα περιθώρια των μαθητικών και φοιτητικών μου βιβλίων. Ποτέ δεν θεώρησα ότι είμαι ποιήτρια, μολονότι με την εκτός εμπορίου συλλογή μου, πολλοί συνάδελφοι μου είπαν πώς αν δεν ήταν τόσο ωραία η πεζογραφία μου, θα κυριαρχούσε η ποίηση. Η μία και μόνη συλλογή γράφτηκε σαν μια απάντηση στον  αγαπημένο μου Νίτσε, στο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα». Φυσικά λατρεύω την ποίηση και την θεωρώ το υψηλότερο επίτευγμα του ανθρωπίνου πνεύματος μετά την μουσική. Μου αρέσει να γράφω δοκίμια για τούς ποιητές πού αγαπώ και να χρησιμοποιώ ως προμετωπίδα στίχους τους. Νομίζω πως καταλαβαίνω πολύ καλά την ποίηση. Έχω βεβαίως και στον  νου μου ως παρακαταθήκη τα λόγια πού έγραψε ο Καραντώνης κάποτε για εκείνη την συλλογή. Έγραψε πώς έχω την μεγαλύτερη ποιητική αίσθηση από άλλους ποιητές. Εγώ όμως είμαι πεζογράφος με  ιδιαίτερη αγάπη στο διήγημα.

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Ποιά κατά την γνώμη σας τα «συστατικά» της αθανασίας στην τέχνη;

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Αν ήξερα τα «συστατικά» (ευφυώς το  βάζετε εντός  εισαγωγικών) θα τα χρησιμοποιούσα, για  να πετύχω την αθανασία.

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Μιλάμε πολύ συχνά για  δράσεις φιλαγνωσίας. Θεωρείτε ότι  η εκπαίδευση θα μπορούσε να παίξει έναν κάποιο ρόλο, ώστε να εμπνεύσει την αγάπη προς το  βιβλίο;

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Κυρίως η εκπαίδευση. Τίποτε δεν αξίζει περισσότερο από τον  εμπνευσμένο εκπαιδευτικό. Οι άλλες δράσεις φιλαγνωσίας είναι απλώς  παραπληρωματικά στοιχεία.

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Τα βιβλία σας αποκαλύπτουν ένα τεράστιο φορτίο γνώσεων. Ώρες διαβασμάτων και ώρες έρευνας. Θεωρείτε την γνώση ή το  ταλέντο προϋπόθεση στην γραφή;

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Φυσικά και τα δύο. Γόνιμο χωράφι και καλός σπόρος. Το  ταλέντο χρειάζεται γνώση και εργασία. Αλλά χωρίς ταλέντο η γνώση και η εργασία στερεύουν.

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Στα βιβλία σας κυριαρχεί ο  φιλοσοφικός προβληματισμός. Γράφετε για  να αλλάξετε τον  κόσμο;

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Θα αστειεύεσθε ασφαλώς. Τίποτε δεν θέλω να αλλάξω. Συμμερίζομαι την τραγική αισιοδοξία στο τρίλημμα του Λέιμπνιτς. Αν ο  κόσμος δεν ήταν τόσο τέλειος, ο  Θεός δεν θα ήξερε, δεν θα μπορούσε, και δεν θα ήθελε να τον  φτιάξει. Όμως ο  Θεός ήξερε ως παντογνώστης, μπορούσε ως παντοδύναμος και ήθελε ως πανάγαθος. Άρα ο  κόσμος είναι τέλειος. Γιατί να θέλω αλλαγή;

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Στα βιβλία σας δεν υπάρχει συνήθως η έννοια του χρόνου, εννοώ τον ιστορικό χρόνο, πείτε μας η πραγματικότητα ποιά θέσει κατέχει στην γραφή σας;

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Θα απαντούσα ως λογοπαίγνιο με  την ρήση του Παράκελσου πώς υπάρχουν τόσες πραγματικότητες όσες μπορείς να φανταστείς, αλλά ας σοβαρευθώ. Πολύ μικρή θέση κατέχει γενικώς η πραγματικότητα στα γραπτά μου, εκτός μεμονωμένων περιπτώσεων.

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Υπάρχουν μόνιμα στοιχεία τα οποία απασχολούν το  έργο σας;

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Ναι, με  εμμονή μάλιστα. Η διερεύνηση καλού και κακού, πίστης και απιστίας, Θεού ή πρώτης αρχής, και φυσικά πάντοτε το ηθικό παράδοξο πού αρχίζει με  τον  Ιώβ: γιατί να ευτυχεί ο  άδικος και να δυστυχεί ο  δίκαιος; Τρομερό το  θέμα της  Θεοδικίας…

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Αρχαιογνωσία, Λογοτεχνία, Θεολογία… παράλληλοι, διασταυρούμενοι ή εντελώς ξεχωριστοί αυτοί οι δρόμοι στο έργο σας;  

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Θεωρώ την λογοτεχνία μία περιέχουσα έννοια, μία Θάλασσα, όπου όλα τα ποτάμια εκβάλουν σ’ αυτήν. Έτσι  όλες οι γνώσεις μπορούν να γίνουν θαυμάσιο λίπασμα για  την λογοτεχνία. Γι’ αυτό πρέπει να διαβάζουν οι νέοι λογοτεχνία. Ένα βιβλίο γίνεται οπαίο για το  σύμπαν. Φυσικά στην περίπτωσή μου οι δρόμοι είναι διασταυρούμενοι.

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Δημοσιεύετε πια και στο διαδίκτυο. Μπορεί να επηρεάσει το  internet την σύγχρονη γραφή; Υπάρχουν κίνδυνοι ορατοί; Υπάρχουν θετικά;

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Ναι μου αρέσει να δημοσιεύω στο διαδίκτυο, για  την ταχύτητα, την κατάργηση ταχυδρομείων και συναντήσεων. Για  το  αν επηρεάζεται η σύγχρονη γραφή δεν ξέρω. Σε μένα δεν άλλαξε τίποτα. Το  μόνον πού με ενοχλεί πολύ είναι το μονοτονικό. Σαράντα χρόνια τώρα γράφω σε πολυτονικό. Όλα τα τυπωμένα γραπτά μου είναι σε πολυτονικό.

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Η αξία της ανάγνωσης θεωρείται δεδομένη. Η αξία της  γραφής; Σαράντα χρόνια στα γράμματα και περισσότερα στην γραφή, τί αποκομίσατε;

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Επειδή γράφω από  πολύ μικρή, (τα πρώτα διηγήματα είναι από  τις δύο τελευταίες τάξεις του Δημοτικού), θεωρώ την γραφή αυτονόητη, σαν τα μάτια και τα αυτιά μου. Με  την όραση και την ακοή είχα και καλά και άσχημα. Έτσι  φαντάζομαι θα συμβαίνει και με  την γραφή.

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Είστε αφοσιωμένη στην γραφή. Υπήρξε περίοδος στην ζωή σας πού δεν γράφατε;

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Είμαι  αφοσιωμένη, γιατί είναι κάτι σαν μοίρα. Όχι δεν υπήρξε τέτοια περίοδος και ελπίζω να μην συμβεί όσο ζω, μολονότι δεν ξέρω αν θα είμαι  ελεύθερη ή δυστυχισμένη.

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Έχετε τιμηθεί με βραβεία. Πόσο θεωρείτε ότι η βράβευση ενός βιβλίου ή ενός συγγραφέως επηρεάζει το αναγνωστικό κοινό;

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Χαροποιεί τον ίδιο τον συγγραφέα. Το αναγνωστικό κοινό μένει ανεπηρέαστο στις κρίσεις του, και δεν εξαρτώνται οι πωλήσεις των βιβλίων από  τα βραβεία.

ΕΛ. ΛΙΝΤΖ: Είστε ικανοποιημένη από την αντιμετώπιση της πολιτείας απέναντι στο βιβλίο;

ΕΛ. ΛΑΔΙΑ: Όχι εντελώς. Πιστεύω πώς η πολιτεία πρέπει να βοηθά οικονομικά τους εκδότες, για  να βοηθούν, κι αυτοί με  την σειρά τους, τους συγγραφείς. Οι διαφημίσεις των βιβλίων στις εφημερίδες και στην τηλεόραση να είναι επίσης φθηνές. Να αγοράζει το  υπουργείο βιβλία για  τις βιβλιοθήκες, και προπαντός οι εκπαιδευτικοί να συστήνουν βιβλία στους μαθητές τους. Να μαθαίνει κάθε παιδί πώς το ωραιότερο δώρο είναι το  βιβλίο.




Ελευθερία;
Κατηγορία: Σημειωματάριο

«Αν δεν είχαμε ελεύθερη βούληση», γράφει κάπου ο Τσέστερτον, «δεν θάχε νόημα να πούμε ευχαριστώ σε κάποιον που μας πέρασε τη μουστάρδα.» Το θυμήθηκα αυτό...


Η δική μας Ελένη Λαδιά
Κατηγορία: Γράμματα
Η δική μας Ελένη Λαδιά

Η Ελένη Λαδιά είναι κατά κόσμον βραβευμένη λογοτέχνης, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και άλλα που επιβεβαιώνουν αυτή τη φήμη. Επιτρέψτε μου να σας γνωρίσω την πέραν αυτών...


Ψυχομαντεία
Κατηγορία: Γράμματα
Ψυχομαντεία

 Βρισκόμαστε στό Τριτοπατρεῖον τοῦ Κεραμεικοῦ.  Ἄβατο τότε ἀλλά τώρα σκορπισμένα ἐρείπια, ἀφημένα στήν πρόσβαση τοῦ κάθε ἐπισκέπτη. Δυό λίθινοι ὅροι στέκονται ὥς σήμερα καί πάνω...


Δαιμονολογία
Κατηγορία: Γράμματα
Δαιμονολογία

(στην ελληνική μυθολογία) Ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας πίστευε πώς τά πάντα στόν κόσμο ἦταν διαποτισμένα ἀπό τήν ἐνέργεια ἀγαθοποιῶν καί κακοποιῶν δαιμόνων. Ἐπειδὴ, κατά τόν Decharme,...


Οι Θεές
Κατηγορία: Γράμματα
Οι Θεές

Ὁ φυσιολογικός ἄνθρωπος ξεχνᾶ· ὁ συγγραφεύς καί τό ὄνειρο ποτέ. Μεγαλώνοντας βεβαιώνομαι περισσότερο γιά τήν συμπαντική μνήμη ἤ μνήμη θεοῦ ἤ μνήμη τοῦ κόσμου ἤ...


Φυσιογνωμίες τόπων
Κατηγορία: Γράμματα
Φυσιογνωμίες τόπων

Ἀλεξάνδρεια τοῦ 1991 μ.Χ. (τίτλος κατά τό καβαφικόν πρότυπον) ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ Η ΑΛΛΟΤΕ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΗ ΠΟΛΗ; Ἐνῶ στό Κάιρο τό βαρύ, τό ἁπλόχωρο κι ἀνατολιτικο οἱ...


Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι
Κατηγορία: Γράμματα
Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι

Στήν ἐφηβεία μου εἶχα ἕναν διακαή πόθο: νά βρεθῶ στήν πόλη τοῦ ὀνείρου τρελά ἐρωτευμένη. Διέθετα τήν πόλη καί τό αἴσθημα· ἔλειπε μόνον τό πρόσωπο....