Logo

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Πολιτισμός

μόρφωση

κοινωνία

Εξ όνυχος
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω A B C D E F G H I K L M N O P Q R S T V X Y Z

Άγγελος Τερζάκης
Ναύπλιο

Η πατρίδα μου είναι ένα γέρικο πέτρινο λιοντάρι, που βουτάει τα νύχια του στην αφρισμένη θάλασσα του Αργολικού.
Κρατάει τα μάτια σφαλιστά, βάρυπνα, και στο κραταιό της μέτωπο έχει ξεχαστεί η αυστηρή ζάρα της έγνιας. Ο δικός της ο ύπνος δεν είναι σαν τους άλλους, αδιαφορία και εγκατάλειψη.
Στη θωριά της ακόμα δεν απλώθηκε η χαύνη έκσταση της λήθης. Ο ύπνος της είναι συλλογή βαθιά, στοχασμός κλειστός κι αυτοσυγκέντρωση, που όσο πάει και βουλιάζει περισσότερο στην προαιώνια ακινησία.
Κοιμάται πάνοπλη, όπως έζησε την άγρια τη ζωή της αποτραβηγμένη μ’ απαυδημό εκεί κάτω, στον μυχό του Αργολικού, ανασαίνει ήρεμα τον γλυκό μπάτη του πελάγου που της τυλίγει ανάερα, μα γάζες μυρωμένες, τα σκυθρωπά κάστρα και τους προμαχώνες (…) Κοιμάται η γέρικη πολιτεία και σύγκαιρα αυτιάζεται το σάλπισμα του μακρινού ανέμου. Θες καράβια της Δημοκρατίας του Άγιου Μάρκου, θες κουρσάρικα της Μπαρμπαριάς, εδώ ήρθανε, μ’ άντρες αβρούς ή βάρβαρους, να της τρυγήσουνε το μέλι. (…)
Σαν ανοίγω τα μάτια μου στη ζωή θυμάμαι μιαν αίσθηση μυστική κι ανέκφραστη, τη μυρωδιά από τον καπνό, τη μπόχα της μάχης που πλανιέται αχνή κι άσβεστη ακόμη στον αέρα (…) είναι μεθυστική και ύπουλη, μύρο ναρκωτικού κατακαθίζει αργά και θάβει σε βελουδένια
πνιγμονή τις ζωές των ανθρώπων. Οι καμπάνες του εσπερινού που σημαίνουν, οι κραυγές των σκοπών από τα κάστρα, φεύγουν σαν κοπάδια τρομαγμένα πουλιά στον ουρανό που πρασίνισε. Η σκιά κατεβαίνει, επίσημη κι αδυσώπητη, πάνω στη μικρή, γέρικη πολιτεία.
Κάποια άτονα φανάρια ανάψανε δειλά. Στα δρομάκια που πλευρίζουνε τα κάστρα, το κίτρινο φως δυναμώνει τη συνοφρύωση του μαύρου. Τα μάκρη των δρόμων χάνονται σε τρομακτικές γωνιές και οι χτισμένες πέτρες των επάλξεων παίρνουνε με τη σκιά μιαν απόκοτη ζωντάνια. Η στενόχωρη ζωή, η μακροχρόνια κλεισούρα, νοτίσανε τους δρόμους με μυρωδιές φαρμακερές. (…)
Και οι άνθρωποι είναι μαζεμένοι. Περνούσες στους δρόμους κι έβλεπες στα πλάγια σου τα μαγαζάκια χωμένα στους τοίχους με φώτα λαδιά, πίσω από θαμπά τζάμια. Δουλεύανε βουβά, σκυμμένοι κάπου, με τη ράχη που η λάμπα τη καμπουριάζει και την προβάλλει στον τοίχο θεόρατη. Δουλεύανε μηχανικά, σαν και η απόπνοια του ναρκωτικού να τους είχε κινήσει τη σκέψη . Η πολιτεία την ώρα τούτη ονειρεύεται, και λοιπόν όλοι πρέπει να σωπαίνουν. (…)

Πίνακας Ν. Χατζηκυριάκου Γκίκα
Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

* * *
Αλέξης Μάϊνας
Η εγκράτεια

(στη μητέρα μου Έρικα Μάινα-Ρέλγκεν)

Όλα περνούν απότομα
έλεγε η γιαγιά μου στο Λίμπλαρ
όταν ζητούσαμε ένα ακόμα χωνάκι
απ’ τον Ιταλό.

Είχε συνηθίσει την άσκηση, την ολιγάρκεια,
είχε χάσει τον άντρα της το ’44,
είχε χάσει την αίσθηση για τη λέξη αδικία,
δεν κλαψούριζε όπως ο Ιώβ.

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος είχε ρίξει βόμβες
στη φάρμα της έξω απ’ το Βέσσελινγκ ενώ πενθούσε,
η Κολωνία είχε ισοπεδωθεί για πάντα.

Όποιος είδε τις φωτογραφίες, τους τοίχους
να γίνονται σκόνη,
ξέρει πως κατά βάση δε ζει κανείς τους,
πως οι πόλεις είναι απλά ονόματα,

Ντρέσντεν, Μπερλίν, Καιλν.

Η γιαγιά μου ίσως βρήκε την ηρεμία της
ένα απόγευμα

όταν είδε το πρόσωπο μέσα της
γιατί δε φαινόταν στο νιπτήρα,
γιατί δεν πήγαινε πια ταξίδια, ήταν χήρα
και δεν έσκυβε με τα γαλάζια μάτια της
στην κουπαστή μιας κρουαζιέρας
  
για ν’ ανεμίζουν οι κορδέλες του καπέλου
στο Βόσπορο.
 

Η πύλη του κόσμου
(ή Στιγμιότυπο με δανεικό σακάκι)

 Άνθη σε απρόσιτα βάζα.
(Φηρά–Πειραιάς, 1918)

Έχω πάντα μαζί μου μια φωτογραφία του παππού
που γράφει «Ταξείδιον τριανταμιάς ωρών, Πειραιεύς».

Φαίνεται το στιλπνό γκρι νερό, φαίνεται η δέστρα
και η θηλιά, μοιάζει να γελάει, μοιάζει χλωμός

σαν εφημερίδα, έκανε δουλειές του ποδαριού,
φαίνεται ένα θολό σκυλί που μυρίζει μια πέτρα,
φαίνεται το λιμανίσιο νερό, ήταν νησιώτης εκεί
και ξένος.

Πρώτη δημοσίευση: Andro.gr,
http://www.andro.gr/empneusi/top5-santorini/
5 ποιήματα για τη Σαντορίνη (επιμέλεια: Γιάννης Τζανετάκης)
Από τη συλλογή: «Τα μικρά γεγονότα» © 2000-2013

* * *

Jean-Pierre Vernant
Η Οδύσσεια: ο χρόνος

Οι τελευταίες ραψωδίες επικεντρώνονται στο ζήτημα του χρόνου. Υπάρχουν διαφορετικές χρονικότητες: ο χρόνος του παρελθόντος, ο χρόνος της Τροίας, ο χρόνος στο νησί με την Καλυψώ, ο παρών χρόνος για τον οποίο διαβάζουμε μόνο και μόνο επειδή υφαίνεται πάνω σ΄ένα προηγούμενο χρόνο.
Πως τελειώνει η ιστορία;
Όλος ο κόσμος γνωρίζει ότι η Πηνελόπη θ΄ αναγκαστεί να επιλέξει έναν σύζυγο, που τελικά είναι ο Οδυσσέας της νιότης της. Θα αντιτάξετε ότι δεν είναι πια εκείνος, κι όμως, εκείνος είναι.
Στο τέλος της ημέρας ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη ξαναβρίσκονται στο μεγάλο «σήμα», στο νυφικό κρεββάτι. Μιλούν. Στην αφήγησή του ο καθένας τους λαμβάνει υπ όψιν του το χρόνο, έναν χρόνο που δεν υπάρχει πια αλλά που τον έχει ζήσει. Μεταξύ τους υπάρχει όχι μόνο ένας ιδιαίτερος, προσωπικός τόνος, που δεν τον βρίσκουμε συχνά στα αρχαία κείμενα, μια θέληση να ανακτήσουν όλους τους χρόνους και να τους συνυφάνουν, αλλά επίσης και μια «ομοφροσύνη»: το πιό σημαντικό πράγμα ανάμεσα σε μια γυναίκα και στον σύζυγό της, είναι η συμφωνία, η σύμπνοια, η ταύτιση των πνευμάτων, του συστήματος αξιών τους, της εικόνας που έχουν για τη ζωή. Είκοσι χρόνια αργότερα, παρότι τα χέρια είναι πια γερασμένα και τίποτα δεν είναι πια το ίδιο, η βαθειά συμφωνία αυτών των δύο ανθρώπων υπάρχει ακόμα. Στο τέλος της ιστορίας, ο χρόνος της αρχής συναντάει το χρόνο του τέλους. Πλαγιασμένοι καθώς είναι ο ένας πλάϊ στον άλλον, ξανακερδίζοντας ο ένας τον άλλον ξανακερδίζει τον εαυτό του.
(Η Οδύσσεια, μτφρ Γ.Ζακοπούλου)

* * *

Γιώργης Παυλόπουλος
Ἡ Στάχτη

Φύσαγε ο αγέρας
ανέβαζε τη στάχτη τους
την πήγαινε στον ουρανό
φοβόταν εκείνη φοβόταν
ουά φοβητσιάρα της φώναζε

Πάψε τρελέ του έλεγε
δεν είμαστε πια στη γη
δεν έχουμε πια δέρμα
δεν έχουμε μαλλιά
δεν έχουμε μήτε μάτια

Γίναμε στάχτη της έλεγε
όμως με βλέπεις και σε βλέπω
και μένει ακόμα η αγάπη
που δεν μπορεί να γίνει στάχτη
και μένει ακόμα η αγάπη

Είμαι η στάχτη σου του έλεγε
και είσαι η στάχτη μου
μα πού ανεβαίνουμε πού πάμε
κι όλο φυσάει κι όλο σε χάνω
ουά φοβητσιάρα της φώναζε

Πάψε τρελέ του έλεγε
(Ποιήματα 1943-2008)

* * *

Πλάτων

Φαίδων [107c -108c]

Ωστόσο, είπε [ο Σωκράτης], είναι σωστό να συλλογιζόσαστε και τούτο· πως αν η ψυχή είναι αλήθεια αθάνατη, έχει ανάγκη από φροντίδα, όχι μόνο σ᾽ αυτό το διάστημα που τ᾽ ονομάζουμε ζωή αλλά σ᾽ ολόκληρο τον καιρό· και ο κίνδυνος θα φαίνουνταν από τώρα τρομερός για εκείνον που θα την αμελούσε. Γιατί αν είναι ο θάνατος απαλλαγή από τα πάντα, θα ήταν τύχη αναπάντεχη για τους κακούς, σαν πεθάνουν ν᾽ απαλλαγούν και από το σώμα τους και από την κακία τους συνάμα και από την ψυχή τους. Αφού όμως τώρα είναι φανερό πως είναι αθάνατη, δεν υπάρχει γι᾽ αυτήν άλλος τρόπος ν᾽ αποφύγει τα δεινά, ούτε σωτηρία, παρά να γίνει όσο μπορεί καλύτερη και πιο φρόνιμη. Η ψυχή δεν έχει τίποτε μαζί της πηγαίνοντας στον Άδη, παρά μονάχα την παιδεία της και τον τρόπο της ζωής που έκανε· αυτά ακριβώς, καθώς λένε, που ωφελούν ή βλάπτουν τον αποθαμένο, μόλις αρχίσει την πορεία του κατά κει.

Συνηθίζουν λοιπόν να λένε πως όταν κανείς πεθάνει, ο δαίμων του καθενός, αυτός που τον φροντίζει και ζωντανό, τον παίρνει και τον οδηγεί σε κάποιον τόπο, εκεί που συναθροίζονται οι νεκροί για να κριθούν κι έπειτα να αρχίσουν την πορεία τους στον Άδη με οδηγό εκείνον που έχει προσταχτεί να τους οδηγήσει. Κι αφού λάβουν την τύχη που είναι να λάβουν και μείνουν το διάστημα που πρέπει, άλλος οδηγός τους φέρνει πάλι εδώ, έπειτα από πολλά και μεγάλα γυρίσματα του καιρού. Αυτή η πορεία δεν είναι λοιπόν, όπως την παρουσιάζει ο Τήλεφος του Αισχύλου· γιατί εκείνος λέει πως ο δρόμος που μας φέρνει στον Άδη είναι απλός, ενώ δεν είναι μήτε απλός μήτε μοναδικός καθώς μου φαίνεται· αν ήταν έτσι δεν θα χρειάζονταν οδηγός· ούτε θα τον έχανε κανείς αν ήταν ένας και μόνο. Αλλά μοιάζει να έχει πολλά παρακλάδια και σταυροδρόμια καθώς απεικάζω από τις παραδομένες συνήθειες της λατρείας μας. Λοιπόν η σωστή και φρόνιμη ψυχή συμμορφώνεται και δεν αγνοεί αυτά που της συμβαίνουν· αλλά εκείνη που οι επιθυμίες τη δένουν με το σώμα, όπως έλεγα στην αρχή, εκείνη που το σώμα και ο ορατός τόπος τη γεμίζουν τρόμους με πολλές αντιστάσεις και πολλά παθήματα, καταναγκαστικά και δύσκολα, πηγαίνει καθώς την οδηγεί ο προσταγμένος δαίμων. Κι όταν φτάσει όπου και οι άλλες, η ακάθαρτη, αυτή που έπραξε κάτι μιαρό, άδικους φόνους ή άλλα τέτοια που μοιάζουν σαν αδέρφια μ᾽ αυτές τις πράξεις ή με πράξεις που κατεργάστηκαν αδερφές ψυχές- αυτή την ψυχή, όλοι την αποφεύγουν, όλοι αποτραβιούνται από κοντά της και κανείς δε θέλει να γίνει σύντροφος ή οδηγός της· κι αυτή περιπλανιέται ολωσδιόλου χαμένη, ώσπου να περάσουν κάποιοι καιροί, και τότε η ανάγκη τη φέρνει στην κατοικία που της πρέπει. Αλλά η ψυχή που πέρασε τη ζωή της καθαρά και μετρημένα και βρήκε θε­ούς για συντρόφους και οδηγούς στο δρόμο της, κατοικεί αμέσως στον τόπο που της πρέπει.

(μετάφραση Γιώργος Σεφέρης, Μεταγραφές)


Αγοραίος

Αγοραίος
ΕΚΛΟΓΕΣ   Οι εκλογές στην Ιταλία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ , την Ελλάδα και αλλού, συνιστούν σφαίρες κατά της δημοκρατίας. Τα βάζουμε με τους ηγέτες –...

Σώτη Τριανταφύλλου, Η ισλαμική ιδεολογία στη Γαλλία
Κατηγορία: Επιχειρήματα
Σώτη Τριανταφύλλου, Η ισλαμική ιδεολογία στη Γαλλία

Ο Χακίμ Ελ Καουρί, που το 2016  είχε κάνει έκκληση, μαζί με άλλους σαράντα μουσουλμάνους εναντίον του ισλαμικού φονταμελισμού, επανήλθε με ένα βιβλίο που έχει...


Τρικυμία
Κατηγορία: Σημειωματάριο
Τρικυμία

Έβρισκε στις παλιές ιστορίες την πρώτη του ύλη για να φτιάξει τα δικά του. Διάβαζε Πλούταρχο και Πλαύτο, όχι βέβαια Θουκυδίδη ή Τάκιτο, διάβαζε δηλαδή...


Παν. Δρακόπουλος, Του Μιχάλη Κατσαρού
Κατηγορία: Σημειωματάριο
Παν. Δρακόπουλος, Του Μιχάλη Κατσαρού

Στο γραφείο που είχα πολύ παλιά στην Δημοκρίτου έρχονταν ανάμεσα σε άλλους ποιητές και ο Μιχάλης Κατσαρός. Συνήθως μου διάβαζε κάποιο ποίημά του – και...


Δημήτρης Λαμπρέλλης, Η πρόσληψη του Νίτσε στην Ελλάδα
Κατηγορία: Στοχασμός
Δημήτρης Λαμπρέλλης, Η πρόσληψη του Νίτσε στην Ελλάδα

Μικρή δοκιμή παρουσίασης και κριτικής αποτίμησής της Ι Ο Νιτσεϊσμός στην Ελλάδα εμφανίζεται με τα περιοδικά «Τέχνη» (1898-1899) και «Διόνυσος» (1901-1902). Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του...


Γεώργιος Α. Πανέτσος – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, Η «Hellenische Renaissance» του Θεοφίλου Χάνσεν.
Κατηγορία: Τέχνες

Μια επινοημένη παράδοση στην αρχιτεκτονική του 19ου αιώνα. Ο Θεόφιλος Χάνσεν γεννήθηκε το 1813, τη χρονιά που η χώρα του πτώχευε υπό την πίεση ενός...